Οι κορυφαίες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης της Αμερικής δαπάνησαν ποσά – ρεκόρ για άσκηση πίεσης στην Ουάσινγκτον τους τελευταίους μήνες, καθώς προσπαθούν να περιορίσουν τις συνέπειες σε βάρος τους από «μη φιλικές» ρυθμίσεις και να διαμορφώσουν τους εγχώριους κανόνες γύρω από τα κέντρα δεδομένων και τον έλεγχο προηγμένων μοντέλων.
Σύμφωνα με τους Financial Times, η OpenAI σχεδόν διπλασίασε τις δαπάνες της για λόμπινγκ, σε ομοσπονδιακό επίπεδο, φτάνοντας στο επίπεδο – ρεκόρ των 2,22 εκατομμυρίων δολαρίων το πρώτο εξάμηνο του 2026, σε σύγκριση με πέρυσι, ενώ η Anthropic σχεδόν τριπλασίασε τις δαπάνες της, φτάνοντας τα 3,53 εκατομμύρια δολάρια.
Η Google, μαζί με τη Microsoft, δαπάνησαν περισσότερα από οποιοδήποτε τρίμηνο, από το 2020.
Η εντυπσιακή αυτή αύξηση των δαπανών στο λόμπινγκ, έρχεται καθώς η βιομηχανία της τεχνητής νοημοσύνης αντιμετωπίζει πολιτικές μάχες σε πολλαπλά μέτωπα και χτίζει έναν πιο μόνιμο μηχανισμό επιρροής στην Ουάσινγκτον, σύμφωνα με λομπίστες και ειδικούς στην άσκηση πολιτικής.
Τα «αγκάθια» για τις επιχειρήσεις
«Η επίθεση του λόμπινγκ αφορούσε τόσο την αποτροπή της ρύθμισης όσο και την υποστήριξη μιας θετικής κυβερνητικής βιομηχανικής πολιτικής, υπέρ του κλάδου», δήλωσε η Άμπα Κακ, συν-εκτελεστική διευθύντρια του Ινστιτούτου AI Now και ανώτερη σύμβουλος για την Τεχνητή Νοημοσύνη στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Τζο Μπάιντεν.
Τα κορυφαία ζητήματα στην ατζέντα των λόμπινγκ περιλαμβάνουν τους ομοσπονδιακούς κανόνες που διέπουν την κυκλοφορία νέων μοντέλων, από τη στιγμή που οι ΗΠΑ, τον περασμένο μήνα, εφάρμοσαν ελέγχους στις εξαγωγές για να σταματήσουν την κυκλοφορία του μοντέλου Fable της Anthropic λόγω ανησυχιών για την κυβερνοασφάλεια.
Οι εταιρείες θέλουν επίσης να επηρεάσουν την πολιτική σχετικά με την κατασκευή και την ισχύ των τεράστιων κέντρων δεδομένων, καθώς και τους κανόνες που διέπουν το εάν και πώς οι προγραμματιστές δημοσιοποιούν τις παραμέτρους για τα μοντέλα τους.
Ο Joseph Hoefer, επικεφαλής της Τεχνητής Νοημοσύνης στην Monument Advocacy, δήλωσε: «Πρόκειται για μια τεχνολογία ελεγχόμενη από τις εξαγωγές, όπως οι ημιαγωγοί, μια ανάπτυξη υποδομών όπως οι τηλεπικοινωνίες ή η ενέργεια, μια σχέση προμηθειών όπως η άμυνα και ένα ζήτημα ευθύνης όπως οι πλατφόρμες των κοινωνικών δικτύων, όλα ταυτόχρονα. Δεν υπάρχει ένα ενιαίο εγχειρίδιο που να καλύπτει όλο αυτό».
Η βιομηχανία «έχασε ηχηρά» μια μάχη να πειστεί το Κογκρέσο να μην εγκρίνει τη ρύθμιση για την Τεχνητή Νοημοσύνη σε επίπεδο πολιτείας, κάτι που ο Ντόναλντ Τραμπ προσπάθησε να επιβάλει με εκτελεστικό διάταγμα, δήλωσε η Κακ. Αλλά πέρα από αυτό, «πολύ λίγα έχουν αλλάξει όσον αφορά τη ρύθμιση. Συνολικά, θα έλεγα ότι ήταν ένα καλό τρίμηνο για αυτούς».
Η κυβέρνηση Τραμπ, πιο έντονα μέσω του πρώην «τσάρου» της τεχνητής νοημοσύνης. Ντέιβιντ Σακς, έχει υποστηρίξει ένα ήπιο ομοσπονδιακό πλαίσιο και προειδοποίησε ότι ένα συνονθύλευμα πολιτειακών νόμων θα μπορούσε να απειλήσει και να καταπνίξει την καινοτομία.
Ωστόσο, οι ραγδαίες τεχνικές εξελίξεις και ο ανταγωνισμός από την Κίνα έχουν αναγκάσει τους αξιωματούχους να παρέμβουν σε ζητήματα όπως οι κυκλοφορίες μοντέλων AI, κυρίως μέσω αποφάσεων που αφορούν συγκεκριμένες εταιρείες και όχι γενικούς κανόνες.
Ο Γκρέγκορι Άλεν, ιδρυτής της εταιρείας ανάλυσης πολιτικής τεχνολογίας Decision Tree Research και πρώην ανώτερος σύμβουλος Τεχνητής Νοημοσύνης στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών, δήλωσε: «Ακόμα και όταν η πολιτική είναι γραπτή, είναι σαν επιστολές σε μία εταιρεία σε αντίθεση με κανόνες που ισχύουν με συνέπεια για όλους και αυτό είναι ένα πραγματικό κενό στην πολιτική αυτή τη στιγμή».
Η Κακ πρόσθεσε: «Το γεγονός ότι βλέπουμε τόσο πολύ ήπια ρύθμιση – ή, στην πραγματικότητα, ήπια εκτελεστικά σήματα αντί για αυστηρή, εκτελεστή ρύθμιση – είναι αποτέλεσμα της επίθεσης του λόμπινγκ, παρά μια πραγματικότητα εντός της οποίας προσπαθεί να πλοηγηθεί ο κλάδος».
Μη αρραγές το «εσωτερικό» μέτωπο
Παρόλο που οι κορυφαίες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης μοιράζονται κοινά συμφέροντα σε πολλά ζητήματα, δεν παρουσιάζουν πάντα ένα ενιαίο μέτωπο. Οι εταιρείες έχουν αποκλίνει σε ζητήματα όπως οι διασφαλίσεις μοντέλων, τα συστήματα ανοιχτού κώδικα και ο κατάλληλος ρόλος της ομοσπονδιακής ρύθμισης.
Η Anthropic πρόσθεσε το υπουργείο Οικονομικών στον κατάλογο των ομοσπονδιακών υπηρεσιών στις οποίες άσκησε πιέσεις για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια του τριμήνου. Αυτή την εβδομάδα, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ επανέλαβε τις απειλές για επιβολή κυρώσεων σε κινεζικά εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης λόγω ισχυρισμών ότι είχαν χρησιμοποιήσει δεδομένα από τα μοντέλα της αμερικανικής εταιρείας για την εκπαίδευση των μικρότερων συστημάτων τους.
Άλλες εταιρείες που αύξησαν τις δαπάνες τους για άσκηση πίεσης τους τελευταίους μήνες περιλαμβάνουν την Scale AI, μια εταιρεία επισήμανσης δεδομένων και αξιολόγησης μοντέλων στην οποία η Meta κατέχει ποσοστό 49%, και την Tencent, τον κινεζικό όμιλο πίσω από την πλατφόρμα ανταλλαγής μηνυμάτων WeChat και τον κατασκευαστή της οικογένειας μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης Hunyuan.
Μεταξύ των εταιρειών που κέρδισαν τις επιχειρήσεις της Silicon Valley είναι η Ballard Partners, ο κορυφαίος εκπρόσωπος συμφερόντων της Anthropic και κατασκευαστής ημιαγωγών AMD, καθώς και η Miller Strategies, η οποία ανέφερε τις περισσότερες δραστηριότητες λόμπινγκ από την OpenAI το 2026.
Η Google δήλωσε ότι υποστηρίζει «ομοσπονδιακή νομοθεσία που προωθεί την αμερικανική ηγεσία στην Τεχνητή Νοημοσύνη, διασφαλίζοντας ότι αναπτύσσεται υπεύθυνα και ωφελεί όλους».
Οι OpenAI, Anthropic και Microsoft δεν απάντησαν για σχόλια.
Πηγή: ot.gr


