ΣΤΑΘΕΡΑ ΥΨΗΛΟ ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΑΓΟΡΩΝ: «Βαριά χαρτιά» φέτα και ελαιόλαδο

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Τα δύο προϊόντα - σύμβολα της ελληνικής αγροδιατροφής ενισχύουν παραγωγούς και οικονομία

Η φέτα και το ελληνικό ελαιόλαδο εξακολουθούν να αποτελούν δύο από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας, επιβεβαιώνοντας τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στην ελληνική αγροτική οικονομία. Η διεθνής αναγνώριση που απολαμβάνουν, σε συνδυασμό με την υψηλή ποιότητα και την προστατευόμενη ταυτότητά τους, μεταφράζεται σε σημαντικά οικονομικά οφέλη για την Ελλάδα, καθώς η συνολική αξία των εξαγωγών τους ξεπέρασε το 2025 τα 2,1 δισ. ευρώ.

Γράφει ο Τάσος Κουρκούμπας από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Πρόκειται για δύο προϊόντα που δεν αποτελούν μόνο εμπορικά «όπλα» της χώρας στις διεθνείς αγορές, αλλά και βασική πηγή εισοδήματος για εκατοντάδες χιλιάδες παραγωγούς, μεταποιητικές επιχειρήσεις, συνεταιρισμούς και τοπικές κοινωνίες, ιδιαίτερα στην ελληνική περιφέρεια.
Όπως επισημαίνει ο Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, πίσω από τη φέτα και το ελαιόλαδο βρίσκονται χιλιάδες οικογένειες που δραστηριοποιούνται στον πρωτογενή τομέα, ενώ τα δύο προϊόντα αποτελούν σημαντικό κομμάτι της ελληνικής ταυτότητας και ταυτόχρονα ισχυρά αναπτυξιακά και εξαγωγικά πλεονεκτήματα που χρειάζονται διαρκή προστασία και αξιοποίηση.

Η φέτα και το ελληνικό ελαιόλαδο απέφεραν το 2025 περισσότερα από 2,1 δισ. ευρώ σε εξαγωγές

Η «βασίλισσα» φέτα
Η φέτα συνεχίζει να αποτελεί το σημαντικότερο ελληνικό τυροκομικό προϊόν και τον βασικό πυλώνα της αιγοπροβατοτροφίας. Η Ελλάδα διαθέτει συνολικά 25 καταχωρισμένες ονομασίες τυριών, εκ των οποίων οι 23 φέρουν την ένδειξη Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) και δύο την ένδειξη Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ). Ανάμεσα σε αυτά, η φέτα διατηρεί κυρίαρχη θέση τόσο στην εγχώρια παραγωγή όσο και στις εξαγωγές. Το 2025 η παραγωγή φέτας έφθασε περίπου τους 152.700 τόνους, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο 64% της συνολικής καταγεγραμμένης παραγωγής τυριών της χώρας, χωρίς να υπολογίζονται τα τυριά τυρογάλακτος.

Η σημασία της για την ελληνική κτηνοτροφία αποτυπώνεται και στα στοιχεία για τη χρήση γάλακτος. Για την παραγωγή της αξιοποιήθηκε το 75% της εγχώριας παραγωγής πρόβειου γάλακτος και το 41% του γίδινου γάλακτος, γεγονός που σημαίνει ότι σχεδόν επτά στα δέκα λίτρα αιγοπρόβειου γάλακτος που παράγονται στην Ελλάδα καταλήγουν στην παραγωγή φέτας. Η εξαγωγική δυναμική του προϊόντος παραμένει εντυπωσιακή. Περίπου 105.000 τόνοι φέτας, δηλαδή σχεδόν το 69% της συνολικής παραγωγής, εξήχθησαν στις διεθνείς αγορές, δημιουργώντας έσοδα που άγγιξαν τα 835 εκατ. ευρώ. Η φέτα αντιπροσωπεύει πλέον περίπου το 9% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων, επιβεβαιώνοντας ότι αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εξαγωγικά προϊόντα της χώρας.

Διεθνείς αγορές
Η μεγαλύτερη αγορά για τη φέτα παραμένει η Γερμανία, ενώ ιδιαίτερα υψηλή ζήτηση καταγράφεται επίσης στην Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι πέντε αυτές χώρες απορροφούν περίπου το 70% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών φέτας, αποδεικνύοντας ότι το προϊόν έχει πλέον αποκτήσει σταθερή παρουσία στις μεγαλύτερες διεθνείς αγορές. Σύμφωνα με τον κ. Πρωτοψάλτη, η επιτυχία της φέτας αποδεικνύει ότι ένα προϊόν με σταθερή ποιότητα, αυθεντικότητα και ισχυρή σύνδεση με τον τόπο παραγωγής μπορεί να διακριθεί ακόμη και στις πλέον απαιτητικές αγορές. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η προστασία της φέτας ως προϊόντος ΠΟΠ δεν αφορά μόνο τη διαφύλαξη ενός ελληνικού brand, αλλά και την προστασία του εισοδήματος των κτηνοτρόφων, της ελληνικής γαλακτοπαραγωγής και της προστιθέμενης αξίας που δημιουργείται στην περιφέρεια.

Τέταρτη θέση παγκοσμίως
Εξίσου σημαντική είναι η συμβολή του ελληνικού ελαιολάδου στην οικονομία. Η ελαιοκομία αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους αγροτικούς κλάδους της χώρας, με περίπου 700.000 παραγωγούς να δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Η Ελλάδα διαθέτει συνολικά 33 καταχωρισμένες ονομασίες ελαιολάδων, εκ των οποίων οι 20 είναι ΠΟΠ και οι 13 ΠΓΕ, γεγονός που αποτυπώνει τον πλούτο των ελληνικών ποικιλιών και τη μοναδικότητα των διαφορετικών ελαιοπαραγωγικών περιοχών.

Το 2025 οι εξαγωγές ελληνικού ελαιολάδου ανήλθαν σε περίπου 1,31 δισ. ευρώ, καλύπτοντας το 12,4% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων. Για την ελαιοκομική περίοδο 2025-2026 η παραγωγή εκτιμάται στους 235.000 τόνους, ενώ οι εξαγωγές αναμένεται να φθάσουν περίπου τους 139.000 τόνους. Με βάση τον μέσο όρο της τελευταίας τριετίας, η Ελλάδα διατηρεί την τέταρτη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή ελαιολάδου, ακολουθώντας την Ισπανία, την Τουρκία και την Τυνησία.

Η φέτα και το ελληνικό ελαιόλαδο αποτελούν τους δύο βασικούς πυλώνες της ελληνικής αγροδιατροφής, συνδυάζοντας διεθνή αναγνώριση, υψηλή προστιθέμενη αξία και ουσιαστική στήριξη της περιφερειακής οικονομίας

Ελληνική επωνυμία
Παρά τη σημαντική παραγωγή και τη διεθνή αναγνώριση του ελληνικού ελαιολάδου, η μεγαλύτερη πρόκληση παραμένει η αύξηση των ποσοτήτων που εξάγονται τυποποιημένες και με ελληνική επωνυμία. Όπως επισημαίνει ο Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης, στόχος είναι μεγαλύτερο μέρος της τελικής εμπορικής αξίας να επιστρέφει στους Έλληνες παραγωγούς και συνολικά στην ελληνική οικονομία. Η στρατηγική αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς σημαντικές ποσότητες ελληνικού ελαιολάδου εξακολουθούν να εξάγονται χύμα, γεγονός που περιορίζει την υπεραξία που μπορεί να δημιουργήσει η χώρα. Η ενίσχυση της τυποποίησης, της προβολής και της αναγνωρισιμότητας του ελληνικού προϊόντος στις διεθνείς αγορές θεωρείται καθοριστικής σημασίας για την περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου.
Ελαιοκομικό Μητρώ
Παράλληλα με την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης προχωρά στην αναβάθμιση του Ελαιοκομικού Μητρώου, με στόχο τη δημιουργία ενός πιο σύγχρονου και αξιόπιστου συστήματος καταγραφής των ελαιοκομικών εκμεταλλεύσεων. Η επικαιροποίηση του Μητρώου θα επιτρέψει στην Πολιτεία να διαθέτει ακριβέστερη εικόνα για τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, την παραγωγή και τις ποσότητες ελαιοκάρπου, διευκολύνοντας τόσο τη χάραξη πολιτικής όσο και τους ελέγχους. Στο πλαίσιο αυτό, η υποχρεωτική υποβολή Δηλώσεων Συγκομιδής Ελαιοκάρπου μετατίθεται για την ελαιοκομική περίοδο 2026-2027, με ημερομηνία έναρξης την 1η Οκτωβρίου 2026, ώστε να ολοκληρωθούν οι απαραίτητες τεχνικές προσαρμογές των πληροφοριακών συστημάτων. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη διασύνδεση του Ελαιοκομικού Μητρώου με άλλα πληροφοριακά συστήματα του Δημοσίου. Η διαλειτουργικότητα με την ΑΑΔΕ, καθώς και η αξιοποίηση των στοιχείων του ΟΣΔΕ, σε συνεργασία με το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, αναμένεται να περιορίσουν σημαντικά τη γραφειοκρατία. Στόχος είναι οι παραγωγοί να μην χρειάζεται να καταθέτουν επανειλημμένα τα ίδια στοιχεία, καθώς αυτά θα αντλούνται αυτόματα από τα διαθέσιμα ψηφιακά μητρώα του Δημοσίου. Όπως τονίζει ο Σπύρος Πρωτοψάλτης, το νέο Ελαιοκομικό Μητρώο δεν πρέπει να αποτελέσει ακόμη μία διοικητική επιβάρυνση, αλλά ένα αποτελεσματικό εργαλείο που θα προσφέρει αξιόπιστα δεδομένα, πλήρη ιχνηλασιμότητα και καλύτερους ελέγχους, μέσα από απλές και σύγχρονες ψηφιακές διαδικασίες.
Με τη φέτα και το ελαιόλαδο να αποτελούν δύο από τα σημαντικότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής αγροδιατροφής, η ενίσχυση της εξωστρέφειας, η προστασία των προϊόντων ΠΟΠ και ΠΓΕ, η αύξηση της προστιθέμενης αξίας και ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός των διοικητικών διαδικασιών συνθέτουν το πλαίσιο της επόμενης ημέρας για δύο κλάδους που συνεχίζουν να στηρίζουν ουσιαστικά την ελληνική οικονομία και την περιφερειακή ανάπτυξη.

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ