Του Χάρη Φλουδόπουλου
Η νέα γεωπολιτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή επαναφέρει την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας σε κατάσταση αυξημένου συναγερμού, καθώς το ράλι στις τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου δημιουργεί νέα δεδομένα για τον εφοδιασμό της Ευρώπης και αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο ενός ακριβότερου χειμώνα για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και εν γένει την ευρωπαϊκή οικονομία.
Παρότι χθες το ευρωπαϊκό συμβόλαιο φυσικού αερίου TTF υποχώρησε οριακά κάτω από τα 62 ευρώ ανά μεγαβατώρα, εξακολουθεί να κινείται κοντά στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τεσσάρων μηνών, έχοντας καταγράψει άνοδο σχεδόν 8% μέσα στην εβδομάδα και άνω του 42% από τις αρχές Ιουλίου. Αντίστοιχα, το Brent, παρά τη μικρή διόρθωση προς τα 91 δολάρια το βαρέλι, διατηρεί εβδομαδιαία κέρδη άνω του 10%, αποτυπώνοντας το αυξημένο γεωπολιτικό premium που ενσωματώνουν πλέον οι διεθνείς αγορές.
Οι συγκρούσεις επηρεάζουν τις ενεργειακές ροές
Η εκτίναξη των τιμών συνδέεται άμεσα με τη συνεχιζόμενη στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Οι αμερικανικές δυνάμεις συνεχίζουν τις επιθέσεις κατά ιρανικών στόχων, ενώ ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε για ακόμη σκληρότερη στρατιωτική απάντηση σε περίπτωση νέων επιθέσεων των Χούθι εναντίον πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα.
Η κατάσταση επιβαρύνθηκε περαιτέρω μετά τις επιθέσεις κατά δύο σαουδαραβικών πετρελαιοφόρων στην Ερυθρά Θάλασσα, αλλά και την αναστολή φορτώσεων στον τερματικό σταθμό της Caspian Pipeline Consortium στη Μαύρη Θάλασσα, μέσω του οποίου διακινείται περίπου το 80% των εξαγωγών πετρελαίου του Καζακστάν.
Παράλληλα, Ασιάτες αγοραστές εξετάζουν πλέον εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς σαουδαραβικού πετρελαίου μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, εξέλιξη που αυξάνει το κόστος μεταφοράς και περιορίζει τη διαθεσιμότητα δεξαμενόπλοιων.
Στενά του Ορμούζ: Η μεγάλη ανησυχία για το LNG
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται και πάλι το Στενό του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων φορτίων LNG. Οι περιορισμένες διελεύσεις πλοίων και οι αυξημένοι κίνδυνοι για τη ναυσιπλοΐα έχουν μειώσει τις διαθέσιμες ποσότητες που φτάνουν στην Ευρώπη, αναγκάζοντας τις ευρωπαϊκές εταιρείες να ανταγωνίζονται πιο επιθετικά την Ασία για την εξασφάλιση ευέλικτων φορτίων.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει το γεωπολιτικό premium στις τιμές του φυσικού αερίου, σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή ζήτηση αυξάνεται λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και της μεγαλύτερης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη.
Δυσκολότερη η πλήρωση των αποθηκών
Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά πλέον την προετοιμασία της Ευρώπης για τον επόμενο χειμώνα.
Οι ευρωπαϊκές αποθήκες φυσικού αερίου βρίσκονται σήμερα περίπου στο 54% της χωρητικότητάς τους, επίπεδο περίπου 15 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας για την ίδια περίοδο. Ταυτόχρονα, οι τιμές στις οποίες πραγματοποιείται πλέον η αγορά φυσικού αερίου είναι αισθητά υψηλότερες από εκείνες που επικρατούσαν πριν από λίγες εβδομάδες.
Η εικόνα αυτή σημαίνει ότι η πλήρωση των αποθηκών θα γίνει με σημαντικά ακριβότερο καύσιμο, αυξάνοντας το συνολικό κόστος προμήθειας για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Η Equinor, ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου της Ευρώπης, εκτιμά ότι η ΕΕ δύσκολα θα καταφέρει να φτάσει εγκαίρως τον στόχο πληρότητας 80% πριν από την έναρξη της περιόδου θέρμανσης, αφήνοντας την αγορά περισσότερο εκτεθειμένη σε ενδεχόμενα νέα σοκ προσφοράς.
Οι συνέπειες για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα και την ελληνική αγορά ηλεκτρισμού.
Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί καύσιμο αναφοράς για τη διαμόρφωση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Ως εκ τούτου, η άνοδος του TTF μεταφέρεται με χρονική υστέρηση στο κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού και, στη συνέχεια, στις τιμές προμήθειας.
Εφόσον οι υψηλές τιμές διατηρηθούν και κατά τη διάρκεια του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου, θα αυξηθούν οι πιέσεις στα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας του φθινοπώρου και του χειμώνα, εκτός εάν οι προμηθευτές συνεχίσουν να απορροφούν μέρος του αυξημένου κόστους ή υπάρξει αποκλιμάκωση στις διεθνείς αγορές.
Η αγορά επιστρέφει σε συνθήκες υψηλής μεταβλητότητας
Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η περίοδος σχετικής ηρεμίας που ακολούθησε το μνημόνιο κατανόησης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν τον Ιούνιο αποδείχθηκε προσωρινή. Η επανέναρξη των συγκρούσεων ανέτρεψε τις προσδοκίες των επενδυτών, με αρκετούς traders να κάνουν λόγο για μια “ψευδή ηρεμία”, υποστηρίζοντας ότι η αγορά είχε υποτιμήσει τον κίνδυνο νέας ανάφλεξης.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι, εάν η σύγκρουση παραταθεί έως το τέλος του έτους, οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου θα μπορούσαν να αυξηθούν ακόμη κατά 20%-30%. Σε ένα δυσμενές σενάριο, όπου η γεωπολιτική κρίση συνδυαστεί με έναν ψυχρό χειμώνα και περιορισμένα αποθέματα, δεν αποκλείεται το TTF να επιστρέψει ακόμη και πάνω από τα 100 ευρώ/MWh, επίπεδα που θα επιβάρυναν σημαντικά τόσο την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας όσο και τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας των καταναλωτών.
Για την ώρα, οι traders θεωρούν ότι η αγορά έχει επιστρέψει σε ένα “δυαδικό” καθεστώς: κάθε νέα στρατιωτική εξέλιξη μπορεί να πυροδοτήσει νέο άλμα στις τιμές, ενώ οποιαδήποτε ένδειξη διπλωματικής αποκλιμάκωσης μπορεί να οδηγήσει σε απότομη διόρθωση. Ωστόσο, όσο η Ευρώπη καλείται να γεμίσει τις αποθήκες της με ακριβότερο φυσικό αέριο και υπό συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας, οι προοπτικές για τον επόμενο χειμώνα επιδεινώνονται, αυξάνοντας τον κίνδυνο διατήρησης υψηλού ενεργειακού κόστους σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή οικονομία.
Αλυσιδωτές επιπτώσεις σε καύσιμα, πληθωρισμό και οικονομία
Οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας έχουν ήδη αρχίσει να αποτυπώνονται και στην ελληνική αγορά καυσίμων. Η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης κινείται πλέον κοντά στα 2 ευρώ ανά λίτρο, ενώ ακόμη μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση για το πετρέλαιο κίνησης, το οποίο σε πολλές περιοχές της χώρας διαμορφώνεται σε υψηλότερα επίπεδα από τη βενζίνη, ανατρέποντας την παραδοσιακή σχέση τιμών μεταξύ των δύο καυσίμων. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει σημαντικά το κόστος μεταφορών, επιβαρύνοντας τόσο τους επαγγελματίες όσο και τις επιχειρήσεις που βασίζονται στις οδικές μεταφορές.
Υπό το βάρος των εξελίξεων, στην κυβέρνηση επικρατεί έντονος προβληματισμός, καθώς εξετάζονται εναλλακτικά σενάρια για την αντιμετώπιση ενός παρατεταμένου κύματος ανατιμήσεων. Μεταξύ των επιλογών που βρίσκονται στο τραπέζι περιλαμβάνονται νέα στοχευμένα μέτρα στήριξης των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, ακόμη και η επαναφορά μηχανισμών επιδότησης, εφόσον οι διεθνείς τιμές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα και οι γεωπολιτικές εντάσεις δεν αποκλιμακωθούν. Στόχος είναι να περιοριστεί η μεταφορά του αυξημένου ενεργειακού κόστους στην πραγματική οικονομία, χωρίς όμως να διαταραχθούν οι δημοσιονομικές ισορροπίες.
Πέρα όμως από τις άμεσες επιπτώσεις στις τιμές των καυσίμων και της ηλεκτρικής ενέργειας, η νέα ενεργειακή κρίση εγκυμονεί ευρύτερους μακροοικονομικούς κινδύνους. Η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου, του πετρελαίου και των καυσίμων τροφοδοτεί νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων, καθώς αυξάνει το κόστος παραγωγής, μεταφοράς και διανομής σχεδόν σε ολόκληρη την οικονομία. Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες, η μεταποίηση, οι μεταφορές, ο τουρισμός και το λιανεμπόριο βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένα λειτουργικά έξοδα, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια κερδοφορίας και ενισχύει την πίεση για νέες αυξήσεις τιμών.
Για τα νοικοκυριά, η επιβάρυνση είναι διπλή. Από τη μία πλευρά αυξάνονται οι δαπάνες για καύσιμα και μετακινήσεις και, από την άλλη, ενισχύεται η πιθανότητα υψηλότερων λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας κατά τους επόμενους μήνες, καθώς το ακριβότερο φυσικό αέριο μεταφέρεται σταδιακά στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής. Εφόσον η γεωπολιτική κρίση παραταθεί και η Ευρώπη αναγκαστεί να γεμίσει τις αποθήκες φυσικού αερίου σε ιδιαίτερα υψηλές τιμές, το ενεργειακό κόστος ενδέχεται να παραμείνει αυξημένο καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα, επιβραδύνοντας την οικονομική ανάπτυξη και δυσχεραίνοντας την προσπάθεια αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού τόσο στη χώρα μας όσο και συνολικά στην Ευρωζώνη.
Πηγή: capital.gr




