Η απόφαση της Βουλής να άρει την ασυλία της προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωής Κωνσταντοπούλου, δεν αποτελεί ούτε πολιτική καταδίκη ούτε δικαίωση του μηνυτή. Αποτελεί, όμως, κάτι εξαιρετικά σημαντικό, την αναγνώριση ότι μια υπόθεση πρέπει να εξεταστεί από τη φυσική της έδρα, τη Δικαιοσύνη.
Στη δημόσια τοποθέτησή της, η κ. Κωνσταντοπούλου επέλεξε να μετατρέψει μια συγκεκριμένη μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση σε μια συνολική πολιτική αφήγηση περί οργανωμένης επίθεσης εναντίον της. Στην ίδια ομιλία συνέδεσε τη μήνυση με τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις υποκλοπές και άλλες υποθέσεις υψηλής πολιτικής έντασης. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναπάντητο, ποια είναι η σχέση αυτών των υποθέσεων με την ουσία της συγκεκριμένης μήνυσης;
Η υπόθεση που καλείται να εξετάσει η Δικαιοσύνη είναι σαφής. Ο Αχιλλέας Νταβέλης υποστηρίζει ότι θίχτηκε από δημόσιες αναφορές της προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας και προσέφυγε στα δικαστήρια ζητώντας να κριθεί αν υπήρξε συκοφαντική δυσφήμιση. Πρόκειται για δικαίωμα που διαθέτει κάθε Έλληνας πολίτης, ανεξάρτητα από την επαγγελματική ή κοινωνική του ιδιότητα.
Η πολιτική ιδιότητα της εναγόμενης δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι σε κάθε δικαστικό έλεγχο. Το Σύνταγμα προστατεύει τη βουλευτική ασυλία για την ανεξάρτητη άσκηση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων, όχι ως μηχανισμό αποκλεισμού της Δικαιοσύνης όταν τίθενται ζητήματα προσβολής της προσωπικότητας τρίτων. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο προβλέπεται η διαδικασία άρσης της ασυλίας.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι, αντί να αναπτύξει νομικά επιχειρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, η κ. Κωνσταντοπούλου επέλεξε να αποδώσει πολιτικά κίνητρα στον μηνυτή, επικαλούμενη προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις. Όμως, ακόμη και αν υπάρχουν τέτοιες σχέσεις, αυτές δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη οργανωμένης πολιτικής δίωξης. Στο κράτος δικαίου, οι ισχυρισμοί απαιτούν αποδείξεις και όχι υπαινιγμούς.
Το ίδιο ισχύει και για τη σύνδεση της μήνυσης με άλλες πολιτικές υποθέσεις. Η επίκληση σοβαρών εθνικών θεμάτων δεν απαντά στο βασικό ερώτημα που θα εξετάσει το δικαστήριο, αν οι συγκεκριμένες δημόσιες αναφορές ήταν ακριβείς, αν τεκμηριώνονταν και αν υπερέβησαν τα όρια της νόμιμης πολιτικής κριτικής.
Η δημόσια ζωή απαιτεί αυστηρή κριτική. Απαιτεί όμως και υπευθυνότητα. Η ελευθερία του πολιτικού λόγου είναι θεμελιώδης, αλλά δεν είναι απεριόριστη. Όταν διατυπώνονται ισχυρισμοί που μπορούν να επηρεάσουν την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική υπόσταση ενός προσώπου, υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα δικαστικής προστασίας. Αυτό δεν συνιστά φίμωση της πολιτικής έκφρασης· αποτελεί βασική αρχή κάθε δημοκρατικού κράτους.
Η άρση της ασυλίας, επομένως, δεν είναι νίκη ή ήττα κανενός. Είναι η απόφαση να αφεθεί η Δικαιοσύνη να επιτελέσει τον θεσμικό της ρόλο. Αν οι ισχυρισμοί της κ. Κωνσταντοπούλου είναι πλήρως τεκμηριωμένοι, αυτό θα αναδειχθεί ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων. Αν, αντίθετα, κριθεί ότι υπήρξε υπέρβαση των ορίων του νόμου, η απόφαση θα ληφθεί επίσης από τη Δικαιοσύνη και όχι από την πολιτική αντιπαράθεση.
Σε μια περίοδο κατά την οποία ο δημόσιος διάλογος χαρακτηρίζεται από ένταση και ακραία πόλωση, η προσφυγή στους θεσμούς δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως πολιτική εκδίκηση χωρίς συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς προϋποθέτει ότι όλες οι πλευρές αποδέχονται τον δικαστικό έλεγχο όταν αυτός προβλέπεται από τον νόμο.
Η Δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν μια υπόθεση οδηγείται στα δικαστήρια. Δοκιμάζεται όταν επιχειρείται να υποκατασταθεί η κρίση των δικαστών από την πολιτική ρητορική. Και τελικά, η μόνη απάντηση που έχει πραγματική αξία είναι εκείνη που θα δοθεί με αποδείξεις, επιχειρήματα και δικαστική κρίση, όχι με χαρακτηρισμούς και πολιτικές καταγγελίες.
Δήλωση Αχιλλέα Νταβέλη
«Η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να γίνεται με όρους εντυπώσεων, υπαινιγμών και στοχοποίησης ανθρώπων που υπηρετούν καθημερινά την κοινωνία. Ο χώρος της Υγείας δεν είναι πεδίο για πολιτικά παιχνίδια. Το ANIMUS δεν είναι ένας τίτλος σε μια αντιπαράθεση, αλλά ένας οργανισμός με πραγματικό έργο, με ανθρώπους που εργάζονται με ευθύνη και με ασθενείς που δίνουν τη δική τους μάχη για να επιστρέψουν στη ζωή.
Η αλήθεια δεν διαμορφώνεται από την ένταση μιας πολιτικής δήλωσης ούτε από τη δύναμη ενός μικροφώνου. Κρίνεται από τα στοιχεία, τα γεγονότα και το έργο που αφήνει πίσω του κάθε άνθρωπος. Σεβόμαστε τον θεσμικό ρόλο κάθε πολιτικού προσώπου, αλλά ο σεβασμός στη δημοκρατία απαιτεί και σεβασμό στην πραγματικότητα. Η λάσπη δεν μπορεί να ακυρώσει μια διαδρομή ετών προσφοράς στην Υγεία και την Αποκατάσταση. Εμείς θα συνεχίσουμε να απαντάμε με το έργο μας. Γιατί στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι οι κραυγές, αλλά οι άνθρωποι που βοηθήθηκαν.»

