Τον κώδωνα του κινδύνου για τις γεωπολιτικές εντάσεις, την παρατεταμένη αβεβαιότητα εν μέσω προεκλογικής περιόδου κρούει ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας.
Στο ίδιο μήκος κύματος και το μήνυμα του πρόεδρου του Δ.Σ. του ΙΟΒΕ, Γιάννη Ρέτσου όπου επεσήμανε ότι υπάρχουν επιδράσεις στην ελληνική οικονομία από τη νέα αστάθεια στον Περσικό Κόλπο, καθώς και από το ότι η χώρα μπαίνει σε προεκλογικό τοπίο.
Για το 2026 το ΙΟΒΕ διατηρεί την εκτίμησή του για ανάπτυξη 1,8%
Στην τριμηνιαία έκθεση για την ελληνική οικονομία ο κ., Βέττας επεσήμανε το ρόλο της παρατεταμένης αβεβαιότητας και την ανάγκη για δύσκολες επιλογές μεσοπρόθεσμα.
Μεταξύ άλλων, τόνισε ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή παραμένει επικίνδυνη και εύθραυστη, με επιπτώσεις στις αγορές ενέργειας και τις αλυσίδες εφοδιασμού.
Δεν παράλειψε να αναφέρει ότι αυξανόμενο μέρος της παγκόσμιας χρηματοδότησης και των επενδύσεων κατευθύνεται γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, με αβέβαιες επιδράσεις στην υπόλοιπη οικονομία και τις αγορές, συμπεριλαμβάνοντας την ζήτηση σε ενέργεια.
Για την πορεία της ελληνικής οικονομίας υπογράμμισε ότι η θετική πορεία της μεσοπρόθεσμα δεν είναι διασφαλισμένη, αλλά εξαρτάται από τις επιλογές οικονομικής πολιτικής, ιδίως εν μέσω της προεκλογικής περιόδου και πρόσθεσε ότι η συνολική ζήτηση στην ελληνική οικονομία έχει τρέξει γρηγορότερα από την προσφορά μετά την κρίση χρέους, ασκώντας πιέσεις στις τιμές με συνέπειες στα πραγματικά εισοδήματα και στο εξωτερικό ισοζύγιο.
Επίσης ο κ. Βέττας σημείωσε ότι κομβική για την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης παραμένει η ενίσχυση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, διαμέσου της κατάλληλης επιλογής προτεραιοτήτων οικονομικής πολιτικής.
Οι εκτιμήσεις ΙΟΒΕ
Για το 2026, το ΙΟΒΕ διατηρεί την εκτίμησή του για ανάπτυξη 1,8%, ενώ για το 2027 προβλέπει ελαφρά επιτάχυνση της μεγέθυνσης στο 2,0%.
Κινητήριος μοχλός αναμένεται να παραμείνει η ιδιωτική κατανάλωση – με προβλεπόμενη άνοδο 1,6% το 2026 και 1,9% το 2027 – στηριζόμενη στην ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος μέσω της ανάκαμψης της απασχόλησης, των αυξήσεων των μισθών, των φορολογικών ελαφρύνσεων και των μέτρων ενεργειακής στήριξης.
Η δημόσια κατανάλωση εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 2,0% και 1,4% τα δύο έτη αντίστοιχα.
Οι επενδύσεις θα διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, καθώς το ΤΑΑ εισέρχεται στην τελική φάση υλοποίησής του, με πρόσθετη στήριξη από την ισχυρή πιστωτική επέκταση, το ενισχυμένο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και τις αυξημένες εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων.
Οι πάγιες επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν κατά 7,6% το 2026 και 8,5% το 2027, με τις ιδιωτικές επενδύσεις να διαδέχονται σταδιακά τη δυναμική των δημοσίων καθώς ολοκληρώνεται το ΤΑΑ.
Οι κυριότεροι κίνδυνοι για την επενδυτική δυναμική συνίστανται στον συστηματικά υψηλότερο πληθωρισμό έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης, ο οποίος διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα, στο ενδεχόμενο επιβράδυνσης του μεταρρυθμιστικού προγράμματος ενόψει της προεκλογικής περιόδου, και σε πιθανές καθυστερήσεις στην απορρόφηση και αξιοποίηση των πόρων του ΤΑΑ.

Το εξωτερικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα διευρυνθεί περαιτέρω τη διετία 2026-2027, κυρίως λόγω της ανόδου των εισαγωγών που τροφοδοτεί η υψηλής εισαγωγικής έντασης επενδυτική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις του πολέμου στο διεθνές εμπόριο: οι εισαγωγές προβλέπεται να αυξηθούν κατά 3,0% το 2026 και 4,2% το 2027, ταχύτερα από τις εξαγωγές, 2,0% και 2,5% αντίστοιχα.
Στο α’ τρίμηνο του 2026 το ποσοστό ανεργίας ανέκοψε την πτωτική του πορεία, παρουσιάζοντας μικρή αύξηση στο 10,6% από 10,4% ένα έτος νωρίτερα. Δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών,
επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες καθώς και ο τομέας της μεταποίησης κατέγραψαν τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο στην απασχόληση.
Στα θετικά, το ποσοστό απασχόλησης του ηλικιακά ενεργού πληθυσμού αυξήθηκε σε ετήσια βάση, μειώνοντας την απόκλιση από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Αντίστοιχα, η συμμετοχή στην εργασία παρουσίασε άνοδο, ενώ ο δείκτης μισθολογικού κόστους συνέχισε την αυξητική του τάση ετησίως αλλά και συγκριτικά με το προηγούμενο τρίμηνο.
Οι παρατεταμένες πολεμικές επιχειρήσεις και οι εύθραυστες εκεχειρίες στη Μέση Ανατολή, με νέα επεισόδια έντασης να καταγράφονται στις αρχές Ιουλίου, επανέφερε πληθωριστικές πιέσεις, κυρίως μέσα από αυξήσεις στις τιμές ενέργειας
Ειδικό πλαίσιο ανάλυσης αποτυπώνει τη διαχρονική εξέλιξη στο μερίδιο των «ανενεργών» νέων, δηλαδή εκείνων που είναι εκτός απασχόλησης και προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης. Η περαιτέρω μείωση της ανεργίας αναμένεται βραδύτερη, καθώς η κυκλική ανεργία είναι ήδη σημαντικά περιορισμένη.
Η απασχόληση αναμένεται να ενισχυθεί ηπιότερα το 2026 και το 2027, λόγω της ανοδικής τάσης σε κατανάλωση, επενδύσεις, εξαγωγές και σε επιμέρους τομείς της βιομηχανίας και των υπηρεσιών. Το ποσοστό ανεργίας, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, αναμένεται να διαμορφωθεί στην περιοχή του 8,7% το 2026 και 8,2% το 2027.
Ο ρυθμός μεταβολής του εγχώριου ΔΤΚ διαμορφώθηκε στο 4% το α’ εξάμηνο του 2026 (3,8% για τον ΕνΔΤΚ), από άνοδο 2,5% (2,9% για τον ΕνΔΤΚ) κατά το προηγούμενο έτος. Η ενίσχυση του
πληθωρισμού ήταν ισχυρότερη κατά το β’ τρίμηνο, με τον ΔΤΚ να αυξάνεται κατά σχεδόν 5% (4,4% για τον ΕνΔΤΚ) σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης 3% (3,2% για τον ΕνΔΤΚ) κατά το α’ τρίμηνο.
Ενίσχυση των τιμών παρατηρήθηκε τόσο σε κλάδους αγαθών, όπως η διατροφή, όσο και υπηρεσιών, όπως η διαμονή και η εστίαση, η στέγαση, και οι μεταφορές, ως απόρροια της αύξησης των τιμών ενέργειας, λόγω του πολέμου ΗΠΑ – Ιράν. Σχετικά με την εξέλιξη του πληθωρισμού, το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι οι τιμές θα κινηθούν σε εντονότερα ανοδική τροχιά, με ρυθμό πληθωρισμού στην περιοχή του 3,7% το 2026, κυρίως λόγω της ενίσχυσης της τιμής των ενεργειακών αγαθών, καθώς και των δευτερογενών επιδράσεων τους στις αλυσίδες παραγωγής, λόγω του πολέμου στην Μέση Ανατολή.
Εάν η συμφωνηθείσα εκεχειρία παραμείνει σε ισχύ, οδηγώντας ίσως σε μια μόνιμη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ – Ιράν, και οι μειωμένες τιμές ενέργειας διατηρηθούν, προβλέπεται σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού το 2027 στην περιοχή του 2,7%. Ωστόσο, η αβεβαιότητα γύρω από την εξέλιξη των τιμών είναι ιδιαίτερα έντονη, με μία πιθανή ανάφλεξη των πολεμικών συγκρούσεων να αναμένεται να ασκήσει περαιτέρω θετικές πιέσεις στις τιμές.
Η παγκόσμια οικονομία
Για την παγκόσμια οικονομία αναφέρει ότι παρουσιάζει ανθεκτικότητα εν μέσω γεωπολιτικών συγκρούσεων, καθώς συνέχισε να μεγεθύνεται το α΄ τρίμηνο του 2026, με τον ρυθμό ανάπτυξης να ενισχύεται ελαφρώς.
Οι οικονομίες των χωρών του ΟΟΣΑ αναπτύχθηκαν με ετήσιο ρυθμό 1,7% το πρώτο τρίμηνο, από 1,6% το προηγούμενο τρίμηνο, αλλά χαμηλότερα από το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025 (1,8%).


Οι παρατεταμένες πολεμικές επιχειρήσεις και οι εύθραυστες εκεχειρίες στη Μέση Ανατολή, με νέα επεισόδια έντασης να καταγράφονται στις αρχές Ιουλίου, επανέφερε πληθωριστικές πιέσεις, κυρίως μέσα από αυξήσεις στις τιμές ενέργειας, καθώς και καθοδικούς κινδύνους στον ρυθμό μεγέθυνσης για το τρέχον έτος.
Οι κεντρικές τράπεζες των κυριότερων οικονομιών προχωρούν σε στοχευμένες προσαρμογές της νομισματικής τους πολιτικής, ισορροπώντας μεταξύ συγκράτησης του πληθωρισμού και στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας.
Η οικονομία της ευρωζώνης
Η οικονομία της Ευρωζώνης κατέγραψε ετήσια μεγέθυνση +0,3% το πρώτο τρίμηνο του 2026, από +1,2% το προηγούμενο τρίμηνο.

Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αναμένεται να ανέλθει στο 3,0% το 2026 και να υποχωρήσει στο 2,3% το 2027
Οι αντίστοιχοι ρυθμοί μεγέθυνσης για την ΕΕ ήταν +0,7% και +1,4%. Βάσει των πλέον πρόσφατων εκτιμήσεων (Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Μάιος 2026), η οικονομία της Ευρωζώνης προβλέπεται να αναπτυχθεί με ρυθμό +0,9% το 2026 και +1,2% το 2027, ενώ αυτή της ΕΕ με ρυθμό +1,1% το 2026 και +1,4% το 2027, που αποτελούν αναθεωρήσεις προς τα κάτω σε σχέση με τις φθινοπωρινές προβλέψεις.
Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αναμένεται να ανέλθει στο 3,0% το 2026 και να υποχωρήσει στο 2,3% το 2027 ενώ στην ΕΕ αναμένεται να διαμορφωθεί σε 3,1% το 2026 και 2,4% το 2027. Η ΕΚΤ αύξησε τον Ιούνιο τα βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης, για πρώτη φορά από το 2023.
Η εμπόλεμη σύρραξη στη Μέση Ανατολή έχει σοβαρές επιπτώσεις για την Ευρωπαϊκή οικονομία, κυρίως μέσω της αυξητικής πίεσης στις τιμές των ενεργειακών αγαθών καθώς και της επίδρασης στην αγροτική παραγωγή και βιομηχανία έντασης ενέργειας.
Πηγή: ot.gr





