Το μήνυμα ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, παρά την τουρκική εισβολή και κατοχή, όχι μόνο άντεξε αλλά εξελίχθηκε σε ένα ισχυρό, αξιόπιστο και ισότιμο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διατηρώντας αταλάντευτο τον στόχο της απελευθέρωσης και της επανένωσης, ανέδειξε ο Γενικός Πρόξενος της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη, Κωνσταντίνος Πολυκάρπου, στην εκδήλωση Μνήμης και Καταδίκης του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής, που πραγματοποιήθηκε, σήμερα, στη Σκύδρα με πρωτοβουλία του Συλλόγου Κυπρίων Νομού Πέλλας.
Ο κ. Πολυκάρπου χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντικές τις εκδηλώσεις μνήμης, επισημαίνοντας ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της διατήρησης της ιστορικής συνείδησης και της συνέχισης του εθνικού αγώνα. Όπως ανέφερε, κάθε ανάλογη διοργάνωση “ενεργοποιεί τη Μνήμη για τη συλλογική μας εθνική οφειλή για τη συνέχιση του αδιαλείπτου αγώνα για απελευθέρωση και επανένωση της Κύπρου”.
Αναφερόμενος στη συμπλήρωση 52 χρόνων από το πραξικόπημα και τη βάρβαρη τουρκική εισβολή του 1974, υπογράμμισε ότι “περισσότερο από μισό αιώνα μετά ο κυπριακός λαός εξακολουθεί να βιώνει τις συνέπειες της παράνομης κατοχής του 37% της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενός κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Εθνών”.
Όπως τόνισε, η Τουρκία εξακολουθεί “να απαγορεύει την επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια και τις περιουσίες τους, ενώ συνεχίζει να αρνείται την πρόσβαση στα αρχεία του κατοχικού στρατού για τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων Ελληνοκυπρίων και Ελλαδιτών”. Πρόκειται, όπως είπε, για “την πιο ανθρωπιστική πτυχή του Κυπριακού προβλήματος”, η διερεύνηση της οποίας αποτελεί “προμετωπίδα του αγώνα μας”.
Παράλληλα, τόνισε ότι συνεχίζεται “η καταπάτηση των βασικών ελευθεριών και θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών όλων των νόμιμων κατοίκων της Κύπρου (συμπεριλαμβανομένων και των Τ/Κ), όπως το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης και εγκατάστασης όπως έχουν όλοι οι ευρωπαίοι πολίτες” και “διευρύνεται ο εποικισμός, η αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα της Κύπρου, ενώ οι κατοχικές δυνάμεις έχουν προβεί σε μαζικές διώξεις πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας, των εγκλωβισμένων μας στις κατεχόμενες περιοχές, διά μέσου των ετών”.
Όπως υπογράμμισε, η Τουρκία είναι υπόλογη “για ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στη μεταπολεμική ιστορία της Ευρώπης”, τόσο για τη δολοφονία χιλιάδων αμάχων και στρατευσίμων όσο και για την καταστροφή μνημείων που αποτελούσαν πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας. Ο Γενικός Πρόξενος επανέλαβε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία συνεχίζει να καταγγέλλει την Τουρκία σε όλα τα διεθνή φόρα για τις κατάφωρες παραβιάσεις του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, καθώς και του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, εις βάρος της κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Στο σημείο αυτό ανέδειξε το βασικό μήνυμα της παρέμβασής του, τονίζοντας ότι, παρά τις συνέπειες της εισβολής και της κατοχής, “η Κυπριακή Δημοκρατία επεβίωσε νομικά και πολιτικά και συνεχίζει τον αγώνα για την απελευθέρωση από την κατοχή και την επανένωση του νησιού μας”. Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι η χώρα “προήδρευε μέχρι προσφάτως του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ισότιμο κράτος-μέλος”, επισημαίνοντας ότι η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 αποτέλεσε “τη μεγαλύτερη εθνικής σημασίας επιτυχία από το 1974”, η οποία κατέστη δυνατή “με την καταλυτική αρωγή της Ελλάδας, του ελληνικού λαού και της Βουλής των Ελλήνων”, για την οποία η Κύπρος παραμένει διαχρονικά ευγνώμων. Παράλληλα, εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα συνεχίσει “να επιβιώνει, να παλεύει, να δημιουργεί και να είναι νησίδα σταθερότητας και ευημερίας και χρήσιμος εταίρος στην Ανατολική Μεσόγειο”.
Όπως ανέφερε ο κ. Πολυκάρπου, η χώρα ισχυροποιείται διαρκώς και απολαμβάνει τη στήριξη φίλων και εταίρων, “με πρώτη και πιο ανιδιοτελή την Ελλάδα”. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε στις πρόσφατες ελληνικές πρωτοβουλίες ενίσχυσης της άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στην αποστολή της φρεγάτας “Κίμων” και μαχητικών αεροσκαφών, αλλά και στην απόφαση του ΚΥΣΕΑ για την παραμονή τους στην Κύπρο “για όσο χρειαστεί”.
Όπως είπε, η εξέλιξη αυτή απέδειξε έμπρακτα τη διαχρονική στήριξη της Ελλάδας προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στον ευρωπαϊκό ρόλο της Κύπρου, σημειώνοντας ότι η παρουσία της στην Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται στη βούληση της χώρας να λειτουργεί ως “έντιμος και χρήσιμος μεσολαβητής”.
Όπως ανέφερε ο Γενικός Πρόξενος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Λευκωσία προώθησε ζητήματα υψηλής προτεραιότητας για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως η ευρωπαϊκή άμυνα, η ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών, η αντιμετώπιση των υβριδικών απειλών, η διαχείριση του μεταναστευτικού, η κυβερνοασφάλεια και η οικονομικά προσιτή στέγη, παρουσιάζοντας απτά αποτελέσματα που έχουν ήδη αναγνωριστεί από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ξεχώρισε επίσης τη συζήτηση για τη ρήτρα αμοιβαιότητας στην ευρωπαϊκή άμυνα, επισημαίνοντας ότι η άμεση ενίσχυση της Κύπρου από την Ελλάδα δημιούργησε ένα σημαντικό προηγούμενο, ανοίγοντας τον δρόμο και για άλλα κράτη να συμβάλουν στην ασφάλεια κράτους-μέλους που αντιμετωπίζει απειλές.
Ο κ. Πολυκάρπου επισήμανε ακόμη ότι η πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε συνδυασμό με την ισχυρή οικονομία της, ενισχύει διαρκώς τις σχέσεις της με στρατηγικούς εταίρους τόσο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, του Περσικού Κόλπου, της Ινδίας και των υπερατλαντικών δυνάμεων, με στόχο την ενίσχυση του διπλωματικού αποτυπώματος της χώρας.
Όσον αφορά το Κυπριακό, υπογράμμισε ότι χρέος της Κυπριακής Δημοκρατίας παραμένει “η απαλλαγή από την κατοχή και η απελευθέρωση της πατρίδας μας”, με στόχο όλοι οι Κύπριοι, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα και συνθήκες ασφάλειας όπως όλοι οι Ευρωπαίοι πολίτες. Όπως είπε, η κυβέρνηση του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη εργάζεται εντατικά για τη δημιουργία των προϋποθέσεων επανέναρξης των διαπραγματεύσεων, στη βάση των αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών, του διαπραγματευτικού κεκτημένου και των αρχών και αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα, εξέφρασε την πεποίθηση ότι οι πρωτοβουλίες της κυπριακής πλευράς έχουν ήδη συμβάλει στον τερματισμό του πολυετούς αδιεξόδου και στη δημιουργία προοπτικών για επανέναρξη των συνομιλιών, εκφράζοντας αισιοδοξία για θετικές εξελίξεις. Κλείνοντας την ομιλία του, ο Γενικός Πρόξενος διαμήνυσε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν συμβιβάζεται με το σημερινό στάτους κβο, ούτε αποδέχεται τα τετελεσμένα της εισβολής και της κατοχής. “Δεν συμβιβαζόμαστε ούτε με τα τετελεσμένα της εισβολής, ούτε αποδεχόμαστε πολιτικό και εδαφικό ακρωτηριασμό της πατρίδας μας. Δεν θα δεχθούμε να συζητήσουμε ποτέ τη νομιμοποίηση της παρανομίας”, τόνισε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η αναφορά του στους περίπου 45 μαχητές της ΕΛΔΥΚ από την Πέλλα που πολέμησαν στην Κύπρο το 1974, καθώς και στους ήρωες Γεώργιο Ρούση, Κωνσταντίνο Τσιτιρίδη και Θεόδωρο Χαραλαμπίδη, υπογραμμίζοντας ότι η περιοχή έχει προσφέρει περισσότερους αγωνιστές για την ελευθερία της Κύπρου από κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας.
Ολοκληρώνοντας, παρέπεμψε στα λόγια του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκου Χριστοδουλίδη από το βήμα της Βουλής των Ελλήνων, ότι “η απελευθέρωση και η επανένωση της Κύπρου είναι το τάμα που ενώνει όλους μας, σε Κύπρο και Ελλάδα”, υπογραμμίζοντας ότι η θυσία όσων αγωνίστηκαν για τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη και την Ελευθερία δεν επιτρέπει καμία αποδοχή μιας λύσης που θα νομιμοποιεί τα τετελεσμένα της κατοχής.
Πηγή: capital.gr
