Του Χάρη Φλουδόπουλου
Με ιδιαίτερη προσοχή παρακολουθεί η κυβέρνηση τις εξελίξεις στην αγορά φυσικού αερίου, καθώς διαπιστώνει ότι παρά την αποκλιμάκωση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή, οι τιμές του TTF παραμένουν σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από εκείνα που ανέμενε η αγορά. Ωστόσο, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή καμία συζήτηση για επαναφορά επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς η εικόνα της χονδρεμπορικής αγοράς δεν δικαιολογεί προς το παρόν μια τέτοια παρέμβαση.
Όπως εξηγούν οι ίδιες πηγές, η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού κινείται τον Ιούλιο κοντά στα 113 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επίπεδο αντίστοιχο με εκείνο που επικρατούσε αρκετούς μήνες κατά τη διάρκεια του περασμένου χειμώνα. Παράλληλα, οι τιμές στις γειτονικές αγορές παραμένουν επίσης υψηλές, με τη Βουλγαρία να βρίσκεται σε αντίστοιχα επίπεδα και τη Ρουμανία και την Ουγγαρία να καταγράφουν ακόμη υψηλότερες τιμές, στοιχείο που δείχνει ότι η πίεση είναι περιφερειακή και όχι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο.
Κυβερνητικά στελέχη επισημαίνουν ότι η εικόνα της αγοράς ηλεκτρισμού έχει επιβαρυνθεί κυρίως από τη σημαντική υποχώρηση της αιολικής παραγωγής. Ενώ πριν από λίγες εβδομάδες οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας παρήγαγαν ημερησίως 120 έως 130 GWh, πλέον η παραγωγή έχει περιοριστεί στις 70 έως 80 GWh, εξαιτίας των ασθενών ανέμων. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει τη συμμετοχή των μονάδων φυσικού αερίου στο ενεργειακό μείγμα και οδηγεί σε υψηλότερες τιμές στη χονδρική αγορά.
Την ίδια στιγμή, η αυξημένη τουριστική κίνηση και η έντονη χρήση κλιματιστικών έχουν ανεβάσει αισθητά τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με κυβερνητικές εκτιμήσεις, η κατανάλωση εμφανίζεται αυξημένη κατά περίπου 20% τις τελευταίες εβδομάδες, όχι λόγω ακραίου καύσωνα αλλά κυρίως εξαιτίας της θερινής τουριστικής δραστηριότητας.
Παρά την επιδείνωση των συνθηκών, κυβερνητικές πηγές ξεκαθαρίζουν ότι δεν υπάρχει εισήγηση ούτε έχει ξεκινήσει οποιαδήποτε συζήτηση για κρατική επιδότηση των πράσινων τιμολογίων. Όπως επισημαίνουν, η σημερινή εικόνα της αγοράς απέχει σημαντικά από τις συνθήκες που επικράτησαν σε προηγούμενες περιόδους κρίσης, όταν η χονδρεμπορική τιμή είχε εκτιναχθεί ακόμη και πάνω από τα 150 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Επιπλέον, υπογραμμίζεται ότι η επίδραση της χονδρεμπορικής τιμής στους τελικούς λογαριασμούς δεν είναι γραμμική, καθώς όταν αυξάνεται η τιμή στην αγορά επόμενης ημέρας, συχνά περιορίζεται το κόστος εξισορρόπησης, γεγονός που λειτουργεί αντισταθμιστικά στη διαμόρφωση των τελικών τιμολογίων προμήθειας. Για τον λόγο αυτό, όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι ίδιες πηγές, δεν μπορεί να αξιολογείται η ανάγκη επιδότησης αποκλειστικά με βάση τη μέση τιμή της χονδρικής αγοράς.
Εκεί όπου εντοπίζεται ο μεγαλύτερος προβληματισμός αφορά την ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου. Παρά την εκεχειρία στη Μέση Ανατολή και τη σημαντική αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών πετρελαίου, το ολλανδικό συμβόλαιο TTF εξακολουθεί να κινείται κοντά στα 48-49 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επίπεδο αισθητά υψηλότερο από εκείνο που θεωρούσε πιθανό η ελληνική πλευρά μετά την αποκλιμάκωση της κρίσης. Κυβερνητικές πηγές σημειώνουν ότι ανέμεναν η αγορά να κινηθεί προς τα επίπεδα των 30 ευρώ, εξέλιξη που τελικά δεν επιβεβαιώθηκε.
Η ανησυχία εντείνεται από το γεγονός ότι η καμπύλη των προθεσμιακών συμβολαίων δεν δίνει σήμερα κίνητρο για αποθήκευση φυσικού αερίου. Με τις τιμές του επόμενου χειμώνα να διαμορφώνονται ακόμη και χαμηλότερα από τις σημερινές, οι εμπορικές εταιρείες δεν έχουν οικονομικό λόγο να αγοράσουν αέριο τώρα, να επιβαρυνθούν με το κόστος αποθήκευσης και να το διαθέσουν αργότερα. Το γεγονός αυτό δυσκολεύει τον ρυθμό πλήρωσης των ευρωπαϊκών αποθηκών και αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους ανησυχίας για τις Βρυξέλλες.
Στο επίκεντρο βρίσκονται κυρίως χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, οι οποίες εμφανίζουν καθυστερήσεις στην αναπλήρωση των αποθεμάτων φυσικού αερίου. Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται σε συνεχή επαφή με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αξιολογώντας την πορεία των αποθεμάτων και τις πιθανές επιπτώσεις στην αγορά ενόψει του χειμώνα.
Παράλληλα, κυβερνητικά στελέχη εκτιμούν ότι η Ελλάδα έχει αρχίσει να επηρεάζεται περισσότερο από τις εξελίξεις στις αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η εξασθένηση των εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας και η ισχυρότερη διασύνδεση με τις αγορές της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας έχουν περιορίσει το πλεονέκτημα που είχε αποκτήσει η ελληνική αγορά τους προηγούμενους μήνες, όταν οι υψηλές εξαγωγές λειτουργούσαν ως “βαλβίδα εκτόνωσης” των εγχώριων τιμών.
Το γενικό συμπέρασμα που διατυπώνεται από κυβερνητικές πηγές είναι ότι η κατάσταση δεν προκαλεί πανικό, αλλά απαιτεί στενή παρακολούθηση. Οι τιμές έχουν επιστρέψει στα επίπεδα του χειμώνα και όχι στα ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα της άνοιξης, ενώ οι εξελίξεις στην αγορά φυσικού αερίου, η πορεία των ευρωπαϊκών αποθηκών και οι καιρικές συνθήκες θα αποτελέσουν τους βασικούς παράγοντες που θα καθορίσουν την πορεία των τιμών τους επόμενους μήνες. Προς το παρόν, πάντως, το ενδεχόμενο νέας επιδότησης των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας δεν βρίσκεται στο τραπέζι.
Πηγή: capital.gr




