Ο σχεδιασμός μιας δολοφονίας σε αποθήκη πατάτας. Δεκάδες χιλιάδες ευρώ παραδόθηκαν μέσα σε έναν καφέ φάκελο.
Η δίκη του Γιόργκεν Φένεκ, 44 ετών και κληρονόμου μεγάλης κτηματομεσιτικής αυτοκρατορίας στη Μάλτα, φέρνει στο φως λεπτομέρειες για το πώς σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε η δολοφονία, με παγιδευμένο αυτοκίνητο, της δημοσιογράφου Ντάφνι Καρουάνα Γκαλίσια που ερευνούσε υποθέσεις διαφθοράς.
Η έναρξη της δίκης σε δικαστήριο της Βαλέτας αποτελεί μια εξέλιξη που πολλοί φοβούνταν ότι δεν θα συνέβαινε ποτέ, έπειτα από πολυάριθμες καθυστερήσεις και δικονομικά ζητήματα.
Ο Φένεκ συνελήφθη το 2019 στο γιοτ του, καθώς φέρεται να προσπαθούσε να διαφύγει από τη Μάλτα, αφού το όνομά του είχε συσχετιστεί με τη δολοφονία, η οποία είχε διαπραχθεί δύο χρόνια νωρίτερα.
Στο κατηγορητήριο κατονομάζεται ως «ενορχηστρωτής του σχεδίου», αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για συνέργεια σε ανθρωποκτονία και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.
Είναι ο τελευταίος από τους επτά άνδρες που οδηγούνται σε δίκη για τη δολοφονία που συγκλόνισε τη χώρα. Ο γενικός εισαγγελέας ζητά ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία με πρόθεση και έως 30 χρόνια κάθειρξης για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Ο Φένεκ αρνείται όλες τις κατηγορίες.
Ελιγμός διά του Συνταγματικού Δικαστηρίου
Η υπόθεση λίγο έλειψε να μπει εκ νέου στον πάγο, λίγες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη έναρξή της. Σε προσφυγή που κατέθεσε στο Συνταγματικό Δικαστήριο στις 25 Ιουνίου, ο Φένεκ υποστήριξε ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, εξαιτίας της φερόμενης εγκατάστασης συσκευής παρακολούθησης σε αίθουσα συναντήσεων της φυλακής, όπου συνομιλούσε με τους δικηγόρους του. Το δικαστήριο συμφώνησε να εξετάσει την προσφυγή του, ωστόσο απέρριψε το αίτημά του για αναστολή της κύριας δίκης και προχώρησε κανονικά στην επιλογή των ενόρκων την 1η Ιουλίου.
Η έναρξη της δικαστικής διαδικασίας αποδείχθηκε δύσκολη, λόγω ανησυχιών για την έντονη δημοσιότητα και τον πιθανό αντίκτυπό της στο σώμα των ενόρκων. Οι δύο πλευρές χρειάστηκαν πέντε ώρες για να συμφωνήσουν στην επιλογή των ενόρκων, ενώ οι αρχές αναγκάστηκαν να παρέμβουν, όταν αναπληρωματικός ένορκος λιποθύμησε, καθώς η θερμοκρασία έφτασε τους 33°C. Σύμφωνα με το Ποινικό Δίκαιο της Μάλτας, οι ένορκοι θα παραμείνουν απομονωμένοι καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης, φιλοξενούμενοι σε ξενοδοχείο, χωρίς πρόσβαση σε κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές ή έξυπνα ρολόγια.
Τι υποστηρίζουν οι εισαγγελείς
Την περίοδο πριν από τη δολοφονία της, η Ντάφνι Καρουάνα Γκαλίσια ερευνούσε μια αμφιλεγόμενη συμφωνία για σταθμό παραγωγής ενέργειας που συνδεόταν με τον Φένεκ. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης της μυστικής offshore εταιρείας «17 Black», η οποία επίσης είχε αποτελέσει αντικείμενο ερευνών της δημοσιογράφου.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Φένεκ προσέγγισε αρχικά τον φίλο του και οδηγό ταξί, Μελβίν Θεούμα, ζητώντας του να οργανώσει τη δολοφονία της Καρουάνα Γκαλίσια, επειδή φοβόταν ότι επρόκειτο να δημοσιεύσει επιβαρυντικές αποκαλύψεις για τον ίδιο και έναν θείο του.
Ο Θεούμα στη συνέχεια ήρθε σε επαφή με τα αδέλφια Άλφρεντ και Τζορτζ Ντετζόρτζιο, συμφωνώντας αμοιβή 150.000 ευρώ, ποσό που, όπως υποστηρίζει, έλαβε από τον Φένεκ σε μετρητά μέσα σε έναν καφέ φάκελο. Αργότερα, ο Θεούμα έλαβε προεδρική χάρη με αντάλλαγμα την κατάθεσή του εναντίον του Φένεκ και από το 2019 τελεί υπό ειδικό καθεστώς προστασίας μαρτύρων.
Τον Ιούνιο του 2025, οι άνδρες που κατηγορήθηκαν για προμήθεια εκρηκτικών, Ρόμπερτ Άγκιους και Τζέιμι Βέλα, καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης υπό όρους. Στα αδέλφια Ντετζόρτζιο έχουν επιβληθεί ποινές 40 ετών για την τοποθέτηση και πυροδότηση της βόμβας, ενώ στον συνεργό τους, Βίνσεντ Μούσκατ, έχει επιβληθεί κάθειρξη 15 ετών.
Η κοινή γνώμη καταλογίζει ευθύνες στην κυβέρνηση
Η Καρουάνα Γκαλίσια είχε αφιερώσει χρόνια στην αποκάλυψη της διαφθοράς στα ανώτατα επίπεδα της πολιτικής και της επιχειρηματικής ζωής της Μάλτας. Η δολοφονία της προκάλεσε διεθνή κατακραυγή, στρέφοντας τα φώτα της δημοσιότητας στο κράτος δικαίου στο μικρότερο κράτος‑μέλος της ΕΕ.
Το σκάνδαλο οδήγησε τελικά τον τότε πρωθυπουργό Τζόζεφ Μούσκατ σε παραίτηση τον Ιανουάριο του 2020, εν μέσω μαζικών διαδηλώσεων που τον κατηγορούσαν ότι προστάτευε συμμάχους του από τις έρευνες.Δημόσια έρευνα το 2021 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση έφερε ευθύνη για τη δημιουργία «κλίματος ατιμωρησίας», μέσα στο οποίο οι δολοφόνοι της Καρουάνα Γκαλίσια πίστευαν ότι θα μπορούσαν να τη σκοτώσουν και να μείνουν ατιμώρητοι.
Ο σύζυγός της, οι τρεις γιοι της και οι δύο αδελφές της παρακολουθούν τη δίκη του Φένεκ, όπως έκαναν και στις προηγούμενες δίκες. Την Παρασκευή, η μικρότερη αδελφή της, Μάντι Μάλια, έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τον πόνο που προκαλεί η ακρόαση φερόμενων ηχογραφήσεων, στις οποίες ο Φένεκ επιμένει ότι η Καρουάνα Γκαλίσια δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να επιβιώσει από την επίθεση, καθώς και για τον φόβο ότι η μητέρα τους θα πεθάνει πριν οδηγηθούν όλοι οι υπεύθυνοι στη Δικαιοσύνη.
«Η δικαιοσύνη για την Ντάφνι δεν μπορεί να αργήσει άλλο», έγραψε η Μάλια. «Η Μάλτα πρέπει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων». Η δίκη αναμένεται να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες.
Πηγή: in.gr



