Οταν ακόμα αναμενόταν η επίσημη επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα με νέο κόμμα στην πολιτική σκηνή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έβγαζε προκαταβολικά από την «εργαλειοθήκη» του 2023 και του 2019 οτιδήποτε έκρινε πως θα μπορούσε να ξαναλειτουργήσει υπέρ του σε μια πιθανή νέα μονομαχία τους – είτε οι κάλπες στηθούν το 2027, όπως επιμένει δημόσια είτε οι σταθμίσεις του μετά τον Δεκαπενταύγουστο δείξουν προς έναν φθινοπωρινό εκλογικό αιφνιδιασμό. Με τα περισσότερα από αυτά κινείται και σήμερα που η ΕΛΑΣ του πρώην πρωθυπουργού καταγράφεται δεύτερο κόμμα σε όλες τις δημοσκοπήσεις: με τις διαιρετικές τομές ρεαλισμού – λαϊκισμού και αξιοπιστίας – παροχολογίας, με προαναγγελίες νέων μειώσεων φόρων μέσω ΔΕΘ, με επίκληση της διεθνούς αβεβαιότητας, με καινούργιες υποσχέσεις για «τελική» σύγκρουση με παθογένειες του βαθέος κράτους.
Η γαλάζια επιδίωξη για σκληρές συγκρίσεις στα μάτια των πολιτών – χωρίς αυτές άλλωστε εκλογές δεν γίνονται –, απαιτεί και ένα καθαρό δίπολο. Ο διπολισμός τον οποίο εμφανώς θέλει η ΝΔ βάζοντας συνεχώς τον Τσίπρα απέναντί της – τι κι αν τον «ξαναζεσταίνει» υπό άλλες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες σε σχέση με την περασμένη επταετία – φέρνει για τον Μητσοτάκη και ευκαιρίες και παγίδες, σύμφωνα με αναλυτές και με ευρήματα από τις κυλιόμενες μετρήσεις. Μέχρι πρότινος υπήρχαν τα σταθερά αλλά με αυξομειώσεις «πυρά» του Μαξίμου στον Τσίπρα για το κράτος δικαίου επί των ημερών του και για την οικονομία ή και μια χιουμοριστική αποστροφή του Πρωθυπουργού ότι θα τον επέλεγε για συνοδηγό σε αγωνιστικό αυτοκίνητο «γιατί έχει κάνει τόσες “πιρουέτες”, που, αν οδηγούσα εγώ, αποκλείεται να ζαλιζόταν».
Στη βαριά σκιά της τριπλής, φονικής εμπρηστικής επίθεσης στις πολυκατοικίες τριών στελεχών της ΝΔ διακρίνεται μια πόλωση που ξαφνικά βαθαίνει μετά την επιλογή της κυβέρνησης να υιοθετήσει πολύ υψηλούς τόνους: βαριά υπονοούμενα για τη στάση της Αριστεράς κόντρα στο νεοδημοκρατικό αφήγημα «νομιμότητα παντού» και ευθείες αναφορές στα περί ανοχής στη βία διατυπώθηκαν ακόμα και από τον Πρωθυπουργό, από κορυφαία κυβερνητικά στελέχη και πρώτα από τον γραμματέα της ΝΔ Κωνσταντίνο Κυρανάκη, παρά τη μερική αποκλιμάκωση στους τόνους του, αφού η ΕΛΑΣ επέλεξε να μη σηκώσει τους δικούς της.
Ευκαιρίες: κεντρώοι και πεπραγμένα
Πέραν της σφοδρής πολιτικής σύγκρουσης στο φόντο της επίθεσης στη Θεσσαλονίκη, που μάλιστα ξέσπασε παρότι τα κόμματα (συμπεριλαμβανομένου του κόμματος Τσίπρα) την καταδίκασαν ως «τρομοκρατική», το Μαξίμου βλέπει λόγους για να επενδύει στην αντιπαράθεση με τον πρώην πρωθυπουργό. Πρώτον, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, όπως σχολιάζουν δημοσκόποι, η ΝΔ πέτυχε μια σοβαρή τάση συσπείρωσης – μένει βεβαίως να φανεί αν αυτή η εικόνα εδραιωθεί τον Σεπτέμβριο –, κυρίως με επαναπροσέγγιση κεντρογενών ακροατηρίων. Σύμφωνα με δημοσκοπικά ευρήματα που αναλύονται στο Μαξίμου, η ΝΔ έχει προβάδισμα στους κεντρώους, έναντι του ΠΑΣΟΚ, με ποσοστό πάνω από το 21,5% που είχε δείξει το exit poll της ευρωκάλπης και με ενίσχυση σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, ενώ ενίσχυση καταγράφεται και στους κεντροδεξιούς.
Με το γαλάζιο σκεπτικό, η συμπίεση του ΠΑΣΟΚ στην τρίτη θέση ευνοεί την προσπάθεια του Μητσοτάκη να το διεμβολίσει προεκλογικά (με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις μετεκλογικές κινήσεις), με δεδομένο ότι ο ίδιος θεωρεί διεκδικήσιμους τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους στον ενδιάμεσο χώρο ΝΔ – ΠΑΣΟΚ που δεν θέλουν μια δυναμική επάνοδο Τσίπρα. Η δεύτερη «ευκαιρία» που βλέπουν στο Μαξίμου αφορά τα πεπραγμένα: μια σύγκριση προγραμμάτων αλλά και της διακυβέρνησης Μητσοτάκη με τα χρόνια του Τσίπρα στην εξουσία και μπορεί να αποδειχθεί πιο αποτελεσματική, όπως πιστεύουν, σε σχέση με την προγραμματική αντιπαράθεση με το «ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη».
Παγίδες: «σκιάχτρα» και «καναπές»
Ταυτόχρονα, υπάρχουν και γαλάζιες φωνές που ζητούν μέτρο στην παρελθοντολογία εκ μέρους της κυβέρνησης, πόσω μάλλον σε μια υπέρμετρη επαναφορά «σκιάχτρων». Πρόκειται για μία από τις παγίδες, που αναγνωρίζεται και εντός ΝΔ, εξού και δημόσια ο Μητσοτάκης φροντίζει να λέει ότι η κυβέρνηση θα κριθεί από τη δική της αποτελεσματικότητα και συνέπεια.
Οι αναλυτές το θέτουν πιο καθαρά: όσα καθορίζουν τις εκλογικές συμπεριφορές έχουν αλλάξει σε σχέση με το 2023 και το 2019 – πέραν του ότι υπάρχει η δεδομένη κυβερνητική φθορά της επταετίας και κόπωση στην κοινωνία, που δεν επιτρέπουν στη ΝΔ να ανοιχτεί εύκολα σε ευρείες δεξαμενές. Η δεύτερη, ακόμα μεγαλύτερη παγίδα, έχει να κάνει με το κατά πόσο θα μπορέσει να απευθυνθεί σε ευρύτερα ακροατήρια ένα κόμμα Τσίπρα. Ηδη οι δημοσκόποι καταγράφουν έναν στους τέσσερις πολίτες να επιλέγει κάποιο από τα καινούργια κόμματα ενώ ο Τσίπρας δείχνει σύμφωνα με δημοσκοπικά ευρήματα να κινητοποιεί με την ΕΛΑΣ προς το μέρος του ψηφοφόρους που είτε κάθισαν στον καναπέ τους το 2023 είτε είχαν επιλέξει πολύ μικρά κόμματα.
Πηγή: tanea.gr



