Της Ελευθερίας Πιπεροπούλου
Η επιστροφή Ελλήνων μεταναστών καταγράφει τα τελευταία χρόνια σημαντική άνοδο, σηματοδοτώντας μια σταδιακή αντιστροφή των εκτεταμένων εκροών που ακολούθησαν την οικονομική κρίση του 2010.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης “OECD Diaspora Review Greece”, που εκπόνησε ο ΟΟΣΑ σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ), στο πλαίσιο της σειράς “Talent Abroad” του ΟΟΣΑ, η επιστροφή μεταναστών στην Ελλάδα έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια, με τις εισροές να αυξάνονται σταθερά από το 2021 και να υπερβαίνουν πλέον τις εκροές.
Μια σημαντική καμπή καταγράφηκε το 2023, καθώς ήταν η πρώτη χρονιά κατά την οποία οι επιστροφές Ελλήνων πολιτών ξεπέρασαν τις αποχωρήσεις. Συγκεκριμένα, 46.000 Έλληνες επέστρεψαν στη χώρα, έναντι 37.000 που έφυγαν την ίδια περίοδο. Η εξέλιξη αυτή σηματοδότησε την αντιστροφή της πολυετούς τάσης καθαρών εκροών που είχε διαμορφωθεί μετά το 2010, δείχνοντας σταδιακή αλλαγή στη δυναμική των ροών ανθρώπινου κεφαλαίου προς την Ελλάδα.
Την περίοδο 2005–2010, οι αναχωρήσεις Ελλήνων στο εξωτερικό κυμαίνονταν περίπου στις 14.000–15.000 ετησίως. Ωστόσο, με την εκδήλωση της κρίσης χρέους, το μεταναστευτικό ρεύμα εντάθηκε αισθητά, φτάνοντας περίπου τις 33.000 αναχωρήσεις το 2011, ενώ την περίοδο 2012–2019 οι ετήσιες εκροές διαμορφώνονταν μεταξύ 46.000 και 56.000 ατόμων.
Από το 2020 και μετά παρατηρείται σταδιακή αποκλιμάκωση του φαινομένου, με τις εκροές να μειώνονται σταθερά και από το 2021 να κινούνται ξανά κοντά στα επίπεδα του 2010, περίπου στις 32.100 αναχωρήσεις ετησίως.
Ακόμη πιο ενθαρρυντική ήταν η εικόνα το 2024, που καταγράφεται ως η καλύτερη χρονιά της τελευταίας περιόδου: 32.141 Έλληνες αποχώρησαν από τη χώρα, ενώ 51.993 επέστρεψαν, διαμορφώνοντας θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο 19.852 ατόμων που επαναπατρίστηκαν και επανεντάχθηκαν στην ελληνική αγορά εργασίας.
Συνολικά, τα στοιχεία για το μεταναστευτικό ισοζύγιο της τελευταίας 15ετίας δείχνουν ότι 734.000 Έλληνες πολίτες εγκατέλειψαν τη χώρα, ενώ 473.000 έχουν επιστρέψει. Από κάθε 10 Έλληνες που μετανάστευσαν την περίοδο 2010–2025, οι 6 έχουν πλέον επαναπατριστεί.
Σημειωτέον ότι τα ευρήματα και συμπεράσματα της μελέτης του ΟΟΣΑ παρουσιάστηκαν την Παρασκευή σε εκδήλωση με τίτλο “Το ελληνικό ανθρώπινο δυναμικό στο εξωτερικό – Η επιστροφή”, που διοργάνωσαν η Γενική Γραμματεία Συντονισμού της Προεδρίας της Κυβέρνησης, η Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στον ΟΟΣΑ και το ΕΚΤ. Τη μελέτη παρουσίασαν ο Jean-Christophe Dumont, Επικεφαλής του Τομέα Διεθνούς Μετανάστευσης του ΟΟΣΑ, και η Lisa Andersson, στέλεχος της Διεύθυνσης Απασχόλησης, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων του Οργανισμού.
Νέοι και υψηλής εκπαίδευσης οι επιστρέφοντες
Οι επιστρέφοντες είναι κατά κύριο λόγο νέοι και υψηλής εκπαίδευσης, προσφέροντας σημαντική ευκαιρία ενίσχυσης του ανθρώπινου κεφαλαίου της χώρας. Πάνω από τους μισούς (54%) όσων επέστρεψαν την περίοδο 2016–2021 ήταν ηλικίας 20–39 ετών και τρεις στους πέντε είχαν τριτοβάθμια εκπαίδευση, έναντι μόλις 23% των συνομηλίκων τους που δεν μετανάστευσαν ποτέ, ενώ το ποσοστό των πτυχιούχων ανέρχεται σε 60%, έναντι 50% μεταξύ των Ελλήνων του εξωτερικού.
Ενδεικτικά, τα στοιχεία δείχνουν ότι το ποσοστό επιστρεφόντων επιστημόνων και συγγραφέων ανέρχεται σε 2,21%, ένα από τα υψηλότερα στον ΟΟΣΑ, ενώ το 14% των νέων διδακτόρων δηλώνει πρόθεση μετανάστευσης. Επιπλέον, καταγράφεται ότι το 59% των ακαδημαϊκών της διασποράς θα εξέταζε το ενδεχόμενο θέσης σε ελληνικό πανεπιστήμιο.
Μιλώντας στην εκδήλωση και απαντώντας σε ερώτηση του Capital.gr, ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, τόνισε ότι αυτό που αποτυπώνεται στην έκθεση είναι πως πρόκειται για ανθρώπινο δυναμικό υψηλών προσόντων, τόσο σε ακαδημαϊκό επίπεδο όσο και σε επίπεδο επαγγελματικής εμπειρίας. Όπως ανέφερε, ο λόγος που οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι επιστρέφουν είναι ότι η ελληνική οικονομία αναπτύσσει πλέον επενδύσεις υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, καθώς και θέσεις εργασίας που μπορούν να ανταποκριθούν στα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που έχουν αποκτήσει στο παρελθόν.
Από την πλευρά του, ο Γενικός Γραμματέας Εργασιακών Σχέσεων, Νίκος Μηλαπίδης, σημείωσε ότι η σχετική μελέτη δείχνει πως τρεις στους τέσσερις επαναπατρισθέντες αξιοποιούν στην ελληνική αγορά εργασίας τις δεξιότητες και την εμπειρία που απέκτησαν στο εξωτερικό, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν επιστρέφουν απλώς σε μια θέση εργασίας, αλλά εντάσσονται σε μια πιο ώριμη αγορά που μπορεί να αξιοποιήσει, να ανταμείψει και να αναδείξει το ανθρώπινο δυναμικό.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον Πρέσβη και Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Ελλάδα στον ΟΟΣΑ, Γιώργο Παγουλάτο, οι επιστρέφοντες δεν συνιστούν απλώς μια αριθμητική ενίσχυση απέναντι στις δημογραφικές προκλήσεις, αλλά κυρίως μια ποιοτική αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου της χώρας. Όπως ανέφερε, πρόκειται για ανθρώπους που έχουν διαμορφωθεί σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικά και αξιοκρατικά περιβάλλοντα των χωρών του ΟΟΣΑ, όπου έχουν αποκτήσει κουλτούρα σκληρής εργασίας, επαγγελματισμού και προσαρμοστικότητας.
Συγκέντρωση σε υψηλής ειδίκευσης επαγγέλματα
Οι επιστρέφοντες μετανάστες συγκεντρώνονται κυρίως σε επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης. Σχεδόν οι μισοί (47%) εργάζονται επαγγελματικές ή διευθυντικές θέσεις, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τους μη μετανάστες (18%). Ιδιαίτερη παρουσία καταγράφεται σε τομείς όπως η υγεία, οι επιστήμες, η μηχανική και οι τεχνολογίες πληροφορικής.
Μεταξύ όσων εργάζονται σε επαγγελματικές θέσεις, οι επιστρέψαντες εμφανίζουν ισχυρή συγκέντρωση σε συγκεκριμένους τομείς υψηλής εξειδίκευσης. Πιο αναλυτικά, το 22% απασχολείται σε επιστήμες και μηχανική, ενώ το 23% εργάζεται στον τομέα της υγείας.
Αντίθετα, οι μη μετανάστες εμφανίζουν πολύ μεγαλύτερη παρουσία στον τομέα της εκπαίδευσης, ο οποίος αντιστοιχεί στο 37% των επαγγελματιών τους, έναντι μόλις 17% των επιστρεφόντων.
Οι επιστρέψαντες εμφανίζουν επίσης υψηλότερη εκπροσώπηση στον τομέα των ΤΠΕ (ICT), με ποσοστό 9% έναντι 5% των μη μεταναστών, στοιχείο που υπογραμμίζει τη σημασία της διεθνούς εμπειρίας και κινητικότητας σε κλάδους τεχνολογίας και καινοτομίας.
Σε άλλες επαγγελματικές κατηγορίες, όπως οι επιχειρήσεις και η διοίκηση ή τα νομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά επαγγέλματα, οι διαφορές μεταξύ επιστρεφόντων και μη μεταναστών είναι περιορισμένες, με τις κατανομές να παραμένουν σε γενικές γραμμές συγκρίσιμες.
Από πού έρχονται και πού κατευθύνονται
Η πλειονότητα των πρόσφατων επιστροφών προέρχεται από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως από τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, με τις δύο χώρες να αντιστοιχούν από κοινού στο 43% των συνολικών επιστροφών. Περίπου 83% των επιστρεφόντων διέμεναν προηγουμένως στην Ευρώπη και 56% σε χώρες της Ε.Ε.. Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η επιστροφή μεταναστών συγκεντρώνεται κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας: το 42% εγκαθίσταται στην Αττική και το 18% στην Κεντρική Μακεδονία. Τέσσερις στους πέντε επιστρέφουν στην περιφέρεια καταγωγής τους, με υψηλότερα ποσοστά στη Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα και χαμηλότερα στην Αττική.
Λόγοι επιστροφής
Η επαναπατριστική τάση παραμένει ο βασικός λόγος επιστροφής, ωστόσο σημαντικό ποσοστό (18–22%) επιστρέφει για επαγγελματικούς λόγους, ανάλογα με την περίοδο επιστροφής.
Μιλώντας στη διάρκεια συζήτησης μετά την παρουσίαση της μελέτης, ο Κυριάκος Τολιάς, Διευθυντής του ΕΚΤ, τόνισε ότι δεν έχει σημασία μόνο το απόλυτο ύψος των αποδοχών, αλλά και ο συνολικός λόγος ποιότητας ζωής σε σχέση με την καθημερινότητα. Όπως ανέφερε, συχνά γίνεται η σύγκριση με τις υψηλότερες αμοιβές στο εξωτερικό, ωστόσο η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, καθώς διαμορφώνεται ένα διαφορετικό συνολικό πλαίσιο διαβίωσης.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Μηλαπίδης, ανέφερε ότι πριν από λίγα χρόνια η συζήτηση για επιστροφή στην Ελλάδα αντιμετωπιζόταν με έντονη δυσπιστία, ωστόσο σήμερα η εικόνα αυτή έχει αλλάξει.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι τα βασικά κίνητρα επιστροφής δεν σχετίζονται αποκλειστικά με το ύψος των αποδοχών, αλλά κυρίως με την ποιότητα ζωής, το work-life balance, τις εργασιακές συνθήκες, το οικογενειακό περιβάλλον, την ασφάλεια και την καθημερινότητα.
Επισήμανε επίσης ότι έχει μειωθεί σημαντικά ο χρόνος που απαιτείται για τη λήψη απόφασης επιστροφής, καθώς ενώ στο παρελθόν οι ενδιαφερόμενοι έθεταν ορίζοντα 6 έως 12 μηνών, πλέον πολλές εταιρείες καταγράφουν ότι υποψήφιοι είναι διαθέσιμοι για επαναπατρισμό μέσα σε 1 έως 3 μήνες.
Η σταδιακή ένταξη στην εργασία
Από τη μελέτη προκύπτει επίσης ότι τα αποτελέσματα στην αγορά εργασίας διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τον χρόνο παραμονής στη χώρα και την περιοχή. Μεταξύ των επιστρεφόντων που καταγράφηκαν στην απογραφή του 2021, το ποσοστό απασχόλησης ήταν 72% για όσους είχαν επιστρέψει πριν από πέντε χρόνια, έναντι 46% για όσους είχαν μόλις επιστρέψει. Αυτό δείχνει ότι η ένταξη στην αγορά εργασίας απαιτεί χρόνο.
Το μορφωτικό επίπεδο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τα εργασιακά αποτελέσματα των επιστρεφόντων. Η ανεργία παραμένει σχετικά χαμηλή για όσους έχουν υψηλή εκπαίδευση, στο 12% για κατόχους διδακτορικού και στο 15% για κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου.
Τι αποθαρρύνει την επιστροφή
Σύμφωνα με τη μελέτη, παρότι πολλοί Έλληνες μετανάστες διατηρούν ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς με τη χώρα, η πρόθεση άμεσης επιστροφής παραμένει περιορισμένη, ιδίως στους νεότερους. Οι βασικές ανησυχίες αφορούν τις περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και την έλλειψη αξιοκρατίας, ενώ ως βασικά κίνητρα επιστροφής αναφέρονται οι υψηλότερες αποδοχές, στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις και καλύτερη ισορροπία εργασίας–ζωής.
Ο κ. Μηλαπίδης σημείωσε ότι η απόφαση επιστροφής αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα, στο οποίο δεν αρκούν μόνο τα φορολογικά κίνητρα, η διαλειτουργικότητα μεταξύ των υπουργείων και η αναγνώριση των ειδικοτήτων. Όπως ανέφερε, απαιτείται συνολική αναβάθμιση των πολιτικών, μέσα από ένα ολοκληρωμένο πλέγμα παρεμβάσεων, καθώς οι ανάγκες των Ελλήνων του εξωτερικού ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό με εκείνες των Ελλήνων που παραμένουν στη χώρα, όπως η αξιοκρατία, η ανταμοιβή του ταλέντου, οι καλύτεροι μισθοί και οι περισσότερες ευκαιρίες εξέλιξης.
Παράλληλα, επισήμανε ότι πέρα από τον μισθό, ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην επαγγελματική προοπτική, στη δυνατότητα σταδιοδρομίας σε ένα περιβάλλον οικονομικής σταθερότητας και ασφάλειας, καθώς και στην ικανότητα παροχής καλύτερων συνθηκών για τις οικογένειες, στοιχείο που συνδέεται και με τη δημογραφική διάσταση του brain drain.
Περισσότεροι από 800.000 Έλληνες ζουν σε χώρες του ΟΟΣΑ
Σύμφωνα με τη μελέτη, περισσότεροι από 800.000 Έλληνες γεννημένοι στην Ελλάδα ζουν σήμερα σε χώρες του ΟΟΣΑ, συγκροτώντας μια μεγάλη και πολυδιάστατη διασπορά, η οποία παραμένει έντονα συγκεντρωμένη σε συγκεκριμένους προορισμούς, αλλά εξελίσσεται διαρκώς ως προς τη σύνθεση και τη γεωγραφία της. Η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά μετανάστευσης μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών του ΟΟΣΑ. Με ποσοστό περίπου 7% το 2020/21, βρίσκεται σε επίπεδα αντίστοιχα με την Ελβετία και αρκετά υψηλότερα από μεγαλύτερες οικονομίες όπως Γερμανία, Ιταλία και Γαλλία.
Η ελληνική διασπορά παραμένει ιδιαίτερα συγκεντρωμένη γεωγραφικά, καθώς το 93% των Ελλήνων μεταναστών στις χώρες του ΟΟΣΑ ζει σε μόλις 12 χώρες. Κύριοι προορισμοί συνεχίζουν να είναι η Γερμανία, οι ΗΠΑ, η Αυστραλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς. Παράλληλα, παρατηρείται μετατόπιση προς νέους ευρωπαϊκούς προορισμούς, καθώς χώρες όπως η Ολλανδία και η Σουηδία εμφανίζουν αυξημένες ροές.
Επιθυμητή η διεθνής κινητικότητα
Ο Υπουργός Επικρατείας, κ. Σκέρτσος, ανέφερε ότι η διεθνής κινητικότητα είναι επιθυμητή και δεν θα πρέπει να δαιμονοποιείται, καθώς θεωρείται αναπόφευκτη, ενώ σε κάποιο βαθμό είναι και θετική, δεδομένου ότι στο εξωτερικό υπάρχουν ιδιαίτερα ανεπτυγμένα εκπαιδευτικά συστήματα.
Όπως σημείωσε, το ζητούμενο είναι όσοι αποκτούν γνώσεις και εμπειρίες σε ξένα πανεπιστήμια και αγορές εργασίας να επιστρέφουν στην Ελλάδα και να τις μεταλαμπαδεύουν, συμβάλλοντας έτσι στον εμπλουτισμό του ανθρώπινου κεφαλαίου της χώρας. Υπογράμμισε ότι με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αλλάξει και η εργασιακή κουλτούρα τόσο στην αγορά εργασίας όσο και στις ελληνικές επιχειρήσεις, διαμορφώνοντας ένα πιο αποτελεσματικό μείγμα πολιτικής για την κατεύθυνση της ελληνικής οικονομίας και απασχόλησης τα επόμενα χρόνια.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η Γενική Γραμματέας Απόδημου Ελληνισμού και Δημόσιας Διπλωματίας, Μάιρα Μυρογιάννη, ανέφερε ότι η κινητικότητα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι αρνητικό, αλλά ως μια χρήσιμη και δυναμική διαδικασία. Όπως σημείωσε, οι Έλληνες του εξωτερικού αποτελούν έναν σημαντικό “θησαυρό” για τη χώρα και ένα δίκτυο που μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά για την Ελλάδα.
Η Γενική Γραμματέας Συντονισμού της Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εύη Δραμαλιώτη, ανέφερε ότι υπάρχει πλέον ένα εθνικό σχέδιο για την εξωστρέφεια και την προσέλκυση του απόδημου ελληνισμού. Όπως σημείωσε, το σχέδιο αυτό αναγνωρίζει παράλληλα ότι ορισμένοι Έλληνες παραμένουν στο εξωτερικό και είναι σημαντικό να συνεχίσουν να διαμένουν εκεί, λειτουργώντας ως γέφυρα με το οικοσύστημα γνώσης και καινοτομίας άλλων χωρών.
Αλλαγή στη διεθνή εικόνα της χώρας
Ο κ. Παγουλάτος, αναφέρθηκε στη σημαντική βελτίωση της διεθνούς εικόνας της Ελλάδας και στο πόσο αυτό έχει συμβάλει στην επιστροφή των Ελλήνων, καθώς η χώρα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως “χώρα-πρόβλημα” της περιόδου της κρίσης, αλλά ως παράδειγμα προόδου και επιτυχίας, συχνά αναγνωριζόμενο διεθνώς ως “success story”.
Ο κ. Παγουλάτος ανέφερε ότι η ελληνική διασπορά αποτελεί μεγάλο κεφάλαιο για τη χώρα, υπογραμμίζοντας ότι σήμερα είναι πολύ πιο εύκολο για τους Έλληνες του εξωτερικού να επιστρέψουν, καθώς οι σύγχρονες συνθήκες δικτύωσης και εργασίας περιορίζουν τη σημασία της εντοπιότητας.
Παράλληλα, επισήμανε ότι οι επαγγελματικές και επιστημονικές δικτυώσεις επιτρέπουν στη χώρα να επωφελείται από τους Έλληνες που επιστρέφουν, καθώς εκείνοι μεταφέρουν μαζί τους διεθνείς εμπειρίες και συνδέσεις στους τομείς της έρευνας, της επιστήμης και της τεχνολογίας. Υπογράμμισε ότι η δυνατότητα διασύνδεσης με διεθνή δίκτυα αποτελεί κρίσιμο στοιχείο ποιότητας, ιδιαίτερα σε τομείς αιχμής όπου η διεθνοποίηση είναι απαραίτητη προϋπόθεση.
Πηγή: capital.gr




