Από το 2021 καταγράφεται σταθερή αύξηση του αριθμού των Ελλήνων πολιτών που επιστρέφουν στην Ελλάδα, με τ0 2023 να αποτελεί χρονία-καμπή: Για πρώτη φορά απο την έναρξη της οικονομικής κρίσης το 2009 που το brain drain έγινε brain gain.
Στη διετία 2023-2024 έφυγαν 69.000 και επέστρεψαν 98.000, ενώ συνολικά από τους 10 Έλληνες πολίτες που έφυγαν μεταξύ 2010-2025 επαναπατρίστηκαν οι 6.
Σήμερα, η Ελλάδα είναι στη 4η θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ ως προς τις επιστροφές πολιτών της, με τους πρόσφατους επαναπατρισθέντες να είναι, κατά κανόνα, νεότεροι και υψηλότερα εκπαιδευμένοι σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.

Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια διαμορφώνεται μια πιο εξωστρεφής και αναπτυξιακή προσέγγιση στη σχέση της Ελλάδας με τη διασπορά.
Το 93% των Ελλήνων μεταναστών διαμένει σε μόλις δώδεκα χώρες του ΟΟΣΑ (Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Αυστραλία, Ηνωμένο Βασίλειο και Καναδάς οι βασικοι προορισμοί), ενώ την τελευταία δεκαετία σταδιακή η μετατόπιση της ελληνικής μετανάστευσης προς περισσότερο ενδο-ευρωπαϊκά πρότυπα κινητικότητας.
Βασική πρόκληση όχι μόνο η αναστροφή του brain drain, αλλά και η μετάβαση σε ένα ολοκληρωμένο μοντέλο διαχείρισης της διεθνούς κινητικότητας των Ελλήνων, με προσαρμογή των πολιτικών για την ενίσχυση των επιστροφών ανά χώρα, ηλικία, επάγγελμα, βαθμό δεσμού με την Ελλάδα και βάση των αναγκών κάθε ομάδας.
Η αξιοποίηση της διασποράς μπορεί να γίνει και με οργανωμένες δράσεις για mentoring, venture capital, διεθνοποίηση επιχειρήσεων, πρόσβαση σε αγορές, τεχνολογική μεταφορά και συνεργασία δημόσιου–ιδιωτικού τομέα.
Έπειτα, η επιστροφή νέων και υψηλά καταρτισμένων Ελλήνων απαιτεί πολιτικές εργασιακής επανένταξης, αξιοκρατίας, στήριξης της επιχειρηματικότητας και δημιουργίας ελκυστικών συνθηκών παραμονής και εξέλιξης στην Ελλάδα.
Για τον λόγο αυτό χρειάζεται ένας μόνιμος διακυβερνητικός μηχανισμός για τη διασύνδεση με τη διασπορά και την υποστήριξη της επιστροφής.
Brain Gain: Τι έδειξε η νέα έρευνα από ΕΚΤ και ΟΟΣΑ
Τα τελευταία χρόνια, η σχέση της Ελλάδας με τους Έλληνες που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό αποκτά νέα δυναμική που χαρακτηρίζεται απο μια σταδιακή μεταστροφή των μεταναστευτικών ροών, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης OECD Diaspora Review Greece, η οποία εκπονήθηκε από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου (ΕΚΤ) και παρουσιάστηκε πρώτη φορά σήμερα σε ειδική εκδήλωση της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού της Προεδρίας της Κυβέρνησης και του ΕΚΤ.
Η μελέτη προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα της ελληνικής διασποράς στα κράτη μέλη του ΟΟΣΑ, χαρτογραφώντας τις μεταναστευτικές τάσεις των τελευταίων δεκαετιών και αναδεικνύοντας τα δημογραφικά, εκπαιδευτικά και επαγγελματικά χαρακτηριστικά των Ελλήνων που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό.
Συγκεκριμένα, η μελέτη καταγράφει:
- Τις μεταναστευτικές τάσεις και γεωγραφική κατανομή, καθώς αποτυπώνεται το μέγεθος, η γεωγραφική κατανομή και η διαχρονική εξέλιξη της ελληνικής διασποράς στις χώρες του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, αναλύονται οι πρόσφατες τάσεις μετανάστευσης και οι προθέσεις αποδημίας των Ελλήνων πολιτών.
- Τα δημογραφικά και κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά των Ελλήνων μεταναστών και των οικογενειών τους, όπως φύλο, ηλικία και επίπεδο εκπαίδευσης. Η ανάλυση αναδεικνύει τη σύνθεση και την εξέλιξη του ανθρώπινου δυναμικού της διασποράς.
- Η ένταξη και δεξιότητες στην αγορά εργασίας, με τη συμμετοχή των Ελλήνων μεταναστών στην αγορά εργασίας, εξετάζοντας την απασχόληση, την ανεργία και την κατανομή τους σε επαγγελματικούς κλάδους. Παράλληλα, αναλύονται οι δεξιότητές τους, το φαινόμενο της υπερεκπαίδευσης και η επιχειρηματική δραστηριότητα.
- Την επιστροφή στην Ελλάδα, όπου αναλύονται οι τάσεις επαναπατρισμού, καθώς και οι παράγοντες που τις επηρεάζουν. Επιπλέον, εξετάζονται πολιτικές και καλές πρακτικές που μπορούν να ενισχύσουν την προσέλκυση και επανένταξη των Ελλήνων της διασποράς.
- Τη διεθνή κινητικότητα, το εκπαιδευτικό επίπεδο και την ερευνητική δραστηριότητα Ελλήνων φοιτητών και ερευνητών, καθώς και τα δημογραφικά και επαγγελματικά χαρακτηριστικά τους. Εξετάζονται η διάρκεια παραμονής τους στο εξωτερικό και οι προοπτικές επιστροφής τους στην Ελλάδα.
- Τις στρατηγικές αξιοποίησης ανθρώπινου δυναμικού. Οι υφιστάμενες πολιτικές καθώς και οι προτεινόμενες παρεμβάσεις που ενδέχεται να ενισχύσουν τη σύνδεση της διασποράς με τη χώρα και να αξιοποιήσουν το ανθρώπινο κεφάλαιο
Θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο
Για τις προσπάθειες που έχει αναλάβει η ελληνική κυβέρνηση μίλησαν ο υπουργός επικρατείας Άκης Σκέτρσος, η Νίκη Κεραμέως, υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και ο Γιάννης Λοβέρδος, υφυπουργός Εξωτερικών, σημειώνοντας ότι η σειρά μεταρρυθμίσεων και τα κινητρα για εργασία ή έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας συνετέλεσαν στη δημιουργία ρεύματος επαναπατρισμού.
«Την τελευταία 15ετία έχουν ήδη επιστρέψει 473.000 πολίτες πίσω στη χώρα μας. Στόχος μας, με όλες αυτές τις δράσεις, είναι μια Ελλάδα που δίνει στους νέους ανθρώπους λόγους να χτίζουν εδώ το μέλλον τους», τόνισε η κ. Κεραμέως, ενώ
Τα ευρήματα της μελέτης για τη χάραξη στρατηγικής και τη διαμόρφωση αποτελεσματικών πολιτικών για τη διασύνδεση της Ελλάδας με τη διασπορά της, την προσέλκυση ταλέντου και την ενίσχυση των προοπτικών επιστροφής Ελλήνων του εξωτερικού συζητησαν στη συνέχεια ο Πρέσβης – Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ΟΟΣΑ, Καθηγητής Γιώργος Παγουλάτος, η Γενική Γραμματέας Απόδημου Ελληνισμού και Δημόσιας Διπλωματίας, Μάιρα Μυρογιάννη, η Γενική Γραμματέας της Προεδρίας της Κυβέρνησης Εύη Δραμαλιώτη και ο Γενικός Γραμματέας Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Νίκος Μηλαπίδης. Τη συζήτηση συντόνισε ο Διευθυντής του ΕΚΤ Κυριάκος Τολιάς.
Μεταξύ άλλων επισημάνθηκε οτι το θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο εχει άλλα χαρακτηριστικά, επιστρέφουν επαγγελματίες υψηλής εξειδίκευσης, η εξωστρεφεια και η διεθνοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων συμβάλλει σημαντικά, κρίσιμη πρόκληση η απλούστευση και η περαιτέρω ψηφιοποίηση των διαδικασιών επαναπατρισμού και η ενίσχυση της δικτύωσης με το ελληνικό ανθρώπινο δυναμικό στο εξωτερικό για την ανταλλαγή τεχνογνωσίας.
Πολύτιμο εργαλείο για τη σύνδεση με Έλληνες του εξωτερικού
Η μελέτη που εκπόνησαν το ΕΚΤ και ο ΟΟΣΑ αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο γνώσης για την κατανόηση των σύγχρονων τάσεων της ελληνικής διασποράς και της διεθνούς κινητικότητας ανθρώπινου δυναμικού, προσφέροντας πολύτιμα στοιχεία για τον σχεδιασμό πολιτικών που ενισχύουν τη σύνδεση της χώρας με τους Έλληνες του εξωτερικού.
Η πρωτοβουλία του ΕΚΤ καλύπτει ένα διαχρονικό κενό στην καταγραφή και ανάλυση των στοιχείων που αφορούν την ελληνική μετανάστευση, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση τεκμηριωμένων δημόσιων πολιτικών και την παροχή κινήτρων για την ενίσχυση της επιστροφής των Ελλήνων του εξωτερικού.
Αντίστοιχες μελέτες έχουν εκπονηθεί για χώρες όπως η Γερμανία, η Ρουμανία και η Γεωργία, με στόχο την ανάλυση των μεταναστευτικών ρευμάτων, της ένταξης των μεταναστών στις αγορές εργασίας και της συμβολής τους τόσο στις οικονομίες των χωρών προέλευσης όσο και σε εκείνες των χωρών υποδοχής για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.
Για την ελληνική περίπτωση αξιοποιήθηκαν έγκριτες βάσεις δεδομένων από τον ΟΟΣΑ, τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), τη Eurostat, καθώς και εθνικές στατιστικές και απογραφικά δεδομένα από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) και το ΕΚΤ, διαμορφώνοντας ένα συνεκτικό και αξιόπιστο πλαίσιο ανάλυσης.
Ερωτήσεις – Απαντήσεις
1. Διεθνής κινητικότητα σημαίνει απώλεια ανθρώπινου κεφαλαίου ή μπορεί να αποβεί θετική για την Ελλάδα;
Η κινητικότητα δεν είναι από τη φύση της ούτε αποκλειστικά αρνητική ούτε αποκλειστικά θετική. Μπορεί να επιτρέπει στους ανθρώπους να αποκτούν δεξιότητες, διεθνή εμπειρία, επαγγελματικά δίκτυα και πρόσβαση σε προηγμένα ερευνητικά ή επιχειρηματικά περιβάλλοντα. Αυτά, μπορούν αργότερα να επιστρέψουν στη χώρα φυσιολογικά, μέσω συνεργασιών, επενδύσεων, επιχειρηματικότητας και μεταφοράς γνώσης. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η έξοδος είναι παρατεταμένη, όταν αφορά δυσανάλογα τους νέους και τους υψηλά καταρτισμένους και όταν η χώρα προέλευσης δεν διαθέτει μηχανισμούς σύνδεσης με αυτούς. Τότε, μπορεί να περιοριστεί η εγχώρια παραγωγική, ερευνητική και δημογραφική δυναμική. Για τον λόγο αυτό, η διεθνής εμπειρία μετακινείται από τη λογική του «brain drain» προς τη λογική του «brain circulation». Το ζητούμενο δεν είναι να περιοριστεί η ελευθερία της κινητικότητας, αλλά να καταστεί δυνατή η κυκλοφορία γνώσης, δεξιοτήτων και ανθρώπων μεταξύ της Ελλάδας και των χωρών προορισμού.
2. Μπορούμε πλέον να πούμε ότι το brain drain έχει αντιστραφεί;
Τα στοιχεία δείχνουν μια σημαντική αλλαγή κατεύθυνσης, καθώς από το 2020 και μετά οι εκροές μειώνονται σταθερά. Το 2023 αποτελεί έτος-καμπή καθώς οι εκτιμώμενες εισροές Ελλήνων πολιτών ανήλθαν περίπου στις 46.000, έναντι 37.000 αναχωρήσεων. Το 2024 η διαφορά διευρύνθηκε, με σχεδόν 52.000 εισόδους και περίπου 32.000 εξόδους, συνεπώς το ισοζύγιο εισροών εκροών έχει αντιστραφεί για πρώτη φορά από το 2009.
Συνολικά από το 2010 έως το 2024 έχουν φύγει από την Ελλάδα 773.296 Ελληνες και Ελληνίδες και έχουν επιστρέψει 473.044, δηλαδή επαναπατρίστηκαν 6 στους 10. Οι περισσότεροι από τους επαναπατρισθέντες αποτελούν ανθρώπινο κεφάλαιο υψηλών προσόντων και αυτό είναι εξαιρετικά θετικό. Συνεπώς, το ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα έχει εισέλθει σε μια περισσότερο θετική φάση κινητικότητας ανθρώπινου δυναμικού. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να θεωρούμε ότι ένα θετικό ισοζύγιο δύο ετών επιτρέπει εφησυχασμό. Αποτελεί, όμως, ένα σημαντικό σήμα ότι η κατεύθυνση μπορεί να αλλάξει όταν βελτιώνονται η απασχόληση, οι επαγγελματικές ευκαιρίες και η συνολική εμπιστοσύνη στις προοπτικές της χώρας.
3. Μπορεί η ελληνική διασπορά να καταστεί στρατηγικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα και με ποιον τρόπο;
Η χώρα διαθέτει στο εξωτερικό ένα μεγάλο απόθεμα δεξιοτήτων, εμπειρίας και διεθνών δικτύων, το οποίο οφείλει να το αντιμετωπίσει ως στρατηγικό κεφάλαιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρούμε θετική την φυγή ανθρώπων που δεν έβρισκαν προοπτική στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Για το λόγο αυτό μάλιστα έχουμε θεσμοθετήσει και πολλά κίνητρα για την επιστροφή τους, ώστε να μην αφήνουμε αυτή την πραγματικότητα να μετατραπεί σε μόνιμη απώλεια. Συνεπώς, στην Ελλάδα δημιουργούνται πλέον συνθήκες που περιορίζουν την αναγκαστική έξοδο και διευκολύνουν την επιστροφή και, ταυτόχρονα, προσφέρονται ουσιαστικοί τρόποι συμμετοχής και σύνδεσης με όσους επιλέγουν να συνεχίσουν τη ζωή και την καριέρα τους στο εξωτερικό.
4. Οι επαναπατρισθέντες βρίσκουν πράγματι εργασία ή κινδυνεύουν να απογοητευθούν και να φύγουν ξανά;
Οι επαναπατρισθέντες διαθέτουν κατά μέσο όρο πολύ υψηλό εκπαιδευτικό και επαγγελματικό κεφάλαιο, καθώς περισσότεροι από τους μισούς που επέστρεψαν πρόσφατα είναι ηλικίας 20–39 ετών, περίπου 3 στους 5 έχουν τριτοβάθμια εκπαίδευση και σχεδόν οι μισοί από όσους εργάζονται απασχολούνται ως επαγγελματίες υψηλής ειδίκευσης.
Είναι σαφές ότι η ένταξη δεν είναι αυτόματη. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το ποσοστό απασχόλησης ήταν περίπου 46% μεταξύ όσων είχαν μόλις επιστρέψει και έφτανε στο 72% μεταξύ όσων βρίσκονταν στη χώρα επί πέντε χρόνια. Αυτό δείχνει ότι η επαγγελματική και κοινωνική επανένταξη απαιτεί χρόνο. Η πολιτική προτεραιότητα, συνεπώς, είναι η μείωση του χρόνου προσαρμογής. Χρειάζεται καλύτερη πληροφόρηση πριν από την επιστροφή, αντιστοίχιση με διαθέσιμες θέσεις, (έγκαιρη) αναγνώριση προσόντων, ενημέρωση και καθοδήγηση για θεσμοθετημένα φορολογικά και ασφαλιστικά ζητήματα, και υποστήριξη σε θέματα στέγασης, εκπαίδευσης και οικογένειας.
5. Γιατί τόσοι νέοι εξακολουθούν να σπουδάζουν ή να αναζητούν την πρώτη τους επαγγελματική ευκαιρία στο εξωτερικό;
Η διεθνής εκπαίδευση δεν πρέπει να θεωρείται αρνητική. Η εμπειρία σε ένα πανεπιστήμιο ή ερευνητικό κέντρο του εξωτερικού μπορεί να ενισχύσει τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τα διεθνή δίκτυα των νέων. Το ζήτημα δεν είναι να αποτρέψουμε τους νέους από το να σπουδάσουν στο εξωτερικό, αλλά να δημιουργήσουμε αξιόπιστες διαδρομές επιστροφής και θέσεις εργασίας που αξιοποιούν πραγματικά τις γνώσεις τους, συνδέοντας καλύτερα την εκπαίδευση, τις δεξιότητες και τις ανάγκες της οικονομίας. Το σημαντικό είναι ότι για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια η Ελλάδα είναι πλέον κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ ως προς τους φοιτητές που σπουδάζουν στο εξωτερικό, γεγονός που σημαίνει ότι τα ελληνικά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης είναι πλέον περισσότερο ελκυστικά απ’ ότι στο παρελθόν και αυτό είναι ένα σημαντικό επίτευγμα.
6. Ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει ένας μόνιμος διυπουργικός μηχανισμός για τη διασπορά και την επιστροφή. Ποια είναι η δική σας θέση ως προς αυτό το ζήτημα;
Η πολιτική για τη διασπορά είναι εκ φύσεως οριζόντια. Αφορά την εξωτερική πολιτική, την εργασία, την εκπαίδευση, την έρευνα, την οικονομία, την ψηφιακή διακυβέρνηση, τη φορολογία, την υγεία και την περιφερειακή ανάπτυξη. Η έκθεση αναγνωρίζει ότι τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί σημαντικές συνεργασίες, μνημόνια και κοινές δράσεις μεταξύ υπουργείων και φορέων. Ταυτόχρονα, επισημαίνει ορθά ότι οι επιμέρους συνεργασίες δεν υποκαθιστούν έναν σταθερό μηχανισμό στρατηγικού συντονισμού. Η επόμενη φάση πρέπει να είναι η μετάβαση από ένα σύνολο χρήσιμων, αλλά συχνά επιμέρους παρεμβάσεων, σε ένα περισσότερο ολοκληρωμένο πλαίσιο με σαφείς αρμοδιότητες, χρονοδιάγραμμα, πόρους, δείκτες αποτελέσματος και τακτική αξιολόγηση. Όμως, ένας μόνιμος μηχανισμός δεν πρέπει να δημιουργήσει νέα γραφειοκρατία. Πρέπει να διασφαλίσει ότι ο πολίτης δεν θα χρειάζεται να απευθύνεται σε διαφορετικές υπηρεσίες για εργασία, φορολογία, αναγνώριση προσόντων, οικογενειακά ζητήματα και εγκατάσταση.
7. Οι περισσότεροι επαναπατρισθέντες συγκεντρώνονται στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Υπάρχει κίνδυνος η επιστροφή ταλέντου να ενισχύσει τις περιφερειακές ανισότητες;
Η συγκέντρωση αυτή απλά αντανακλά το γεγονός ότι εκεί βρίσκονται οι περισσότερες θέσεις υψηλής ειδίκευσης, τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα και τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά δίκτυα. Απαιτείται, σε κάθε περίπτωση, καλύτερη σύνδεση των πολιτικών επιστροφής με τα περιφερειακά οικοσυστήματα καινοτομίας, τα πανεπιστήμια, τις επιχειρήσεις και τα τοπικά επενδυτικά σχέδια. Η επιστροφή ανθρώπινου κεφαλαίου δεν πρέπει να αποτελεί πολιτική μόνο για τα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα, αλλά εργαλείο παραγωγικής και δημογραφικής αναζωογόνησης ολόκληρης της χώρας.
8. Τελικά, βασικός στόχος είναι να επιστρέψουν οι Έλληνες του εξωτερικού ή απλά να παραμείνουν συνδεδεμένοι με τη χώρα;
Η επιστροφή και η σύνδεση δεν είναι ανταγωνιστικοί στόχοι. Για ορισμένους ανθρώπους η σωστή επιλογή θα είναι η μόνιμη επιστροφή. Για άλλους, θα είναι η προσωρινή παραμονή, η κυκλική κινητικότητα, η εργασία από την Ελλάδα για οργανισμό του εξωτερικού ή η συμμετοχή σε ερευνητικά και επιχειρηματικά δίκτυα χωρίς μετεγκατάσταση. Μία σύγχρονη πολιτική πρέπει να υποστηρίζει ένα συνεχές πλαίσιο διαθέσιμων επιλογών:
• ουσιαστική σύνδεση και συμμετοχή από το εξωτερικό,
• προσωρινή ή επαναλαμβανόμενη κινητικότητα,
• οριστική επιστροφή και μακροχρόνια επανένταξη.
Το κρίσιμο είναι οι Έλληνες του εξωτερικού να μην αντιμετωπίζονται μόνο ως άνθρωποι που πρέπει να πεισθούν να επιστρέψουν, ούτε αποκλειστικά ως φορείς πολιτιστικής ταυτότητας. Είναι πολίτες, επιστήμονες, εργαζόμενοι, επιχειρηματίες και μέλη διεθνών δικτύων, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρες γνώσης, επενδύσεων και διεθνούς συνεργασίας.
9. Τι πολιτικές έχουν εφαρμοστεί για να επιτευχθεί η αύξηση των επιστροφών και η διασύνδεση με την ελληνική διασπορά και ποιες πολιτικές σχεδιάζετε ώστε αυτή η τάση να διατηρηθεί και να ενισχυθεί;
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σαφής και ενθαρρυντική επανεξισορρόπηση των μεταναστευτικών ροών. Ένα πρώτο πεδίο παρέμβασης αφορά την άμεση σύνδεση των Ελλήνων του εξωτερικού με την ελληνική αγορά εργασίας. Μέσω του ReBrain Greece, των δράσεων της ΔΥΠΑ και των Ημερών Καριέρας στο εξωτερικό, επιχειρείται η αντιστοίχιση εξειδικευμένων επαγγελματιών με πραγματικές ανάγκες ελληνικών επιχειρήσεων.
Δεύτερον, έχουν θεσπιστεί συγκεκριμένα οικονομικά και φορολογικά κίνητρα. Ενδεικτικά, από το 2020,εφαρμόζεται ειδικό καθεστώς που προβλέπει μείωση κατά 50% του φόρου εισοδήματος από μισθωτή εργασία ή επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα επτά ετών, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το μέτρο αυτό βελτιώνει το οικονομικό πλαίσιο της επανεγκατάστασης, ιδίως για εξειδικευμένους εργαζομένους, επαγγελματίες και επιχειρηματίες.
Τρίτον, πλέον έχουν αρχίσει να αίρονται συγκεκριμένα διοικητικά και επαγγελματικά εμπόδια του παρελθόντος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απλοποίηση και η αυτόματη αναγνώριση ιατρικών ειδικοτήτων και εξειδικεύσεων που έχουν αποκτηθεί σε χώρες με σημαντική ελληνική παρουσία, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και η Ελβετία. Πρόκειται για στοχευμένη παρέμβαση σε ένα πεδίο στο οποίο η πολυπλοκότητα και η καθυστέρηση της αναγνώρισης των προσόντων λειτουργούσαν επί χρόνια αποτρεπτικά για την επιστροφή επιστημόνων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει δοθεί και στην επιστημονική και ερευνητική διασπορά. Τα προγράμματα επισκεπτών καθηγητών και ερευνητών, οι χρηματοδοτήσεις του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας, η συμμετοχή της Ελλάδας στις EMBO Installation Grants και πρωτοβουλίες όπως οι «Γέφυρες Γνώσης και Συνεργασίας» έχουν υποστηρίξει την επιστροφή, την προσωρινή κινητικότητα και τη συνεργασία Ελλήνων επιστημόνων του εξωτερικού με πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική δεν περιορίζεται στη μόνιμη επανεγκατάσταση, αλλά προωθεί και την κυκλοφορία της γνώσης, τη δημιουργία κοινών έργων και τη διατήρηση σταθερών επαγγελματικών δεσμών.
Επίσης, η διασύνδεση με τη διασπορά έχει αποκτήσει ένα περισσότερο ολοκληρωμένο στρατηγικό πλαίσιο μέσα από το Στρατηγικό Σχέδιο για τον Απόδημο Ελληνισμό 2024– 2027. Το σχέδιο προβλέπει την ανάπτυξη μητρώων και δικτύων οργανώσεων της διασποράς, τη δημιουργία θεματικών και επαγγελματικών δικτύων Ελλήνων ακαδημαϊκών, επιστημόνων και επιχειρηματιών, την ενίσχυση της ελληνικής γλώσσας και των Ελληνικών Σπουδών, την ανάπτυξη προγραμμάτων για τις νεότερες γενιές, την αναβάθμιση των προξενικών υπηρεσιών και την ενίσχυση της δημόσιας διπλωματίας.
Δράσεις μέσω της Enterprise Greece και του Elevate Greece επιδιώκουν, επίσης, να συνδέσουν Έλληνες επιχειρηματίες και επενδυτές του εξωτερικού με το εγχώριο οικοσύστημα καινοτομίας.
Ως προς την επόμενη φάση, στόχος είναι να περάσουμε από ένα σύνολο σημαντικών και στοχευμένων παρεμβάσεων, σε ένα ενιαίο και διαρκές ενοποιημένο και διασυνδεδεμένο σύστημα πολιτικής για την κινητικότητα του ελληνικού ανθρώπινου δυναμικού.
Ο τελικός μας στόχος, επομένως, δεν είναι να ισχυριστούμε ότι όλοι οι Έλληνες του εξωτερικού πρέπει ή επιθυμούν να επιστρέψουν. Είναι να διασφαλίσουμε ότι κανένας δεν θα αποκλείεται από την επιστροφή εξαιτίας περιττών διοικητικών, επαγγελματικών ή θεσμικών εμποδίων και, ταυτόχρονα, ότι κάθε μέλος της ελληνικής διασποράς θα διαθέτει ουσιαστικούς τρόπους να συνεργάζεται και να συνεισφέρει στη χώρα. Με άλλα λόγια, επιδιώκουμε τη μετάβαση από τη μονοδιάστατη συζήτηση περί «brain drain» σε ένα βιώσιμο σύστημα επιστροφής, κυκλοφορίας γνώσης και μακροχρόνιας σύνδεσης του παγκόσμιου ελληνικού ανθρώπινου δυναμικού με την Ελλάδα.
Πηγή: ot.gr




