Ενενήντα χρόνια Montero – To γαλικιανό μπαρ του Μπρούκλιν που ανακούφιζε τη νοσταλγία των ναυτικών

YouTube thumbnail

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Ο Πέπε, ο γιος των ιδρυτών του μπαρ Montero, που σήμερα είναι ογδοντάρης, μόλις πούλησε αυτό το κομμάτι ζωντανής ιστορίας. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Πριν από χρόνια, η γαλικιανή επιρροή ήταν αισθητή στην προκυμαία του Μπρούκλιν. Οι λιμενεργάτες περίμεναν με ανυπομονησία το τέλος της βάρδιας τους για να ζεστάνουν τα κόκαλά τους με ουίσκι, καλή παρέα και ένα caldo gallego.

Για να φτάσει κανείς εκεί, έπρεπε να γυρίσει την πλάτη στον κόλπο και στον ορίζοντα του Μανχάταν, να περπατήσει προς τα πάνω στην Atlantic Avenue ακολουθώντας τα πληρώματα που μόλις είχαν αποβιβαστεί και να αφήσει τον εαυτό του να καθοδηγηθεί από μια σειρά πινακίδων νέον στην περιοχή του κόκκινου φωτός που τότε αποτελούσε την ισπανική γωνιά του Μπρούκλιν Χάιτς.

Άλλη ήπειρος

Εκεί οι Ισπανοί μετανάστες εξυπηρετούσαν όσους εργάζονταν στις αποβάθρες, καθώς και τους ναυτικούς, τόσο εκείνους που είχαν αγκυροβολήσει για λίγες μέρες όσο και εκείνους που είχαν προσαράξει επ’ αόριστον.

Μια ντουζίνα μπαρ, πολλά με ισπανικά ονόματα, πλαισίωναν τον δρόμο σαν να ήταν η είσοδος σε μια εντελώς διαφορετική ήπειρο.

Η γειτονιά ζούσε και πέθανε μέσα σε αχαρτογράφητα όρια της μεγάλης πόλης, μόνιμα βυθισμένη σε ένα συναίσθημα που βρισκόταν κάπου ανάμεσα στην αποξένωση και τη νοσταλγία για την πατρίδα.

Όμως το τελειωτικό χτύπημα ήρθε όταν έκλεισαν οι αποβάθρες τη δεκαετία του 1970. Οι ναυτικοί έφυγαν, τα ενοίκια άρχισαν να ανεβαίνουν και οι «gallegos» αναζήτησαν νέα λιμάνια.

Μερικοί επέστρεψαν στις πατρίδες τους στη βορειοδυτική Ισπανία, άλλοι προχώρησαν πιο βαθιά στην ενδοχώρα, ενώ άλλοι βρέθηκαν να κοιτάζουν τα ραδίκια ανάποδα.

Μόνο δύο μπαρ, το Long Island και το Montero -ιδιοκτησία δύο αδελφών που πέρασαν 50 χρόνια στις αντίθετες πλευρές του ίδιου δρόμου χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους- άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου και του χρήματος χάρη στο οικογενειακό τους σύνθημα «αγόρασε, μην νοικιάζεις»

«Αγόρασε, μη νοικιάζεις»

Μόνο δύο μπαρ, το Long Island και το Montero -ιδιοκτησία δύο αδελφών που πέρασαν 50 χρόνια στις αντίθετες πλευρές του ίδιου δρόμου χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους- άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου και του χρήματος χάρη στο οικογενειακό τους σύνθημα «αγόρασε, μην νοικιάζεις».

Η ιδέα της εξασφάλισης ενός χώρου όπου θα μπορούσαν να πεθάνουν ειρηνικά ήταν βαθιά ριζωμένη στο υποσυνείδητο των μεταναστών. Το μπαρ Long Island πωλήθηκε πριν από χρόνια.

Το Montero θα συμπληρώσει σύντομα εννέα δεκαετίες στη δική του πλευρά του λιμανιού, αλλά ακόμη και το τελευταίο γαλικιανό κατάλοιπο της Atlantic Avenue μόλις άλλαξε χέρια.

Κόκκινο νέον και ξύλινοι τοίχοι

Σε τραβάει το κόκκινο νέον. Περνάς από μια πόρτα σε έναν τοίχο από γυάλινα τούβλα και μπαίνεις σε μια εικόνα βγαλμένη από καρτ ποστάλ, που απεικονίζει το Μπρούκλιν όπως ήταν κάποτε. Είναι στενό, βαθύ και σκοτεινό.

Οι τοίχοι είναι ξύλινοι, αλλά ούτε ένα εκατοστό τους δεν έχει μείνει γυμνό -από την οροφή κρέμονται πορτοκαλί σωσίβια, ενώ τους τοίχους κοσμούν πορτρέτα ναυτικών των οποίων τα ονόματα έχουν ξεχαστεί, παλιών θαμώνων που έχουν φύγει εδώ και καιρό, καθώς και μελών της οικογένειας Montero.

Γύρω στις 6 μ.μ. μια πρόσφατη Παρασκευή

Υπάρχουν πηδάλια, καταπακτές, κόμποι, κουπιά, μοντέλα πλοίων που έφτιαχναν οι ναυτικοί εν πλω για να διώξουν την πλήξη. Αριστερά βρίσκεται το μπαρ, μια κατασκευή από κόκκινη φορμάικα πάνω σε γυάλινα τούβλα.

Στα δεξιά, δύο τηλεφωνικοί θάλαμοι που ήταν ήδη παλιοί πριν από μισό αιώνα. Υπάρχει ένα τραπέζι μπιλιάρδου.

«Γύρω στις 6 μ.μ. μια πρόσφατη Παρασκευή, πέντε άτομα πίνουν το ποτό τους» γράφει ο Alejandro Santos Cid στην El País και συνεχίζει: «σε λίγες ώρες, το μαγαζί θα γεμίσει χάρη στο καραόκε, το οποίο του δίνει νέα πνοή από την Πέμπτη έως την Κυριακή».

Ο πατέρας του, ο Τζόζεφ Μοντέρο, καταγόταν από το Μεϊράς. Η μητέρα του, η Πιλάρ, γεννήθηκε στη γειτονιά «Μικρή Ισπανία» του Μανχάταν, την εποχή που 30.000 Ισπανοί ζούσαν στη Νέα Υόρκη

Ο τελευταίος Γαλικιανός της Atlantic Avenue

Συνήθως, ο Πέπε κάθεται στο σκαμπό του στο βάθος του μπαρ. Ο τελευταίος Γαλικιανός της Atlantic Avenue έχει άσπρα μαλλιά, φοράει ένα καπέλο μπέιζμπολ της Montero, πουκάμισο με κουμπιά και μπλε τζιν, τίποτα το ασυνήθιστο.

Μιλά ισπανικά με προφορά του Μπρούκλιν. Τονίζει τις προτάσεις του με «yeah», «allright» και «you know». Σύντομα θα κλείσει τα ογδόντα. Η σκέψη αυτή του προκαλεί ένα στραβό χαμόγελο που αποκαλύπτει τα δόντια του και υπονοεί περισσότερα από όσα λέει.

Ο πατέρας του, ο Τζόζεφ Μοντέρο, καταγόταν από το Μεϊράς. Η μητέρα του, η Πιλάρ, γεννήθηκε στη γειτονιά «Μικρή Ισπανία» του Μανχάταν, την εποχή που 30.000 Ισπανοί ζούσαν στη Νέα Υόρκη.

Λέει ότι εκείνες ήταν πιο απλές εποχές. Ίσως να ήταν. Οι αποβάθρες ήταν το φυσικό περιβάλλον ανθρώπων που είχαν τη δική τους αντίληψη για την τιμή και την ηθική

YouTube thumbnail

Δανεισμοί εκτός τράπεζας

Οι Μοντέρο άνοιξαν ένα μπαρ στο νούμερο 56 της Atlantic Avenue το 1939. Όμως, η κατασκευή του Brooklyn-Queens Expressway, του αυτοκινητόδρομου που συνδέει το νησί με την ηπειρωτική χώρα, κατέστρεψε την αρχική τους τοποθεσία και μετέτρεψε εκείνη τη γωνιά της γειτονιάς σε μια σειρά από φανταστικές πινακίδες δρόμου.

Μετά την κατεδάφιση, ο Τζόζεφ Μοντέρο δανείστηκε δύο φορές χωρίς να περάσει από τράπεζα, αγόρασε ένα κτίριο στο 73 της Atlantic Avenue, στην απέναντι πλευρά του δρόμου, και έχτισε ένα άλλο τσαρδί-μπαρ.

Ο Πέπε γεννήθηκε στον τελευταίο όροφο του καινούριου κτιρίου του Μοντέρο το 1947, τη χρονιά που το μπαρ μετακόμισε στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Τον έφεραν στον κόσμο δύο Βρετανίδες αδελφές «που ήταν σχεδόν σαν νοσοκομείο».

Στο σχολείο, τον θεωρούσαν «πώς το λένε; Μπόμπο (χαζό)», μέχρι που ανακάλυψαν ότι ήταν απλώς Ισπανός.

Μεγάλωσε περιτριγυρισμένος από προφορές που απλώς περνούσαν από εκεί, πλαισιωμένος από γαλικιανά τοπία και αναμνήσεις που κληρονόμησε από μια άγνωστη πατρίδα.

Τιμή και ηθική

Ο Τζόζεφ και η Πιλάρ φρόντιζαν το μπαρ από τις οκτώ το πρωί, όταν τελείωνε η νυχτερινή βάρδια των λιμενεργατών, μέχρι τις τέσσερις το πρωί, όταν οι τελευταίοι ναυτικοί ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

Ο Πέπε έπαιζε στο δρόμο με άλλα αγόρια από τη Γαλικία. Δεν έμαθε τη γλώσσα της πατρίδας του παρά μόνο όταν έγινε έξι ετών και άρχισε το σχολείο, οπότε και έριξε μια ματιά σε έναν κόσμο πέρα από την Ατλαντική Λεωφόρο.

Λέει ότι εκείνες ήταν πιο απλές εποχές. Ίσως να ήταν. Οι αποβάθρες ήταν το φυσικό περιβάλλον ανθρώπων που είχαν τη δική τους αντίληψη για την τιμή και την ηθική.

Οι νύχτες στο λιμάνι ήταν γεμάτες βία, ναρκωτικά και σεξ έναντι χρημάτων. Και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρχε και πείνα.

«Πολλές γυναίκες αναγκάστηκαν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους μόνες τους. Πολλά από αυτά τα κτίρια που σήμερα αξίζουν 8, 10, 15 εκατομμύρια δολάρια, εκείνη την εποχή αποτελούσαν μέρος της περιοχής του κόκκινου φωτός.

»Όλοι βοηθούσαν όσο μπορούσαν, γιατί όλοι έπρεπε να επιβιώσουν. Και μαζεύονταν εδώ, στο μπαρ, για να μιλήσουν για τις ανησυχίες και τα προβλήματά τους» λέει ο Πέπε.

Η συνάντηση με την Twiggy

Ο Πέπε πήγε για πρώτη φορά στη Γαλικία όταν ήταν 10 ετών. Όμως σπάνια επέστρεφε. Ο πατέρας του ταξίδευε εκεί πιστά για μερικούς μήνες κάθε χρόνο. Διέσχιζε τον Ατλαντικό με το «El Guadalupe» ή το «El Covadonga», τα πλοία που εκτελούσαν το δρομολόγιο Νέα Υόρκη-Λα Κορούνια, φορτωμένος με δώρα για τους φίλους του.

Αγόραζε σαρδέλες από τους ψαράδες που έβγαιναν στη θάλασσα από τη Σάδα ντε Αρίμπα και ανακαίνιζε το οικογενειακό σπίτι.

Ο Πέπε άρχισε να δουλεύει στο μπαρ κατά τη διάρκεια των σχολικών διακοπών, όταν έγινε 13 ετών. Ένα πρωί της δεκαετίας του ’70, μπήκε στην κουζίνα και είδε έναν άνδρα να γδύνεται.

Ο Τζόζεφ του εξήγησε ότι δεν ήταν άνδρας, αλλά η διάσημη βρετανίδα μοντέλο Twiggy, το ανδρόγυνο πρόσωπο του Swinging London, που ποζάριζε δίπλα στη κιτς διακόσμηση του Montero. Ο Πέπε έχει ακόμα μια φωτογραφία από εκείνη την παλιά φωτογράφιση κρυμμένη στους τοίχους του μπαρ.

Ο παππούς Ραμόν

Το πρώτο μέλος της οικογένειας που ήρθε στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ο παππούς του Ραμόν, καταγόμενος από το Μεϊράς, ο οποίος ήθελε να ξεφύγει από τη στρατιωτική παρουσία στην Ισπανία, βάζοντας τον Ατλαντικό ανάμεσά του και τη χώρα του κάποια στιγμή στη δεκαετία του 1920.

Ο Ραμόν Μοντέρο εργάστηκε το μισό της ζωής του για την Con Edison, την εταιρεία που έφερε το ηλεκτρικό ρεύμα στη Νέα Υόρκη -μια προσοδοφόρα δουλειά στην πόλη που δεν κοιμάται ποτέ.

Ο Ραμόν ήξερε πώς να αξιοποιήσει στο έπακρο τον Νέο Κόσμο, επενδύοντας στις μετοχές της εταιρείας όταν δεν άξιζαν τίποτα και συνταξιοδοτούμενος με μια καλή σύνταξη και μερίσματα.

Στα μέσα του αιώνα, έχτισε το μπαρ Long Island, ένα τετράγωνο μακριά από το Montero.

Στην αίθουσα με το μπιλιάρδο -η οποία για χρόνια λειτουργούσε ως τραπεζαρία του μπαρ- κρέμεται ακόμα στον τοίχο μια αφίσα από ένα φεστιβάλ, που ανακοινώνει τη συγκλονιστική παράσταση της Πιλάρ Μοντέρο, ένα πάρτι που κράτησε μέχρι το ξημέρωμα με χορούς όπως φαντάνγκο, σεβιγιάνες, ρούμπες, σεγκουιδίγιας και ταράντας

«Οrgullo de los indianos»

Όπως πολλοί Γαλικιανοί της γενιάς του, ο Ραμόν στα γεράματά του άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας. Πούλησε το Long Island στην κόρη του Έμα. Το δολάριο ανέβαινε σε αξία έναντι της αδύναμης πεσέτας όταν ο Ραμόν επέστρεψε στη Γαλικία στα γεράματά του.

Είχε το «orgullo de los indianos», όπως ονομαζόταν εκείνη την εποχή η παραδοσιακή υπερηφάνεια των επαναπατριζόμενων από την Αμερική στην Ισπανία. Επίσης, ένα Pontiac που είχε στείλει από τη Νέα Υόρκη, με το οποίο περιδιαβαίνει την Calle Real στη Λα Κορούνια.

Ο ναύτης και η χορεύτρια

Ο Τζόζεφ ήρθε στις Ηνωμένες Πολιτείες όταν ήταν ακόμα νέος. Ως νεαρός, έγινε ναύτης και πέρασε χρόνια στα δανέζικα εμπορικά πλοία. Όταν τελικά έριξε άγκυρα, δεν απομακρύνθηκε πολύ από τις αποβάθρες.

Προσλήφθηκε ξανά κατά τη διάρκεια του πολέμου για να μεταφέρει προμήθειες σε πλοία που πολεμούσαν στην Ευρώπη. Η Πιλάρ ήταν χορεύτρια φλαμένκο.

Στην αίθουσα με το μπιλιάρδο -η οποία για χρόνια λειτουργούσε ως τραπεζαρία του μπαρ- κρέμεται ακόμα στον τοίχο μια αφίσα από ένα φεστιβάλ, που ανακοινώνει τη συγκλονιστική παράσταση της Πιλάρ Μοντέρο, ένα πάρτι που κράτησε μέχρι το ξημέρωμα με χορούς όπως φαντάνγκο, σεβιγιάνες, ρούμπες, σεγκουιδίγιας και ταράντας.

Η διχόνοια στην οικογένεια

Πριν ανοίξουν το μπαρ, ο Τζόζεφ και η Πιλάρ είχαν ένα παντοπωλείο, το οποίο τελικά πούλησαν στην Έμα. Λίγο μετά κατασκευάστηκε ο αυτοκινητόδρομος, ο οποίος οδήγησε το μαγαζί τους στο κλείσιμο.

Αυτή ήταν η αρχή μιας διαμάχης που θα εδραιωνόταν βαθιά. Οι δύο κλάδοι της οικογένειας Μοντέρο γέρασαν, ο καθένας στη δική του πλευρά του δρόμου, εξυπηρετώντας τους ίδιους πελάτες, ακούγοντας τις ίδιες ιστορίες και τρέφοντας διαφορετικές οπτικές για την ίδια μνησικακία.

Οι καιροί γύρισαν

Μεταξύ του 1955 και του 1970, τα πράγματα άλλαξαν. Η μηχανοποίηση της εργασίας κατέστησε τους λιμενεργάτες περιττούς.

Η Νέα Υόρκη έχασε την υπομονή της με τους πολέμους για τον έλεγχο του λιμανιού και των συνδικάτων του μεταξύ της ιταλικής και της ιρλανδικής μαφίας. Το λιμάνι μεταφέρθηκε στο Νιου Τζέρσεϊ και οι ναυτικοί το ακολούθησαν.

Κάποιοι συνέχιζαν να διασχίζουν τον κόλπο από πίστη στους Μοντέρο. Στη συνέχεια, τα χρήματα του Μανχάταν έκαναν το άλμα πέρα από τον Ιστ Ρίβερ και εξυγίαναν τη συνοικία του κόκκινου φωτός. Σήμερα, οι αποβάθρες είναι πάρκα.

Ανάμεσα σε δύο εποχές

Η γενιά του Πέπε αποφοίτησε, αντάλλαξε τις επιχειρήσεις των γονιών της με γραφεία και εστιατόρια· το Μπρούκλιν Χάιτς με προάστια φιλικά προς τις οικογένειες. Επισκέπτονταν τον Μοντέρο πού και πού, όπως οι γονείς τους επισκέπτονταν τη Γαλικία πού και πού, μέχρι που ο χρόνος τους εξαντλήθηκε.

«Εγώ θα ήμουν ο νεότερος, και σύντομα θα γίνω 80» λέει ο Πέπε. Δίδαξε σε δημόσια σχολεία για 40 χρόνια, αλλά ποτέ δεν απομακρύνθηκε από το Montero. Όπως κι αυτός, το μπαρ βρισκόταν εγκλωβισμένο ανάμεσα σε δύο εποχές.

O απογευματινός ήλιος

Μια μέρα, ο ισπανικής καταγωγής συγγραφέας Εντουάρντο Λάγκο έφτασε στις ακτές του Montero. Το 1988, ο Φεντερίκο και ο Ατσέρο Μάνιας, δύο αδέλφια που ήθελαν να ασχοληθούν με τον κινηματογράφο, του νοίκιασαν ένα στούντιο στο κτίριο του 19ου αιώνα που μοιράζονταν με τη μητέρα τους στην Προμενάδα του Μπρούκλιν Χάιτς, πάνω σε έναν λόφο με θέα στον Ιστ Ρίβερ, στο κάτω Μανχάταν και στους γερανούς των λιμανιών του Τζέρσεϊ.

Στον Εδουάρδο άρεσε να παρατηρεί πώς άλλαζε το φως καθώς ο απογευματινός ήλιος αντανακλούσε στις γυάλινες προσόψεις των ουρανοξυστών της Γουόλ Στριτ.

Στη συνέχεια, κατέληγε στο μπαρ της γωνίας, ένα μέρος που τον βοηθούσε να απαλύνει τη νοσταλγία του για την Ισπανία, το οποίο διευθύνει ένας γέρος ναύτης από τη Γαλικία που φαινόταν να έχει βγει κατευθείαν από κάποιο βιβλίο.

Υπήρχε επίσης ένας «ομοφυλόφιλος Κουβανός με γυάλινο μάτι» και ένας άντρας που έπινε και έγραφε μόνος του, στην άκρη του μπαρ

MonteroMontero

Montero Bar / Instagram

Οι αλλόκοτοι και οι φευγάτοι

Εκείνη την εποχή, έφτανε μια νέα γενιά Ισπανών, εξόριστοι όπως ο θεατρικός συγγραφέας Φερμίν Καμπάλ, ο συγγραφέας Χαβιέρ Πουέμπλα, οι Ceesepe και El Hortelano και η ηθοποιός Άνα Τορρέντ. Μερικοί έμεναν μέχρι το ξημέρωμα με τον Λάγκο και τους αδελφούς Μάνιας στο Montero.

Ο Λάγκο σύχναζε στο μπαρ με τους άλλους θαμώνες και με τον Τζόζεφ, έναν άντρα που αναλάμβανε κάθε χαμένη υπόθεση όσων περνούσαν το κατώφλι. Υπήρχε επίσης ένας άντρας με νανισμό, τόσο ψηλός όσο το μπαρ, που έπινε μινιατούρες Budweiser («προσαρμοσμένες στο ύψος του, αλλά σε έκανε να νομίζεις ότι η προοπτική σου ήταν λάθος, ότι εσύ ήσουν ο γίγαντας», θυμάται ο Λάγκο).

Υπήρχε επίσης ένας «ομοφυλόφιλος Κουβανός με γυάλινο μάτι» και ένας άντρας που έπινε και έγραφε μόνος του, στην άκρη του μπαρ.

Ένας βασανισμένος δημοσιογράφος

Ο Τζόζεφ έκανε τον Λάγκο εμπιστευτικό του, διηγούμενος του ιστορίες από τα νεανικά του χρόνια. «Μου θύμιζε πολύ τον χαρακτήρα του Θερβάντες από το “Ρινκονέτε και Κορταδίγιο”, παγιδευμένο σε ένα θολό περιβάλλον με στοιχεία του υποκόσμου, αλλά αρκετά έντιμο» λέει ο Λάγκο.

Μια νύχτα του 1988, ο Λάγκο επέστρεψε στο σπίτι του από το Montero και άρχισε να γράφει. Δεν σταμάτησε για 20 χρόνια. Η αργή ωρίμανση δύο δεκαετιών μετέτρεψε εκείνες τις πρωινές ώρες στο Montero σε ιστορίες στο μυαλό του και οδήγησε στο πρώτο του μυθιστόρημα.

Πρωταγωνιστής του είναι ένας βασανισμένος δημοσιογράφος που πίνει και γράφει μόνος του σε μια ταβέρνα στο λιμάνι του Μπρούκλιν, η οποία ανήκει σε έναν Γαλικιανό και την συχνάζουν Ολλανδοί ναυτικοί, ένας νεαρός συγγραφέας, ένας άνδρας με νανισμό και ένας ομοφυλόφιλος Κουβανός με γυάλινο μάτι. Το ονόμασε «Call Me Brooklyn».

«Call Me Brooklyn» του Εντουάρντο Λάγκο

«Από πού είσαι;»

Στο τέλος του αιώνα, ο Τζόζεφ αποχαιρέτησε την οικογένειά του. «Είπε: “Θέλω να γυρίσω στη Γαλικία και να δω τους τελευταίους φίλους μου που είναι ακόμα ζωντανοί”», θυμάται ο Πέπε.

Το οικογενειακό σπίτι στο Μεϊράς βρισκόταν δίπλα σε μια μικρή εκκλησία, όπου η οικογένεια του αποθανόντος δικτάτορα Φρανθίσκο Φράνκο πήγαινε στην κυριακάτικη λειτουργία όταν περνούσε το καλοκαίρι στο «πάσο» της, μια παραδοσιακή κατοικία που συχνά κατοικούνταν από την αριστοκρατία.

Όταν ήταν νέος, μια μέρα ο Τζόζεφ είχε πλησιάσει τον ιερέα, τον Ντον Αντόνιο, και είχε διαπραγματευτεί μια θέση στο νεκροταφείο. «Και όταν πέθανε στην Ισπανία, πήγαμε όλοι εκεί και θάφτηκε στο Μεϊράς, στο μαυσωλείο που είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του». Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ο Πέπε πάτησε το πόδι του στη Γαλικία. Θα ήθελε να επιστρέψει.

«Μόνο για διακοπές. Όχι για να ζήσω, εγώ μένω εδώ. Όλοι οι φίλοι μου είναι εδώ, και τα παιδιά μου». Όταν τον ρωτούν, ωστόσο, από πού είναι, τι απαντά; Από τη Νέα Υόρκη ή από τη Γαλικία; «Από τη Γαλικία».

Η φιγούρα στο σκαμπό

Η Πιλάρ έζησε περισσότερο από μια δεκαετία μετά τον θάνατο του συζύγου της, και έγινε μόνιμη παρουσία στο σκαμπό της, στην είσοδο του μπαρ.

Εκεί, υποδεχόταν τους παλιούς της φίλους από τη Γαλικία, αποκοιμιόταν ή περνούσε το απόγευμα πίνοντας με τον Φρανκ Μακόρτ, έναν άλλο συγγραφέα που μετακόμισε στο διαμέρισμα πάνω από το μπαρ, κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ και αργότερα θα αναπολούσε στις αναμνήσεις του το κόκκινο τρεμόπαιγμα της πινακίδας νέον πάνω από το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς του.

«Κάθε μέρα καθόταν στη γωνία με τη μητέρα μου, και οι δυο τους μεθούσαν» λέει ο Πέπε. Η Πιλάρ πέθανε το 2012, έχοντας γίνει μια από εκείνες τις προσωπικότητες με αληθινό κύρος που η Νέα Υόρκη απολαμβάνει να αποκαλεί δικές της. Η «New York Times» δημοσίευσε τη νεκρολογία της.

Στο ίδιο μέρος

Μετά το θάνατο του Τζόζεφ, ο Λάγκο σταμάτησε να περνάει τόσο συχνά από το Montero. «Μου πήρε χρόνια να συνειδητοποιήσω τι είχε συμβεί εκεί», λέει. Μετακόμισε στο Μανχάταν, κέρδισε το ισπανικό λογοτεχνικό βραβείο Ναδάλ και διηύθυνε το Ινστιτούτο Θερβάντες της Νέας Υόρκης για μερικά χρόνια.

Τον Μάρτιο, επέστρεψε στο μπαρ μετά από πολύ καιρό που δεν είχε πάει. Περπάτησε μέσα, κοιτάζοντας τους τοίχους, σχεδόν αναγνωρίζοντάς τους με την αφή, ανακαλύπτοντας ξανά στις φωτογραφίες πρόσωπα των χαρακτήρων του «Call Me Brooklyn» που δεν είχε δει εδώ και χρόνια. Δεν έμεινε πολύ.

Στη συνέχεια, περπάτησε μέχρι το σπίτι όπου είχε ζήσει με τους αδελφούς Μάνιας και επέστρεψε στο Μανχάταν μέσω της παραλιακής οδού, παρατηρώντας πώς άλλαζε το φως το απόγευμα.

Τέλος εποχής;

Ο Πέπε κληρονόμησε το κτίριο που είχαν αγοράσει οι γονείς του για μερικές χιλιάδες δολάρια και το πούλησε για εκατομμύρια. Οι νέοι ιδιοκτήτες του, δύο αδέλφια που διαθέτουν αρκετά εστιατόρια με ναυτικό θέμα, είχαν βάλει στο μάτι το Montero εδώ και χρόνια.

Έχουν υποσχεθεί να το διατηρήσουν ακριβώς όπως είναι, χωρίς να πειράξουν ούτε ένα σωματίδιο σκόνης. Σκοπεύουν μάλιστα να ξανανοίξουν την κουζίνα.

Ο Πέπε θέλει να συνταξιοδοτηθεί: η πολυαναμενόμενη επιστροφή στη Γαλικία. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς το μπαρ χωρίς αυτόν.

Τα αδέλφια θέλουν να τους βοηθήσει, για να διασφαλίσουν ότι ο τελευταίος μάρτυρας μιας εποχής που στο Μπρούκλιν Χάιτς μιλούσαν ισπανικά με γαλικιανή προφορά και η Atlantic Avenue ήταν η πύλη προς τη Νέα Υόρκη θα παραμείνει μέσα σε αυτούς τους τοίχους, σαν σε μια στενή καμπίνα πλοίου. Ίσως το κάνει.

*Με στοιχεία από elpais.com



Πηγή: in.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ