Του Νίκου Κωτσικόπουλου
Η μείωση των ασφαλίστρων κινδύνου για τις ελληνικές τράπεζες με τη συμφωνία επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ είναι μόνον η αφορμή για ανοδικές αναθεωρήσεις τιμών-στόχων από ελληνικούς και ξένους οίκους, που ξεκίνησαν μόλις. Επιστρέφοντας στις business, οι ελληνικές τράπεζες έχουν περάσει σε φάση ανάπτυξης από τη φάση της εξυγίανσης. Δεν στηρίζονται σε υψηλά επιτόκια, αλλά σε αύξηση δανείων, προμήθειες, ασφαλιστικές εργασίες και διαχείριση κεφαλαίων.
Παράλληλα, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να κινείται καλύτερα από τον μέσο όρο της Ευρώπης, ενώ η αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς σε ανεπτυγμένη μπορεί να φέρει νέα θεσμικά κεφάλαια. Σε αυτό το περιβάλλον, οι οίκοι βλέπουν περιθώριο νέας επανατιμολόγησης των τραπεζικών μετοχών, παρά το ράλι που προηγήθηκε.
Συνολικά, οι εκθέσεις των οίκων δεν λένε μόνον ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι φθηνές επειδή απλώς υποχώρησε ο κίνδυνος. Λένε ότι έχουν αλλάξει ποιότητα, έχουν ανέβει κατηγορία. Τα κεφάλαια είναι ισχυρά, οι δείκτες κόκκινων δανείων δεν θυμίζουν την προηγούμενη δεκαετία, η οργανική κερδοφορία κρατά, οι διοικήσεις αυξάνουν μερίσματα και αγορές ιδίων μετοχών, ενώ η πιστωτική ζήτηση επιστρέφει κυρίως από επιχειρήσεις, επενδύσεις και έργα.
Έτσι, οι τιμές – στόχοι κινούνται υψηλότερα και οι συστάσεις παραμένουν θετικές, με μικρές διαφοροποιήσεις στην προτίμηση κάθε οίκου. Η Alpha Bank προβάλλει ως στοίχημα αποτίμησης σε σχέση με τις άλλες συστημικές τράπεζες, ενώ η απόσταση από αυτές, που καλύπτεται συνεχώς, δεν δικαιολογεί τις παρούσες αποτιμήσεις συγκρίνοντας τις λογιστικές αξίες.
Η Eurobank είναι αυτή που προβάλλει ως η πιο διαφοροποιημένη και σταθερή επιλογή, η Τράπεζα Πειραιώς ως η πλέον ξεκάθαρη έκθεση στην ελληνική ανάπτυξη και η Εθνική Τράπεζα ως ποιοτική και με μεγάλα κεφάλαια, αλλά με πιο ακριβή μετοχή. Το κοινό μήνυμα των οίκων είναι ότι το τραπεζικό story δεν έχει κλείσει. Το ζητούμενο είναι αν η κερδοφορία θα μείνει υψηλή, χωρίς νέα επιβάρυνση από κόστος κινδύνου τα επόμενα κρίσιμα τρίμηνα.
Στο πιο πρόσφατο report, η Eurobank Equities μεταφέρει την Alpha Bank στις κορυφαίες επιλογές της, αντικαθιστώντας την Τράπεζα Πειραιώς, χωρίς όμως να αλλάζει αρνητικά την άποψή της για την Πειραιώς. Επαναλαμβάνει σύσταση αγοράς και για τις δύο τράπεζες, ενώ συνολικά διατηρεί θετική στάση για το σύνολο του ελληνικού τραπεζικού κλάδου, εκτιμώντας ότι η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και η αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών κινδύνων μπορούν να οδηγήσουν σε περαιτέρω συμπίεση των ασφαλίστρων κινδύνου και σε υψηλότερες αποτιμήσεις για τις ελληνικές τράπεζες.
Η Alpha Bank, λέει, διαπραγματεύεται στο 1,17 της ενσώματης λογιστικής αξίας του 2026, έναντι περίπου 1,5 φορών για τις υπόλοιπες συστημικές τράπεζες, και κλείνει σε 3 μονάδες φέτος το κενό στην απόδοση ιδίων κεφαλαίων, από περίπου 6 μονάδες το 2024, ενώ θα υποχωρήσει κι άλλο.
Τι βλέπουν Morgan Stanley και Optima Bank
Είναι όμως η Morgan Stanley που βάζει το ίδιο αφήγημα σε ευρύτερο μακροοικονομικό πλαίσιο. Βλέπει την ελληνική οικονομία να αναπτύσσεται με 2,1% το 2026 και 2,0% το 2027, με επενδύσεις αυξημένες περίπου 5% τον χρόνο, με πρωτογενή πλεονάσματα και χρέος που υποχωρεί στο 131,5% του ΑΕΠ έως το 2027.
Αυτό, κατά τον οίκο, στηρίζει δάνεια, καταθέσεις και προμήθειες. Η Morgan Stanley τονίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται ακόμη με έκπτωση περίπου 10% σε όρους P/E για το 2028 έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών, ενώ έχουν καλύτερη προοπτική αύξησης ενσώματης λογιστικής αξίας και μερισμάτων. Κορυφαία επιλογή είναι η Alpha Bank, με τιμή-στόχο 4,90 ευρώ. Για τη Eurobank δίνει 4,90 ευρώ, για την Τράπεζα Πειραιώς 11,30 ευρώ και για την Εθνική Τράπεζα 17,20 ευρώ, με ουδέτερη σύσταση.
Η Optima Bank θεωρεί ότι οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν από τις πιο ελκυστικές τραπεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη, παρά την άνοδο των μετοχών. Το βασικό της επιχείρημα είναι ότι η κερδοφορία γίνεται πιο διατηρήσιμη, επειδή τα καθαρά έσοδα από τόκους στηρίζονται περισσότερο στους όγκους δανείων και λιγότερο στα περιθώρια.
Περιμένει απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων 13%-16,5% έως το 2028, μέση ετήσια αύξηση κερδών ανά μετοχή περίπου 10%, χαμηλό κόστος κινδύνου στις 40-50 μονάδες βάσης και δείκτη κόστους προς έσοδα κοντά στο 35%-36%. Οι τιμές-στόχοι της Optima είναι 4,79 ευρώ για την Alpha Bank, 5,05 ευρώ για τη Eurobank, 18,10 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα και 10,52 ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς.
Τι λένε Jefferies και Deutsche Bank
Η Jefferies υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα έχει περάσει από την ανάκαμψη σε φάση πιο σταθερής ανάπτυξης. Επαναλαμβάνει αγορά για Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς, δίνοντας βάρος στην πιστωτική επέκταση, στο Ταμείο Ανάκαμψης και στη δημοσιονομική βελτίωση. Υπενθυμίζει ότι το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε 2,1% το 2025 και 2,0% στο πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ η συνολική αύξηση χορηγήσεων τον Απρίλιο ήταν 8%, με τα επιχειρηματικά δάνεια στο 11%.
Σημειώνει επίσης ότι από τα 18 δισ. ευρώ δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης είχαν εκταμιευθεί 5,8 δισ. ευρώ στους τελικούς δικαιούχους, με τραπεζική συγχρηματοδότηση 3,9 δισ. ευρώ. Οι τιμές-στόχοι της Jefferies είναι 5,00 ευρώ για την Alpha Bank, 5,10 ευρώ για τη Eurobank, 18,10 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα και 10,35 ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς.
Η Deutsche Bank στέκεται στην ανθεκτικότητα των κερδών. Βλέπει ισχυρή αύξηση επιχειρηματικών δανείων, σταθεροποίηση καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων, επιτάχυνση προμηθειών και καλύτερη ποιότητα ενεργητικού. Κορυφαία επιλογή της είναι η Eurobank, λόγω διεθνούς διαφοροποίησης, εξαγορών και ισχυρού προφίλ κερδών.
Προτιμά επίσης την Alpha Bank για την αποτίμηση και τη λειτουργική βελτίωση, βλέπει συνέχιση ανάκαμψης στην Τράπεζα Πειραιώς, ενώ για την Εθνική Τράπεζα αναγνωρίζει ποιότητα και κεφάλαια, αλλά θεωρεί ότι η υψηλότερη αποτίμηση περιορίζει το περιθώριο ανόδου. Οι τιμές – στόχοι της Deutsche Bank είναι 4,80 ευρώ για την Alpha Bank, 5,00 ευρώ για τη Eurobank, 17,10 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα και 10,15 ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς.
Πηγή: capital.gr




