Ο Τραμπ ηττήθηκε στο Ιράν αλλά ίσως πρόσφερε μια νέα ευκαιρία στις ΗΠΑ

Ο Τραμπ ηττήθηκε στο Ιράν αλλά ίσως πρόσφερε μια νέα ευκαιρία στις ΗΠΑ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Ιρανοί και Αμερικανοί αξιωματούχοι εκφράζουν δημόσια διαφορετικές εκτιμήσεις τόσο για τις διαπραγματεύσεις όσο και το αποτέλεσμα του πολέμου. Πρώην ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ στο Ιράν όμως είναι πεπεισμένος, για δύο πράγματα: οι ΗΠΑ ηττήθηκαν στρατιωτικά και αυτό θα τις… ωφελήσει.

Με παρέμβασή του στους New York Times, ο Ρόμπερτ Μάλεϊ -που υπήρξε και ο βασικός διαπραγματευτής της πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν του 2015 (JCPOA)- κάνει λόγο για έναν «περιττό», «αδικαιολόγητο» και «παράνομο πόλεμο» που «έπληξε την παγκόσμια οικονομία και εξόργισε την αμερικανική κοινή γνώμη».

Ωστόσο, στο άρθρο του που συνυπογράφει με τον επισκέπτη λέκτορα στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ Στίβεν Βέρτχαϊμ, υποστηρίζει ότι ίσως αυτός ο πόλεμος αφήσει πίσω του ένα απροσδόκητο δώρο: «μια διαρκή αποστροφή προς τη στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν και μια ευκαιρία να αντικατασταθούν δεκαετίες αποτυχημένης πολιτικής με σοβαρή διπλωματία».

Έτσι, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μια άνευ προηγουμένου ελευθερία να έρθει σε συνεννόηση με την Τεχεράνη, σύμφωνα με την ανάλυση. Η μεν Αριστερά δεν αμφισβήτησε την συμφωνία, καθώς θέλει να σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Τα δε «γεράκια» της Ουάσιγκτον φωνάζουν, αλλά έχοντας αποξενώσει εδώ και χρόνια τους Δημοκρατικούς, σύμφωνα με τους δύο ειδικούς, κινδυνεύουν να μείνουν πολιτικά άστεγα αν συγκρουστούν πλήρως με τον Τραμπ. Ούτε μπορούν εύκολα να αποστασιοποιηθούν από τον πρόεδρο.

Μάλεϊ και Βέρτχαϊμ επισημαίνουν στη συνέχεια πως οι διάδοχοι του Τραμπ θα γνωρίζουν το κόστος του πολέμου. «Θα έχουν δει ότι οι ΗΠΑ κατανάλωσαν γρήγορα τεράστιες ποσότητες προηγμένων πυρομαχικών, απαραίτητων για την Ευρώπη και την Ασία, χωρίς να καταφέρουν να εξαλείψουν τους ιρανικούς πυραύλους και τα drones. Ότι το Ιράν πήρε γρήγορα τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, επιβάλλοντας σαφές κόστος στους απλούς Αμερικανούς, ενώ οι ΗΠΑ δεν διέθεταν στρατιωτικές επιλογές για να ανοίξουν το πέρασμα. Ότι, παρά όλους τους βομβαρδισμούς, το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο μέσω διαπραγματεύσεων με ένα καθεστώς που βγήκε ενισχυμένο, δικαιωμένο και νικηφόρο».

Με λίγα λόγια, λένε οι δύο ειδικοί, οι μελλοντικοί πρόεδροι θα θυμούνται ότι ο πόλεμος ήταν αντιπαραγωγικός ακόμη και με βάση τους δικούς του στόχους και ότι πραγματοποιήθηκε εις βάρος κάθε άλλης εξωτερικής και εσωτερικής προτεραιότητας.

«Κάλεσμα για πόλεμο»

Ένα επιπλέον κέρδος από την εξέλιξη του πολέμου θα είναι πως αποδυναμώνονται οι επικριτές της πυρηνικής συμφωνίας του 2015, οι ισχυρίζονταν ότι το μόνο που ήθελαν ήταν μια «καλύτερη συμφωνία», που θα επιτυγχανόταν μέσω πίεσης αλλά όχι βίας.

«Σήμερα έχουν εκτεθεί, αφού στοιχήθηκαν πίσω από μια μεγάλη επίθεση που εξαπολύθηκε από έναν πρόεδρο που περηφανεύεται για τον αυτοσχεδιασμό του, χωρίς να υπάρχει κάποια επικείμενη απειλή, και η οποία κατέληξε σε μια συμφωνία που αδυνατούν να υπερασπιστούν. Από εδώ και πέρα, οι υποσχέσεις τους περί εξαναγκασμού χωρίς κόστος θα ακούγονται όπως ακριβώς είναι: ως κάλεσμα για πόλεμο» σημειώνουν.

Μείωση της ισραηλινής μόχλευσης

Επιπλέον, οι δύο αναλυτές τονίζουν πως αν και οι αμερικανικές διαφωνίες με την Τεχεράνη έχουν βαθιές ρίζες, η ένταση της εχθρότητας προς το Ιράν – και η προθυμία προσφυγής στη βία – οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μοναδική δέσμευση της Ουάσιγκτον προς το Ισραήλ, το οποίο θεωρεί το πυραυλικό και μη επανδρωμένο οπλοστάσιο του Ιράν, τους περιφερειακούς συμμάχους του και τις πυρηνικές του φιλοδοξίες, ως άμεσες και υπαρξιακές απειλές.

«Σήμερα, όμως, η αμερικανοϊσραηλινή σχέση βρίσκεται υπό πρωτοφανή πίεση. Η πορεία του πολέμου είναι αποκαλυπτική. Αυτό που ξεκίνησε ως η στενότερη και πιο ολοκληρωμένη αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική εκστρατεία στην ιστορία κατέληξε με έναν αμερικανό ηγέτη να επιπλήττει δημόσια τον ισραηλινό ομόλογό του με τους σκληρότερους χαρακτηρισμούς»

Την ίδια στιγμή, η αμερικανική κοινή γνώμη στράφηκε εναντίον του Ισραήλ: το 60% των Αμερικανών ενηλίκων έχει πλέον αρνητική άποψη για το Ισραήλ, έναντι 42% το 2022, κυρίως επειδή βλέπει να διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα στη συμπεριφορά του Ισραήλ και στα αμερικανικά συμφέροντα.

Αν και η αμερικανική αντίδραση απέναντι στο Ισραήλ μπορεί βεβαίως να υποχωρήσει, και οι διάδοχες ισραηλινές κυβερνήσεις του Νετανιάχου θα επαναφέρουν μια κάποια κανονικότητα στις διμερείς σχέσεις, δεν θα είναι όπως πριν. «Μετά τον πόλεμο στη Γάζα, μετά το Ιράν, και αφού η κριτική προς την αμερικανική υποστήριξη στο Ισραήλ έχει μετατραπεί σε λαϊκό πολιτικό ζήτημα που συγκινεί πολίτες από την αριστερά έως τη δεξιά, το έργο αυτό θα είναι δύσκολο».

Τέλος, ο πρώην ειδικός απεσταλμένος στο Ιράν και ο επισκέπτης λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ καταλήγουν πως «όσοι αντιτάχθηκαν στον χθεσινό πόλεμο με το Ιράν έχουν συμφέρον να αποτρέψουν τον αυριανό, να σπάσουν τον φαύλο κύκλο της αμερικανικής εμπλοκής σε συγκρούσεις για τις οποίες οι ΗΠΑ μετανιώνουν ολοένα ταχύτερα και εντονότερα όσο αυτές επαναλαμβάνονται. Η αποστολή αυτή μόνο αδύνατη δεν είναι».

Πηγή: in.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ