Φέτος, για πρώτη χρονιά στα χρονικά, η Κύπρος θα προσπαθήσει να διεκδικήσει Όσκαρ για δική της παραγωγή. Πριν σας μιλήσουμε για αυτό το πρωτοφανές γεγονός που έχει σημασία και για τις δικές μας παραγωγές, ας δούμε αναλυτικά το χρονικό.
Η Μεγαλόνησος των τηλεοπτικών παραγωγών και νέος τόπος διεξαγωγής γυρισμάτων
Η σημερινή κινηματογραφική άνθηση της Κύπρου δεν προέκυψε από το πουθενά. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, όταν η εγχώρια οπτικοακουστική παραγωγή βρέθηκε αντιμέτωπη με σημαντικές περικοπές και περιορισμένες ευκαιρίες απασχόλησης, κύπριοι παραγωγοί επένδυσαν σε υψηλού κόστους για τα δεδομένα της εποχής φιλόδοξες σειρές μυθοπλασίας. Παραγωγές όπως το «Μπρούσκο», οι «Δίδυμες Φεγγάρες», το «Τατουάζ», το «Κόκκινο Ποτάμι» και αρκετές ακόμη έδωσαν εργασία σε εκατοντάδες Έλληνες ηθοποιούς, τεχνικούς και δημιουργούς, διατηρώντας ζωντανό ένα σημαντικό κομμάτι του ελληνόφωνου οπτικοακουστικού οικοσυστήματος. Παράλληλα, αυτές οι δουλειές, ανέπτυξαν το know how της Κύπρου στο να ανοιχτεί στη διεθνή αγορά παραγωγής οπτικοακουστικών προϊόντων.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία η Κύπρος απέκτησε τεχνογνωσία, επαγγελματικά δίκτυα, παραγωγική εμπειρία και αυτοπεποίθηση. Οι επενδύσεις που αρχικά στόχευαν στην τηλεόραση δημιούργησαν σταδιακά τις προϋποθέσεις για τη σημερινή ανάπτυξη του κινηματογράφου, επιτρέποντας στη χώρα να περάσει από τη φιλοξενία και τη συμπαραγωγή στη δημιουργία έργων με διεθνή φεστιβακή και πλέον οσκαρική φιλοδοξία.
Η Κύπρος δεν είναι πλέον απλώς ένας μικρός εταίρος σε ελληνικές συμπαραγωγές ή «ο ζήτουλας» των ελληνικών φορέων και αυτό γιατί έπεσε ιδρώτας.
Παράλληλα με την ανάπτυξη του δημιουργικού και φεστιβαλικού κινηματογράφου, η Κύπρος επιχείρησε τα τελευταία είκοσι χρόνια να δημιουργήσει και έναν πιο εμπορικό κινηματογράφο (κωμωδίες στο ύφος της «Αίγας Φούξια»), κάτι ιδιαίτερα δύσκολο για μια αγορά με περιορισμένο πληθυσμό και μικρό αριθμό αιθουσών.
Πριν από αυτό όμως, ήδη από το νέο millennium εμφανίστηκαν παραγωγές που αναζητούσαν ευρύτερο κοινό, όπως το «Fish n’ Chips» (2011) του Ηλία Δημητρίου, ενώ ακολούθησαν ταινίες που συνδύαζαν κυπριακά και ελληνικά στοιχεία, αξιοποιώντας γνωστά πρόσωπα από την ελληνική τηλεόραση και τον κινηματογράφο.
Η πιο χαρακτηριστική ίσως περίπτωση των τελευταίων ετών ήταν η κωμωδία «Smac» (2015), επίσης του Ηλία Δημητρίου, με συμμετοχές γνωστών Ελλήνων ηθοποιών. Η ταινία προσπάθησε να απευθυνθεί ταυτόχρονα στο κυπριακό και στο ελληνικό κοινό, ακολουθώντας ένα μοντέλο που θύμιζε τις εμπορικές ποιοτικές ελληνικές παραγωγές της εποχής. Αντίστοιχες προσπάθειες έγιναν και με πιο λαϊκές ή ρομαντικές κωμωδίες, οι οποίες μπορεί να μην κατέγραψαν εντυπωσιακά εισπρακτικά αποτελέσματα εκτός Κύπρου, ωστόσο απέδειξαν ότι υπάρχει κοινό πρόθυμο να δει κυπριακές ιστορίες πέρα από το φεστιβαλικό κύκλωμα.
Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι σήμερα οι κυπριακές παραγωγές δεν αντιμετωπίζουν το δίλημμα «εμπορικό ή καλλιτεχνικό». Η επιτυχία του «Smuggling Hendrix» («Αναζητώντας τον Χέντριξ», 2018) στο φεστιβάλ της Tribeca απέδειξε ότι μια ταινία μπορεί να συνδυάσει χιούμορ, τοπική ταυτότητα και διεθνή απήχηση, ανοίγοντας τον δρόμο για μια νέα γενιά δημιουργών που δεν φοβάται να συνομιλήσει ταυτόχρονα με το κοινό και τα φεστιβάλ.
Και κάπου εκεί, μπαίνουν αρκετές διεθνείς συμπαραγωγές που επιλέγουν το Κυπριακό έδαφος για γυρίσματα… και ξυπνούν την αγορά.
Τα Όσκαρ αλλάζουν και η Κύπρος οργανώνεται
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η κινητικότητα συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η Ακαδημία αναπροσαρμόζει συνεχώς τους κανόνες της κατηγορίας Διεθνούς Ταινίας. Για την Οσκαρική σαιζόν 2027 η προθεσμία υποβολής μεταφέρθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, ενώ η Ακαδημία συνεχίζει να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη διαφάνεια των εθνικών επιτροπών επιλογής και στη σαφή προέλευση των έργων, δίνοντας όμως το δικαίωμα πλέον και σε μεμονωμένους φορείς να προτείνουν τις ταινίες τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Κύπρος ανακοίνωσε στα τέλη του 2025 τη συγκρότηση μόνιμης Εθνικής Επιτροπής Επιλογής για τα Όσκαρ, με συμμετοχή θεσμικών εκπροσώπων και επαγγελματιών του κινηματογράφου. Η απόφαση ήρθε αμέσως μετά από μια σειρά διεθνών επιτυχιών κυπριακών παραγωγών.
«Κράτα Με»: η ταινία που άλλαξε τα δεδομένα
Η μεγαλύτερη επιτυχία ανήκει αναμφίβολα στη Μυρσίνη Αριστείδου και το «Κράτα Με» («Hold Onto Me»), το οποίο έγινε η πρώτη κυπριακή ταινία που επιλέχθηκε στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα World Cinema Dramatic του Sundance και η πρώτη ελληνόφωνη ταινία που απέσπασε βραβείο στο συγκεκριμένο τμήμα, κερδίζοντας το Βραβείο Κοινού.
Η ιστορία ακολουθεί μια εντεκάχρονη κοπέλα που έρχεται αντιμέτωπη με την επιστροφή του απόντα πατέρα της, με φόντο μια οικογενειακή κηδεία. Πρόκειται για μια βαθιά προσωπική ταινία ενηλικίωσης, γυρισμένη στην Κύπρο και αναπτυγμένη μέσα από σημαντικά διεθνή εργαστήρια ανάπτυξης σχεδίων.
«Maricel»: το κοινωνικό πρόσωπο της Κύπρου
Από την άλλη πλευρά, το «Maricel» του Ηλία Δημητρίου (που ήδη αναφέραμε και παραπάνω στο κείμενο) επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο. Η ταινία παρακολουθεί μια Φιλιππινέζα οικιακή βοηθό που αναλαμβάνει τη φροντίδα ενός ηλικιωμένου ζευγαριού σε ορεινό χωριό της Κύπρου και σταδιακά βρίσκεται στο επίκεντρο οικογενειακών εντάσεων, εξαρτήσεων και σιωπηλών συγκρούσεων.
Η ταινία εξετάζει ζητήματα μετανάστευσης, εργασίας και κοινωνικών ανισοτήτων, ενώ ήδη έχει ξεκινήσει σημαντική φεστιβαλική πορεία, με διεθνείς διακρίσεις και συμμετοχές σε διοργανώσεις όπως το Los Angeles Greek Film Festival και το Manchester Film Festival. Πριν λίγες μέρες πήρε και το βραβείο Iris καλύτερης συμπαραγωγής, ενώ αδικαιολόγητα αγνοήθηκε από άλλες κατηγορίες αφού κρίθηκε μη ελληνική παραγωγή.
«Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων» και η αναζήτηση κοινού
Μαζί με το «Κράτα Με» και το «Maricel», η κυπριακή παραγωγή επιχείρησε φέτος κάτι μοναδικό: Να παράξει μια μετάφορά της γνωστής ιστορίας του Σκρούτζ, αποσπώντας 3 τεχνικά βραβεία Ίρις στη 17η απονομή βραβείων της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
Υπάρχει κινηματογραφική βιομηχανία στην Κύπρο;
Αν και το μέγεθος της αγοράς παραμένει μικρό, η Κύπρος διαθέτει πλέον δική της κινηματογραφική υποδομή, δικά της φεστιβάλ και θεσμούς, με κορυφαίο το Cyprus Film Days, το επίσημο διεθνές φεστιβάλ της χώρας, καθώς και αναπτυσσόμενα δίκτυα διανομής και αιθουσών κυρίως σε Λευκωσία, Λεμεσό και Πάφο.
Οι περισσότερες εμπορικές διανομές εξακολουθούν να πραγματοποιούνται μέσω συνεργασιών με ελληνικές εταιρείες ή πολυεθνικά δίκτυα, ωστόσο η παραγωγή και η ανάπτυξη έργων παρουσιάζουν πλέον σαφή κυπριακή ταυτότητα.
Το μεγάλο στοίχημα
Μέχρι πριν λίγα χρόνια η Κύπρος εμφανιζόταν στα διεθνή κινηματογραφικά νέα κυρίως ως τόπος γυρισμάτων. Σήμερα εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο ως χώρα παραγωγής.
Το «Κράτα Με» απέδειξε ότι μια κυπριακή ταινία μπορεί να πρωταγωνιστήσει στο Sundance. Το «Maricel» δείχνει ότι οι Κύπριοι δημιουργοί μπορούν να συνομιλήσουν με σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα. Και η δημιουργία εθνικής επιτροπής επιλογής για τα Όσκαρ αποκαλύπτει ότι η χώρα δεν σκέφτεται πλέον μόνο τη συμμετοχή, αλλά και τη στρατηγική παρουσία της στον διεθνή κινηματογραφικό χάρτη. Με άλλα λόγια, η Κύπρος δεν διεκδικεί απλώς μια θέση στη λίστα των υποβολών για το Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας· διεκδικεί τη θέση της ως μια νέα, ανεξάρτητη κινηματογραφική φωνή της Μεσογείου.
Ο κινηματογράφος της Κύπρου, τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει μια αυτόνομη κινηματογραφική στρατηγική μέσω του Κυπριακού Γραφείου Κινηματογράφου (Cyprus Cinema Office), που υπάγεται στο Υφυπουργείο Πολιτισμού και διαθέτει ξεχωριστά προγράμματα χρηματοδότησης για ταινίες μυθοπλασίας, ντοκιμαντέρ, animation και διεθνείς συμπαραγωγές. Παράλληλα, επενδύει στην επαγγελματική κατάρτιση, την κινηματογραφική παιδεία και τη διεθνή δικτύωση.
Η χώρα επιδιώκει συνειδητά να μετατραπεί σε περιφερειακό κόμβο παραγωγών. Μέσω του προγράμματος Film in Cyprus προσφέρει φορολογικά κίνητρα, επιστροφές δαπανών (cash rebate), φορολογικές εκπτώσεις και κίνητρα επενδύσεων σε εξοπλισμό και υποδομές, με στόχο την προσέλκυση ξένων παραγωγών.
Με το Υφυπουργείο Πολιτισμού της Κύπρου να ανακοινώνει πια επίσημα τη σύσταση Εθνικής Επιτροπής Επιλογής αποτελούμενης από επτά επαγγελματίες του κινηματογραφικού χώρου και εγκεκριμένης από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου, οι ενδιαφερόμενες παραγωγές καλούνται να καταθέσουν τις υποψηφιότητές τους έως τις 10 Ιουλίου, με βασικές προϋποθέσεις να πρόκειται για κυπριακή παραγωγή, να έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον επταήμερη εμπορική προβολή σε κινηματογράφο και να είναι κυρίως σε γλώσσα διαφορετική από την αγγλική.
Ανεξάρτητα από το ποια ταινία θα επιλεγεί τελικά, η ιστορία θα γράψει ότι το 2026 ήταν η χρονιά που η Κύπρος αποφάσισε να διεκδικήσει τη θέση της στον παγκόσμιο κινηματογραφικό χάρτη.
www.ertnews.gr
Πηγή: ertnews.gr





