Ο «Παραχαράκτης» – Αποκλειστικό: Ο Jean-Paul Salomé για τον άνθρωπο που μετέτρεψε την παρανομία σε τέχνη

prwti-photo-salome

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Ο σκηνοθέτης JeanPaul Salomé επιστρέφει με τον «Παραχαράκτη» (L’Affaire Bojarski), μια ταινία βασισμένη στην αληθινή ιστορία του διαβόητου παραχαράκτη Ζεράρ Μπογιάρσκι, ενός ανθρώπου που κατάφερνε να ξεγελά επί χρόνια τις γαλλικές αρχές δημιουργώντας πλαστά χαρτονομίσματα σχεδόν αδύνατο να εντοπιστούν. Όμως ο Σαλομέ δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί απλώς μια ιστορία εγκλήματος. Μέσα από τη σκηνοθετική προσέγγιση του που θυμίζει περισσότερο μελέτη χαρακτήρα παρά τυπικό αστυνομικό θρίλερ, εξερευνά τα όρια ανάμεσα στην αντιγραφή και τη δημιουργία, την εμμονή και την τέχνη, την οικογενειακή ζωή και την παρανομία.

Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που αντιμετωπίζει τον πρωταγωνιστή του όχι ως έναν κοινό εγκληματία, αλλά ως μια αντιφατική προσωπικότητα που αναζητά την τελειότητα· έναν άνθρωπο που λειτουργεί με τη λογική ενός μηχανικού και την ευαισθησία ενός καλλιτέχνη, μετατρέποντας την παραχάραξη σε μια ιδιότυπη μορφή δημιουργικής έκφρασης.

Λίγο πριν την πρεμιέρα τις στους θερινούς κινηματογράφους, σας παρουσιάζουμε (με επεξεργασία για την καλύτερη κατανόηση) τη συνέντευξη που μας παραχώρησε στο Παρίσι για την ταινία του «Ο Παραχαράκτης».

Συνέντευξη με τον Jean-Paul Salomé

Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος:

Παρακολουθώντας την ταινία βλέπουμε μια διαφορετική προσέγγιση σε έναν χαρακτήρα που, θεωρητικά, θα μπορούσε εύκολα να είναι τουλάχιστον αντιπαθητικός. Κι όμως, καταλήγουμε να τον συμπαθούμε και να τον κατανοούμε σε βάθος. Ποια στοιχεία του πραγματικού προσώπου ανακαλύψατε και σας βοήθησαν να τον παρουσιάσετε με αυτόν τον τρόπο;

Jean-Paul Salomé:

Βυθίστηκα σε όλο το υλικό και τη σχετική τεκμηρίωση που μου δόθηκε για την ταινία και τον βρήκα αμέσως ενδιαφέροντα. Ακόμη και στις αδυναμίες, στις ρωγμές και στις πιο σκοτεινές πλευρές του, υπήρχε κάτι στο οποίο μπορούσα να αναγνωρίσω στοιχεία του εαυτού μου και να ταυτιστώ.

Αυτό που με γοήτευσε ήταν η εξέλιξή του. Ξεκινά ως ένας παράνομος άνθρωπος, αλλά σταδιακά μετακινείται προς μια σχεδόν καλλιτεχνική μεθοδολογία. Θέλει να γίνει δημιουργός. Αυτό μου φάνηκε πολύ δυνατό και όμορφο.

Παράλληλα υπάρχει η άλλη του πλευρά: προσπαθεί να διατηρήσει μια οικογενειακή ζωή, να μείνει με την ίδια γυναίκα για χρόνια, να κρατήσει ισορροπίες χωρίς πάντα να τα καταφέρνει. Αυτή η διττότητα τον έκανε για μένα συγκινητικό, όχι απαραίτητα συμπαθή, αλλά βαθιά ανθρώπινο. Και αυτά τα συναισθήματα προσπάθησα να μεταφέρω στην οθόνη.

Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος:

Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά σε μια σκηνή που μου έμεινε έντονα: Όταν κρατά για πρώτη φορά ένα πλαστό χαρτονόμισμα και στη συνέχεια αγοράζει πράγματα μόνο και μόνο για να πάρει ρέστα και να διακινήσει τα χρήματα. Στην πορεία όμως χαρίζει τα ψώνια σε ένα ζητιάνο, κάτι που τον σκιαγραφεί. Δεν το εξηγείτε λεκτικά, αλλά δημιουργείτε ένα περιβάλλον όπου ο θεατής καταλαβαίνει ακριβώς τι συμβαίνει.

Jean-Paul Salomé:

Εκεί υπάρχει και μια διάσταση «Ρομπέν των Δασών». Ήταν όμως ταυτόχρονα και κάτι απολύτως πρακτικό.

Για να κυκλοφορήσει τα χαρτονομίσματα έπρεπε να αγοράζει διάφορα πράγματα. Δεν μπορούσε να επιστρέφει κάθε βράδυ στο σπίτι με δέκα κοτόπουλα ή δεκατέσσερα ζευγάρια παπούτσια! Έτσι διέθετε τα προϊόντα στον δρόμο καθώς προχωρούσε.

Αυτό που με εντυπωσίαζε ήταν ότι επρόκειτο για έναν εξαιρετικά ορθολογικό άνθρωπο. Ήταν μια πραγματική πολεμική μηχανή σκέψης. Δεν συνελήφθη επί χρόνια επειδή διέθετε σπάνια ευφυΐα και λειτουργούσε σχεδόν σαν μηχανικός. Κάθε κίνηση ήταν μελετημένη.

Δεν πήγαινε ποτέ δύο φορές στο ίδιο κατάστημα, στην ίδια γειτονιά ή με το ίδιο χαρτονόμισμα. Υπολόγιζε τα πάντα. Ήταν πραγματικά μια μηχανή.

Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος:

Η ταινία αφιερώνει πολύ χρόνο δείχνοντάς μας βήμα προς βήμα τον τρόπο με τον οποίο εργαζόταν. Σε πολλές ταινίες τέτοιες σκηνές θα θεωρούνταν υπερβολικά μεγάλες, όμως εδώ αποκτούν νόημα γιατί μας αποκαλύπτουν κάθε λεπτομέρεια της διαδικασίας. Γιατί ήταν τόσο σημαντικό για εσάς να το υπογραμμίσετε;

Jean-Paul Salomé:

Είναι αστείο γιατί χρειάστηκε να δώσω μάχη ακόμη και με τους χρηματοδότες της ταινίας. Μου έλεγαν: «Είσαι σίγουρος; Δεν γυρίζεις ντοκιμαντέρ. Ο κόσμος θα βαρεθεί».

Εγώ όμως ήμουν βέβαιος. Πίστευα ότι οι θεατές ήθελαν να δουν τον άνθρωπο να εργάζεται και να κατανοήσουν τη μεγαλοφυΐα του.

Ο κινηματογράφος δεν είναι για να λέει απλώς ότι κάποιος είναι ιδιοφυΐα, είναι για να το δείχνει. Όπως θέλεις να δεις έναν ζωγράφο να δημιουργεί, έτσι ήθελα να δούμε και τον Μπογιάρσκι στη «δουλειά» του.

Ήθελα να καταλάβουμε πόσο χρόνο, πόση ενέργεια και πόση αφοσίωση απαιτούσε αυτό που έκανε. Ήταν ιδιοφυΐα, αλλά ήταν και ένας ακούραστος εργάτης. Αφιέρωσε μήνες και χρόνια στη δημιουργία αυτών των χαρτονομισμάτων. Έπρεπε να νιώσουμε όλο αυτό το βάρος.

Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος:

Δεν θέλω να αποκαλύψω πολλά για την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά υπάρχει μια σκηνή άξια αναφοράς. Ακόμη και τη στιγμή που συλλαμβάνεται, κοιτάζει το χαρτονόμισμα και παρατηρεί πως σε ένα σημείο το έχει βελτιώσει σε σχέση με το πρωτότυπο. Είναι μια μικρή λεπτομέρεια, αλλά λέει τα πάντα για τον χαρακτήρα του. Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα;

Jean-Paul Salomé:

Ξεκίνησα την καριέρα μου κάνοντας κωμωδίες, οπότε ίσως έχω αυτή την τάση.

Πιστεύω ότι ακόμη και στα πιο σκοτεινά φιλμ είναι σημαντικό να υπάρχουν μικρές στιγμές χιούμορ. Δίνουν στον θεατή μια ανάσα.

Ήθελα η ταινία να είναι ένα έντονο, αγωνιώδες θρίλερ, αλλά κατά διαστήματα να εμφανίζεται αυτή η μικρή πινελιά χιούμορ. Δίνει επίσης στον χαρακτήρα μια επιπλέον διάσταση.

Είναι μια πολύ λεπτή ισορροπία. Τη διαχειρίζεσαι στο γράψιμο, στις ερμηνείες και φυσικά στο μοντάζ. Είναι σαν τη μαγειρική: κάποια στιγμή προσθέτεις ένα μικρό μπαχαρικό που αλλάζει τη γεύση όλου του πιάτου.

Αυτό είναι ένα είδος κινηματογράφου που αγαπώ.

Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος:

Η ταινία θέτει ενδιαφέροντα ερωτήματα γύρω από την έννοια της πρωτοτυπίας. Βλέπουμε μάλιστα ένα από τα πλαστά χαρτονομίσματα να αποκτά τεράστια αξία ως συλλεκτικό αντικείμενο. Ποια είναι για εσάς η σημασία της έννοιας του «πρωτότυπου»;

Jean-Paul Salomé:

«Ο Παραχαράκτης» πράγματι προβληματίζεται γύρω από τη σχέση πρωτοτύπου και αντιγράφου.

Νομίζω ότι όλα είναι θέμα οπτικής γωνίας. Εκείνη την εποχή η Τράπεζα της Γαλλίας αναγκαζόταν να δημιουργεί νέα χαρτονομίσματα πολύ γρήγορα. Ο Μπογιάρσκι, ως τελειομανής, πίστευε ότι μπορούσε να τα βελτιώσει.

Έβαζε πάνω τους το προσωπικό του αποτύπωμα. Τη δική του υπογραφή, και κατά κάποιον τρόπο αυτό είναι πολύ κοντά σε αυτό που κάνει ένας καλλιτέχνης. Εγώ πήρα την ιστορία του Μπογιάρσκι και δημιούργησα τη δική μου εκδοχή της. Δεν είναι η ιστορία του Μπογιάρσκι. Είναι ο Μπογιάρσκι μέσα από το βλέμμα του Jean-Paul Salomé.

Το ίδιο έκανε κι εκείνος με τα χαρτονομίσματα. Έπαιρνε ένα υπάρχον αντικείμενο και το μετέτρεπε στη δική του εκδοχή. Και αυτό το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον και όμορφο.

Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος:

Υπάρχει μια αναφορά στην ταινία ότι τα χαρτιά του διαζυγίου αποτέλεσαν μία από τις τελευταίες επαφές με τη σύζυγό του. Πρόκειται για πραγματικό γεγονός ή για στοιχείο που προσθέσατε εσείς στο σενάριο;

Jean-Paul Salomé:

Αυτό ανήκει περισσότερο στην εκδοχή του Jean-Paul Salomé παρά στην καταγεγραμμένη ιστορία (σ.σ. λέει σε τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό του).

Στην πραγματικότητα γνωρίζουμε αρκετά πράγματα για τη δράση του Μπογιάρσκι, αλλά πολύ λίγα για την ιδιωτική του ζωή. Δεν υπάρχει πλήρης βιογραφία του.

Έτσι χρειάστηκε να επινοήσουμε αρκετά στοιχεία της οικογενειακής και συναισθηματικής του ζωής, προσπαθώντας πάντοτε να παραμείνουμε όσο το δυνατόν πιο ακριβείς και ειλικρινείς απέναντι στο πνεύμα της ιστορίας.

Η μεγαλύτερη ανταμοιβή ήρθε όταν η κόρη του Μπογιάρσκι, η οποία σήμερα είναι 77 ετών, είδε την ταινία. Μου είπε ότι θυμόταν πολύ καλά εκείνη την περίοδο και ότι πολλά από όσα παρουσιάζονται στην οικογενειακή ζωή της ταινίας συνέβησαν πράγματι με παρόμοιο τρόπο.

Αυτό ήταν ένα από τα πιο όμορφα δώρα που θα μπορούσε να μου κάνει.

Ο «Παραχαράκτης» εκτός από το να περιγράφει μια ιστορία εγκλήματος, είναι μια ταινία που θέτει ερωτήματα γύρω από τη δημιουργία, την αυθεντικότητα και την εμμονή με την τελειότητα. Ο Jean-Paul Salomé αντιμετωπίζει τον Ζεράρ Μπογιάρσκι ως μια σύνθετη ανθρώπινη φιγούρα, αποφεύγοντας τόσο την ηρωοποίηση όσο και τη δαιμονοποίησή του. Μέσα από αυτή την οπτική, η ταινία μετατρέπεται σε μια μελέτη πάνω στη λεπτή γραμμή που χωρίζει τον τεχνίτη από τον καλλιτέχνη και το αντίγραφο από το πρωτότυπο. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο γοητευτικό ερώτημα που αφήνει πίσω της: πότε μια τέλεια αντιγραφή παύει να είναι απλώς ένα αντίγραφο και αποκτά τη δική της ταυτότητα;

[Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της διοργάνωσης της Unifrance].

Η ταινία «Ο Παραχαράκτης» έρχεται στους κινηματογράφους στις 25 Ιουνίου.

www.ertnews.gr

Πηγή: ertnews.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ