«Ο Ρομπέν των Δασών του Χιου Τζάκμαν δεν κλέβει από τους πλούσιους· χαρίζει στους φτωχούς θεατές»

The Death Of Robin Hood

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Υπάρχουν στιγμές στην καριέρα ορισμένων σταρ όπου η επόμενη κίνηση τους είναι προσωπικό στοίχημα παρά επαγγελματική κίνηση. Ο Χιου Τζάκμαν βρίσκεται ακριβώς σε μια τέτοια φάση της καριέρας του και με το ο «Θάνατος του Robin Hood» («The Death of Robin Hood»), [που θα διανεμηθεί στην Ελλάδα από τη Σπέντζος Film], δείχνει να είναι περισσότερο καλλιτεχνική δήλωση παρά απόλυτα επιτυχημένη κινηματογραφική εμπειρία.

Το ΕΡΤnews.gr εξασφάλισε αποκλειστικές φωτογραφίες από τα γυρίσματα της παραγωγής, η οποία φέρει την υπογραφή του Μάικλ Σαρνόσκι, του δημιουργού του «Pig» και του «Ένα Ήσυχο Μέρος: Ημέρα Πρώτη». Από τις φωτογραφίες καταλαβαίνετε ότι δεν πρόκειται για ακόμη μία περιπέτεια εποχής (αυτό είναι και στα θετικά της, και στα αρνητικά της). Ο Σαρνόσκι αποδομεί τον θρύλο του αλτρουιστή κλέφτη και παρουσιάζει έναν γερασμένο, τραυματισμένο και βαθιά ενοχικό Ρομπέν, που έχει κουραστεί να ζει κάτω από το βάρος του μύθου που ο ίδιος δημιούργησε και ο κόσμος «ξεχείλωσε» μέσα από τις παραδόσεις. Ο ήρωας εδώ δεν είναι ο ευγενής προστάτης των αδυνάτων που γνωρίζουμε από τις λαϊκές αφηγήσεις, αλλά ένας βίαιος άνδρας που πλησιάζει τον θάνατο αναζητώντας συμφιλίωση με τις πράξεις του.

Η φιλόδοξη κατά τα άλλα ταινία διαθέτει ατμόσφαιρα, αισθητική αρτιότητα και μερικές πραγματικά εμπνευσμένες ιδέες που δεν εξελίσσονται στο ακέραιο. Η αντιστροφή της μυθολογίας του Ρομπέν των Δασών, η σχέση του με τη μοναχή Μπρίτζιντ που υποδύεται η Τζόντι Κόμερ και η προσπάθεια να μετατραπεί ένα μεσαιωνικό έπος σε υπαρξιακό δράμα έχουν ενδιαφέρον -αλλά μέχρι εκεί- καθώς ακόμα και στην ίδια σκηνή αποδυναμόνονται αδικαιολόγητα. Υπάρχουν στιγμές που η ταινία μοιάζει να παγιδεύεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αφηγήσεις: από τη μία είναι ένα σκληρό, χειροποίητο και «λερωμένο» ιστορικό δράμα και από την άλλη μια ποιητική παραβολή για τη συγχώρεση. Η μετάβαση «βρίσκει σαμαράκι» και ορισμένες από τις καλές ιδέες της παραμένουν σε επίπεδο πρόθεσης παρά ολοκληρωμένης δραματουργικής ανάπτυξης.

Ακόμη κι έτσι, όμως, ο Χιού Τζάκμαν βγαίνει νικητής από το προσωπικό του στοίχημα. Η ερμηνεία του βασίζεται σε πράγματα που σπάνια του έχουν ζητηθεί στην κινηματογραφική του τέχνη. Εδώ καλείται να εργαστεί με προσδιορισμένες σιωπές, με παύσεις, με βλέμμα που αντικαθιστά τις λέξεις και με ένα πρόσωπο που κουβαλάει ενοχές και απώλειες. Η εξωτερική μεταμόρφωση είναι εντυπωσιακή, όμως ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η εσωτερική. Ο ηθοποιός μοιάζει να απομακρύνεται συνειδητά από τις ασφαλείς ζώνες του αποφεύγοντας να δείχνει τον ιδρώτα της προσπάθειας του.

Ο Αυστραλός ηθοποιός βρίσκεται σε περίοδο αλλαγών με ανθρωπιστικό πρόσημο και σαφή διάθεση εξέλιξης. Το 2026 ο Τζάκμαν φαίνεται να αναζητά νέους τρόπους έκφρασης και επικοινωνίας με το κοινό. Μέσα από τις παραγωγές του Audible Theater στη Νέα Υόρκη, μια πρωτοβουλία που συνδυάζει τη θεατρική εμπειρία με την ηχητική αφήγηση και δίνει πρόσβαση σε ποιοτικές παραστάσεις με πολύ χαμηλό εισιτήριο (σ.σ. προσωπικά πλήρωσα κάτω από 40 δολλάρια και τον είδα από την πρώτη σειρά του θεάτρου ενώ λίγα χρόνια πριν τα εισιτήρια για το «Music Man» στη μαύρη αγορά ξεπερνούσαν τα 500 $), επέλεξε να επιστρέψει σε πιο άμεσες και λιγότερο εμπορικές μορφές τέχνης. Ο ίδιος έχει μιλήσει για την επιθυμία του να γνωρίσει καλύτερα τον χώρο των Off-Broadway παραγωγών, αλλά και να προσφέρει στο κοινό που αδυνατεί να πληρώσει εκατοντάδες δολάρια για μια παράσταση στο Broadway την ευκαιρία να τον δει και να τον ακούσει σε προσιτές τιμές. Παράλληλα στηρίζει έμπρακτα νεότερους καλλιτέχνες και δημιουργούς με τους οποίους μοιράστηκε το ίδιο σανίδι.

Κάπου εδώ η σύμπτωση με τον δικό του «Ρομπέν των Δασών» γίνεται ενδιαφέρουσα, ίσως όχι με την κυριολεκτική έννοια του θρύλου που «έκλεβε από τους πλούσιους και έδινε στους φτωχούς» αλλά με την πολυπλοκότητα αυτού. Όσο οι ιστορικοί εξακολουθούν να διαφωνούν για το αν ο μύθος ήταν ποτέ τόσο απλός, εκείνος σφυρηλατεί μια πιο σύγχρονη εκδοχή της ιδέας.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τζάκμαν παίρνει τέτοια ρίσκα. Το «Bad Education» παραμένει μία από τις πιο τολμηρές και ουσιαστικές ερμηνείες της καριέρας του (στην ελλάδα προβλήθηκε από το ertflix). Στον «Γιο» («The Son») επέλεξε έναν σκοτεινό και άβολο χαρακτήρα σε ένα έργο που δίχασε κοινό και κριτικούς. Στον «Υποψήφιο» («The Front Runner») κινήθηκε σε εντελώς διαφορετικό πολιτικό και δραματικό έδαφος από αυτό που είχε συνηθίσει το κοινό του. Ακόμη και φέτος, με τους «Μαλλιαρούς Ντετέκτιβ» («Three Bags Full: A Sheep Detective Movie»), δέχθηκε να συμμετάσχει σε έναν πιο περιφερειακό ρόλο σε μια παραγωγή που δεν στηρίζεται αποκλειστικά πάνω στο όνομά του.

Αυτό είναι ίσως το στοιχείο που κάνει τον Χιου Τζάκμαν τόσο ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα εγκαταλείπει τη βεβαιότητα του stardom για να δοκιμαστεί σε αχαρτογράφητα νερά. Δεν πετυχαίνουν όλα αυτά τα άλματα· ούτε ο «Θάνατος του Robin Hood» πετυχαίνει όλους τους φιλόδοξους στόχους του, ομως είναι δύσκολο να μη χαρεί κανείς βλέποντας έναν ηθοποιό με τέτοια καριέρα να συνεχίζει να αναζητά νέους δρόμους αντί να αναπαύεται στα κατορθώματά του. Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό μήνυμα της ταινίας. Δεν έχει σημασία τόσο η αποκαθήλωση ενός θρύλου, αλλά η ανάγκη να επαναπροσδιορίζεις τον εαυτό σου πριν σε εγκλωβίσει ο μύθος σου, και σε αυτή τη μάχη, ανεξάρτητα από τις αδυναμίες της ταινίας, ο Χιου Τζάκμαν φαίνεται να βγαίνει κερδισμένος.

www.ertnews.gr

Πηγή: ertnews.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ