Το νέο κύμα καύσωνα που πλήττει τη δυτική και κεντρική Ευρώπη φέρνει ξανά στο προσκήνιο το βαρύ οικονομικό τίμημα των ακραίων θερμοκρασιών.
Σύμφωνα με νέα έκθεση της Allianz Trade, οι υψηλές θερμοκρασίες δεν επιβαρύνουν μόνο την καθημερινότητα των πολιτών, αλλά επηρεάζουν πλέον και τις οικονομικές επιδόσεις των χωρών, μειώνοντας την παραγωγικότητα και αυξάνοντας τη ζήτηση για ενέργεια. Μάλιστα, η εταιρεία εκτιμά ότι η ακραία ζέστη θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σημαντικό παράγοντα επιβράδυνσης της ανάπτυξης στις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης.
Η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία συγκαταλέγονται στις χώρες που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη έκθεση στο αυξανόμενο κόστος της κλιματικής κρίσης. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Allianz Trade, η υπερβολική ζέστη θα μπορούσε να μειώσει την παραγωγικότητα έως και 7% σε ορισμένες οικονομίες μέχρι το 2030.
Η κλιματική αλλαγή και οι καύσωνες εξελίσσονται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες πίεσης για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, με βασικούς μηχανισμούς τη μείωση της εργασιακής απόδοσης και την αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας για κλιματισμό.

Οι απώλειες σε αριθμούς
Μέχρι το 2030, οι συνολικές απώλειες στο ΑΕΠ των χωρών που επηρεάζονται περισσότερο από την άνοδο της θερμοκρασίας αναμένεται να κυμανθούν μεταξύ 5% και 7%. Η Γαλλία βρίσκεται στην κορυφή της λίστας, με πιθανές απώλειες που φτάνουν τα 240 δισεκατομμύρια δολάρια (209 δισ. ευρώ) μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.
Ακολουθεί η Ιταλία, με απώλειες ύψους 147 δισεκατομμυρίων δολαρίων (128 δισ. ευρώ), ενώ η Γερμανία και η Ισπανία καταγράφουν επίσης σημαντικές επιβαρύνσεις, με 131 δισ. δολάρια (114 δισ. ευρώ) και 120 δισ. δολάρια (104 δισ. ευρώ) αντίστοιχα.
Καμία χώρα δεν διαθέτει ακόμη ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την αντιμετώπιση του καύσωνα που να καλύπτει ταυτόχρονα εργαζόμενους, υποδομές και ευάλωτα νοικοκυριά
Για να αποτυπωθεί το μέγεθος των επιπτώσεων, οι εκτιμήσεις βασίζονται στο σενάριο ότι οι χώρες αυτές θα αντιμετωπίσουν σταθερή άνοδο των ακραίων θερμοκρασιών μεταξύ 2026 και 2030, με συνθήκες που προσεγγίζουν τα ιστορικά θερμότερα έτη κάθε χώρας.
Τα ευρήματα της μελέτης ευθυγραμμίζονται και με τις προειδοποιήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Philip R. Lane, έχει επισημάνει ότι «η παγκόσμια θέρμανση και τα ακραία καιρικά φαινόμενα προκαλούν σημαντική οικονομική ζημιά». Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, το παγκόσμιο κατά κεφαλήν ΑΕΠ θα ήταν σήμερα πάνω από 20% υψηλότερο, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η κλιματική αλλαγή από το 1960 και μετά.
Χαμένη παραγωγικότητα και ενεργειακό «κραχ»
Όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει, η επίδραση στην εργασία είναι άμεση. Εργαζόμενοι σε κατασκευές, βιομηχανία, μεταφορές και αγροτική παραγωγή χάνουν σημαντικό μέρος της παραγωγικότητάς τους, ενώ οι επιχειρήσεις βλέπουν το ενεργειακό τους κόστος να αυξάνεται.
Σύμφωνα με την Allianz Trade, όταν η θερμοκρασία ξεπερνά τους 30°C, η παραγωγικότητα μειώνεται κατά περίπου 3% για κάθε επιπλέον βαθμό Κελσίου. Ταυτόχρονα, η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια αυξάνεται κατά περίπου 1,2% ανά βαθμό, λόγω της αυξημένης χρήσης κλιματιστικών.
Η ακραία ζέστη δεν επηρεάζει μόνο τη σωματική απόδοση, αλλά και τον ύπνο και τη συγκέντρωση, με αποτέλεσμα η πτώση στην παραγωγικότητα να επεκτείνεται και τις επόμενες ημέρες. Παράλληλα, ασκείται πίεση στα ενεργειακά συστήματα, καθώς η αυξημένη ζήτηση για ρεύμα συμπίπτει με τη δυσκολία λειτουργίας ορισμένων σταθμών παραγωγής. Ενδεικτικά, το 2019 η Γαλλία αναγκάστηκε να μειώσει την παραγωγή πυρηνικών σταθμών λόγω υψηλών θερμοκρασιών και χαμηλής στάθμης ποταμών.
Ακόμη και οι μεταφορές επηρεάζονται, με τις υψηλές θερμοκρασίες να προκαλούν φθορές σε οδικά δίκτυα και σιδηροδρομικές γραμμές.


Το πλήγμα στην ανάπτυξη και στα δημόσια ταμεία
Οι επιπτώσεις δεν σταματούν στην παραγωγή. Οι επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές ως προς τις επενδύσεις, καθώς η αυξημένη κλιματική αστάθεια μειώνει τις αποδόσεις και αυξάνει την αβεβαιότητα.
Η Allianz Trade προειδοποιεί και για τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή ενός περιβάλλοντος όπου ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός ενώ η ανάπτυξη επιβραδύνεται και η ανεργία αυξάνεται. Αυτό δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία καλείται να εφαρμόσει ενιαία νομισματική πολιτική για οικονομίες με διαφορετική έκθεση στην κλιματική κρίση.
Τα δημόσια οικονομικά δέχονται επίσης πίεση. Τα έσοδα μειώνονται, ενώ αυξάνονται οι δαπάνες για υγεία, αποκατάσταση ζημιών και κοινωνική στήριξη. Σε αυτό το πλαίσιο, χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένο κίνδυνο δημοσιονομικών πιέσεων.
Πόσο προετοιμασμένη είναι η Ευρώπη;
Σύμφωνα με την Allianz Trade, καμία μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία δεν είναι πλήρως προετοιμασμένη για τις συνέπειες της ακραίας ζέστης. Η Ισπανία εμφανίζει καλύτερη προστασία των εργαζομένων, ενώ η Γαλλία έχει προχωρήσει περισσότερο στην προσαρμογή των κτιρίων στις υψηλές θερμοκρασίες. Ωστόσο, καμία χώρα δεν διαθέτει ακόμη ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο που να καλύπτει ταυτόχρονα εργαζόμενους, υποδομές και ευάλωτα νοικοκυριά.
Οι περισσότερες κυβερνήσεις εξακολουθούν να αντιδρούν εκ των υστέρων, μέσω έκτακτων μέτρων, αντί να επενδύουν συστηματικά σε μακροπρόθεσμη προσαρμογή.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στόχο τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030, στο πλαίσιο του πακέτου «Fit for 55», με απώτερο στόχο την κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Η μετάβαση αυτή, όπως υποστηρίζουν οι Βρυξέλλες, μπορεί να ενισχύσει και την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.


Τι μπορούν να κάνουν τα νοικοκυριά
Η έκθεση αναφέρει ότι ρόλο στην προσαρμογή μπορούν να παίξουν και τα νοικοκυριά, μέσα από επενδύσεις σε καλύτερη θερμομόνωση, αποδοτικότερα συστήματα ψύξης και επαρκή ασφαλιστική κάλυψη.
Ωστόσο, τα χαμηλότερα εισοδήματα παραμένουν πιο ευάλωτα, καθώς δεν έχουν πάντα τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν τέτοιες παρεμβάσεις. Αυτό σημαίνει ότι θα συνεχίσει να απαιτείται κρατική στήριξη, ώστε η προσαρμογή στην κλιματική κρίση να μην ενισχύσει τις κοινωνικές ανισότητες.
Πηγή: in.gr




