UniCredit: Εντυπωσιακή αλλά ατελής η ανάκαμψη της Ελλάδας

UniCredit: Εντυπωσιακή αλλά ατελής η ανάκαμψη της Ελλάδας

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Της Ελευθερίας Κούρταλη

Η οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας μετά τα επώδυνα μέτρα λιτότητας που εφαρμόστηκαν μετά την κρίση δημόσιου χρέους αποτελεί αξιοσημείωτη επιτυχία, τονίζει η UniCredit σε σημερινή της ανάλυση. Παρ’ όλα αυτά, η περιορισμένη πρόοδος στη σύγκλιση εισοδημάτων υποδηλώνει ότι η μετάβαση σε ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης παραμένει ατελής. Η βελτίωση της ποιότητας των επενδύσεων και η συμβολή τους στην παραγωγικότητα είναι το κλειδί για την τοποθέτηση της ανάπτυξης σε πιο σταθερή βάση.

Ισχυρή ανάκαμψη της αύξησης του ΑΕΠ

Ειδικότερα, όπως επισημαίνει η UniCredit, από το δεύτερο εξάμηνο του 2018, η Ελλάδα έχει σημειώσει εντυπωσιακή ανάκαμψη, υποστηρίζοντας την αφήγηση των Βρυξελλών ότι το πρόγραμμα προσαρμογής ήταν επιτυχημένο. Η χώρα έχει σταθερά ξεπεράσει την ευρωζώνη όσον αφορά την αύξηση του ΑΕΠ, εκτός από την αναστάτωση που προκλήθηκε από την κρίση COVID-19. Σε σωρευτική βάση, το ελληνικό ΑΕΠ έχει αυξηθεί κατά περίπου 15% σε όγκο από το δεύτερο εξάμηνο του 2018, σε γενικές γραμμές σύμφωνα με την Πορτογαλία και την Ισπανία. Αυτό συγκρίνεται με ανάπτυξη περίπου 9,5% για την ευρωζώνη.

Η δυναμική της ανάπτυξης οφείλεται στην ανάκαμψη των επενδυτικών δαπανών, οι οποίες μειώθηκαν κατά περισσότερο από τα δύο τρίτα σε πραγματικούς όρους από την κορύφωση στο κατώτατο σημείο στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και της επακόλουθης κρίσης δημόσιου χρέους. Από το 2021, η δυναμική ήταν ισχυρή, υποστηριζόμενη από σημαντική χρηματοδότηση στο πλαίσιο του RRF, τονίζει ο ιταλικός οίκος.

Είναι σημαντικό, όπως αναφέρει, ότι η ανάκαμψη των επενδύσεων βασίστηκε σε ευρεία βάση σε όλες τις κατηγορίες, εκτείνοντας πέρα από τις κατοικίες – οι οποίες προσέλκυσαν το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων πριν από την κρίση του δημοσίου – με επίσης υγιή ανάπτυξη στον εξοπλισμό μηχανημάτων και την πνευματική ιδιοκτησία.

Έχοντας ήδη επιστρέψει στα επίπεδα του 2008 το 2014, η ιδιωτική κατανάλωση παρέμεινε αξιοσημείωτα ανθεκτική από το 2018, συμβάλλοντας σημαντικά στην αύξηση του ΑΕΠ. Κατά μέσο όρο, αυξήθηκε κατά 2,5% ετησίως, υποστηριζόμενη από την αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος και την ενίσχυση της απασχόλησης.

Ομοίως, οι ελληνικές εξαγωγές έχουν καταγράψει σταθερό ρυθμό επέκτασης. Ενώ ο τουρισμός και οι υπηρεσίες μεταφορών παρέμειναν βασικοί πυλώνες, οι εξαγωγές αγαθών έχουν συμβάλει ολοένα και περισσότερο στην αύξηση του ΑΕΠ, τονίζει η UniCredit. Ωστόσο, η συμβολή των εξαγωγών έχει υπεραντισταθμιστεί από τη συμβολή των ισχυρών εισαγωγών, που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ισχυρή επενδυτική ζήτηση, με αποτέλεσμα μια γενικά αρνητική συμβολή των καθαρών εξαγωγών στο ΑΕΠ.

Η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με τη συνετή διαχείριση των δημόσιων οικονομικών και τη συνεχιζόμενη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούν στη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, βοήθησε την Ελλάδα να ανακτήσει την επενδυτική της βαθμίδα το 2023. Αυτό, με τη σειρά του, στήριξε περαιτέρω την εμπιστοσύνη των επενδυτών, συμβάλλοντας σε σταθερότερες αποτιμήσεις μετοχών και σε μια συνεχή μείωση των spreads των κρατικών ομολόγων.

Περιορισμένη πρόοδος στη σύγκλιση εισοδήματος

Παρά την ισχυρή αύξηση του ΑΕΠ, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας παραμένει 25% κάτω από την κορύφωσή του το 2009 – και η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ήταν περιορισμένη τα τελευταία χρόνια, τονίζει η UniCredit.

Για τον εντοπισμό των παραγόντων αυτής της χαμηλής απόδοσης, ο οίκος εξετάζει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μέσω των κύριων συνιστωσών του, δηλαδή της αξιοποίησης της εργασίας, που ορίζεται ως ο λόγος της απασχόλησης προς τον συνολικό πληθυσμό, και της παραγωγικότητας της εργασίας. Η ανάλυση υποδηλώνει ότι η υποτονική αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ οφείλεται κυρίως σε χαμηλή παραγωγικότητα.

Από το 2019, η αξιοποίηση της εργασίας έχει ενισχυθεί μέσω αυξήσεων τόσο στα ποσοστά απασχόλησης όσο και συμμετοχής, ακόμη και όταν το μερίδιο του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας μειώνεται. Ταυτόχρονα, οι επενδύσεις έχουν αποφέρει κυρίως κέρδη αποδοτικότητας, αλλά δεν ήταν επαρκείς για την άντληση κεφαλαίων ανά εργαζόμενο. Ως αποτέλεσμα, τονίζει η UniCredit, η κεφαλαιακή ενίσχυση παρέμεινε αρνητική, αφήνοντας την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας σε μεγάλο βαθμό στάσιμη.

Τα διαρθρωτικά κενά εξακολουθούν να υπάρχουν

Μπορούν να εντοπιστούν διάφοροι παράγοντες που εξηγούν την υποτονική απόδοση της παραγωγικότητας της εργασίας, ιδίως σε σχέση με την ασθενή εμβάθυνση της κεφαλαιακής ζήτησης, όπως σημειώνει η UniCredit. Ειδικότερα, εντοπίζει τα εξής:

Η κατανομή των επενδύσεων ανά τομέα: οι επενδύσεις έχουν επικεντρωθεί σε δραστηριότητες εντάσεως εργασίας, όπως τα ακίνητα και οι δραστηριότητες που σχετίζονται με τον τουρισμό, ενώ οι επενδύσεις στη μεταποίηση και σε άλλους τομείς υψηλότερης παραγωγικότητας και εμπορεύσιμων αγαθών παρέμειναν συγκριτικά περιορισμένες. 

Προτεραιότητα στις επενδύσεις αντικατάστασης: Οι ελληνικές εταιρείες έχουν σταθερά δώσει προτεραιότητα στην αντικατάσταση υφιστάμενων μηχανημάτων και εξοπλισμού έναντι της επέκτασης της παραγωγικής ικανότητας. Το 2025, το μερίδιο των επιχειρήσεων που ανέφεραν επενδύσεις με στόχο την αντικατάσταση απαρχαιωμένου εξοπλισμού ήταν υπερδιπλάσιο από το μερίδιο των επιχειρήσεων που επένδυσαν για την επέκταση της παραγωγικής ικανότητας (περίπου 50% έναντι 24%). Ενώ αυτά τα στοιχεία είναι σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, φαίνονται ανεπαρκή για μια οικονομία όπου το κεφαλαιακό απόθεμα παραμένει από τα χαμηλότερα στη ζώνη του ευρώ, περιορίζοντας έτσι το περιθώριο για κεφαλαιακή ενίσχυση και διατηρήσιμα κέρδη παραγωγικότητας.

Μέγεθος επιχείρησης: Η πρόσβαση των ελληνικών ΜΜΕ στη χρηματοδότηση έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, υποστηριζόμενη από την ανάκαμψη του τραπεζικού τομέα, τα μέτρα πολιτικής και τις πρωτοβουλίες της ΕΕ. Παρ’ όλα αυτά, το σχετικά μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων – που αντανακλά ένα υψηλότερο μερίδιο απασχόλησης στις πολύ μικρές επιχειρήσεις (λιγότερους από 10 υπαλλήλους) από ό,τι στη ζώνη του ευρώ – εξακολουθεί να επηρεάζει αρνητικά τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα. 

Αδύναμη ανακατανομή κεφαλαίου: Η εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών έχει βελτιώσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ικανότητα δανεισμού, αλλά δεν έχει μεταφραστεί πλήρως σε αποτελεσματική ανακατανομή κεφαλαίου μεταξύ των επιχειρήσεων. Πολλές επιχειρήσεις χαμηλής παραγωγικότητας που πιθανότατα θα είχαν εγκαταλείψει την αγορά σε ένα πιο αποτελεσματικό χρηματοοικονομικό περιβάλλον συνέχισαν να λειτουργούν, συχνά υποστηριζόμενες από αναδιάρθρωση δανείων, παρατάσεις λήξης ή μορφές αναστολής πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων εκτός του βασικού τραπεζικού συστήματος. Αυτές οι επιχειρήσεις τείνουν να απορροφούν εργασία και κεφάλαιο που διαφορετικά θα μπορούσαν να ανακατανεμηθούν σε πιο παραγωγικές χρήσεις, μειώνοντας έτσι τις ανταγωνιστικές πιέσεις και αποθαρρύνοντας την καινοτομία. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και κατά την ανάκαμψη των βασικών επενδύσεων και της απασχόλησης, η συνολική αύξηση της παραγωγικότητας παραμένει υποτονική, αντανακλώντας αδύναμη δημιουργική καταστροφή και περιορισμένη ανακατανομή. 

Αναγκαία η ολοκλήρωση της μεταρρυθμιστικής ατζέντας

Λαμβάνοντας υπόψη αυτούς τους παράγοντες, η UniCredit τονίζει πως η συγκρατημένη κεφαλαιακή εμβάθυνση υποδηλώνει ότι, παρά την ουσιαστική πρόοδο, η Ελλάδα δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τη διαρθρωτική μετάβαση που απαιτείται για να επιταχύνει διαρκώς τη σύγκλισή της με τα ευρωπαϊκά επίπεδα εισοδήματος. Το κλείσιμο αυτού του χάσματος θα απαιτήσει τη διατήρηση της δυναμικής των μεταρρυθμίσεων πέρα από το RRF για τη βελτίωση της ποιότητας του θεσμικού και δικαστικού πλαισίου, το οποίο μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τόσο τη σύνθεση όσο και τον ρυθμό των επενδύσεων. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις γίνονται όλο και πιο πιεστικές. Με τον πληθυσμό να γερνάει και το ποσοστό των ατόμων σε ηλικία εργασίας να μειώνεται, η Ελλάδα θα εξαρτηθεί από την ισχυρότερη αύξηση της παραγωγικότητας για να διατηρήσει τη σύγκλιση των εισοδημάτων μακροπρόθεσμα.

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ