Για χρόνια η Γαλλία θεωρούνταν η μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία με τις περισσότερες άμυνες απέναντι στις διεθνείς κρίσεις. Σε αντίθεση με τη Γερμανία, η οποία εξαρτάται έντονα από τις εξαγωγές και τη βιομηχανία, ή την Ιταλία, η οποία αντιμετωπίζει χρόνια δημογραφικά προβλήματα και υψηλό δημόσιο χρέος, η Γαλλία έμοιαζε να διαθέτει ένα ισχυρότερο προστατευτικό δίχτυ. Η περιορισμένη έκθεση στους αμερικανικούς δασμούς, η μεγάλη συμμετοχή της πυρηνικής ενέργειας στο ενεργειακό της μείγμα και οι σχετικά ευνοϊκές δημογραφικές προοπτικές δημιουργούσαν την εικόνα μιας χώρας καλύτερα θωρακισμένης απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις.
Ωστόσο, η πραγματικότητα των τελευταίων μηνών δείχνει κάτι διαφορετικό. Η γαλλική οικονομία εξελίσσεται πλέον στον πιο πιθανό υποψήφιο μεταξύ των μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης να εισέλθει πρώτη σε τεχνική ύφεση. Η αναθεώρηση του ΑΕΠ του πρώτου τριμήνου από μηδενική ανάπτυξη σε αρνητικό πρόσημο αποτέλεσε ένα πρώτο προειδοποιητικό σήμα. Ταυτόχρονα, οι δείκτες επιχειρηματικής δραστηριότητας, εμπιστοσύνης και κατανάλωσης αποτυπώνουν μια οικονομία που χάνει σταδιακά τη δυναμική της.
Το παράδοξο είναι ότι αυτή η επιδείνωση καταγράφεται τη στιγμή που η Γαλλία εμφανίζεται λιγότερο εκτεθειμένη από άλλες χώρες στα εξωτερικά σοκ. Οι εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες αντιστοιχούν σε σημαντικά μικρότερο ποσοστό της οικονομικής δραστηριότητας σε σχέση με τη Γερμανία και την Ιταλία. Αυτό σημαίνει ότι οι αμερικανικοί δασμοί στα ευρωπαϊκά προϊόντα δεν πλήττουν τη γαλλική οικονομία στον ίδιο βαθμό. Παράλληλα, η χώρα εξακολουθεί να απολαμβάνει ένα από τα σημαντικότερα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στην Ευρώπη: το χαμηλότερο ενεργειακό κόστος. Η εκτεταμένη χρήση πυρηνικής ενέργειας επιτρέπει στις γαλλικές επιχειρήσεις να λειτουργούν με σαφώς μικρότερη επιβάρυνση σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους, ενώ η ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης στους πυρηνικούς αντιδραστήρες περιορίζει τους κινδύνους ενεργειακών διαταραχών για τα επόμενα χρόνια.
Εξίσου σημαντικός είναι και ο δημογραφικός παράγοντας. Σε αντίθεση με τη Γερμανία και την Ιταλία, όπου ο ενεργός πληθυσμός αναμένεται να μειωθεί σημαντικά μέσα στην επόμενη δεκαετία, η Γαλλία διατηρεί ακόμη πιο ισορροπημένες προοπτικές. Η αγορά εργασίας της δεν απειλείται στον ίδιο βαθμό από τη γήρανση του πληθυσμού και την έλλειψη εργατικού δυναμικού.
Κι όμως, παρά αυτά τα πλεονεκτήματα, η γαλλική οικονομία παρουσιάζει σημάδια κόπωσης που δεν μπορούν πλέον να αγνοηθούν. Οι δείκτες επιχειρηματικού κλίματος έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων πέντε ετών. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η κατάσταση στον τομέα των υπηρεσιών, ο οποίος αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της γαλλικής οικονομίας. Οι υπηρεσίες παράγουν πάνω από το 70% της συνολικής προστιθέμενης αξίας της χώρας και οποιαδήποτε επιβράδυνση σε αυτόν τον τομέα έχει άμεσες συνέπειες στην ανάπτυξη.
Οι επιχειρήσεις του κλάδου αναφέρουν όλο και συχνότερα δύο βασικά προβλήματα: την αδύναμη ζήτηση και τη δυσκολότερη χρηματοδότηση. Τα υψηλότερα επιτόκια έχουν αυξήσει σημαντικά το κόστος δανεισμού, πιέζοντας ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Παράλληλα, η κατανάλωση των νοικοκυριών παραμένει υποτονική και οι επενδύσεις των επιχειρήσεων κινούνται με χαμηλούς ρυθμούς εδώ και δύο χρόνια.
Η εικόνα αυτή αποκαλύπτει ότι το πρόβλημα της Γαλλίας δεν βρίσκεται τόσο στην εξωτερική οικονομική συγκυρία όσο στο εσωτερικό της κλίμα. Οι Γάλλοι καταναλωτές εμφανίζονται σήμερα από τους πιο απαισιόδοξους στην Ευρώπη. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η απαισιοδοξία τους δεν αφορά τόσο τα προσωπικά τους οικονομικά όσο τη συνολική κατάσταση της χώρας. Παρά το γεγονός ότι τα πραγματικά εισοδήματα είχαν αρχίσει να ανακάμπτουν πριν από την έκρηξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή, η εμπιστοσύνη δεν επέστρεψε ποτέ στα προ πανδημίας επίπεδα.
Οι φόβοι για την οικονομία και την απασχόληση έχουν ενισχυθεί σημαντικά. Η ανεργία έχει αρχίσει να αυξάνεται ξανά, την ώρα που στις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης παραμένει σταθερή ή υποχωρεί. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά των νοικοκυριών. Όταν οι πολίτες φοβούνται για το μέλλον, περιορίζουν τις δαπάνες τους, αναβάλλουν αγορές και αυξάνουν τις αποταμιεύσεις τους. Η συνέπεια είναι ένας φαύλος κύκλος επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται η πολιτική αβεβαιότητα. Η Γαλλία βίωσε τα τελευταία δύο χρόνια μια πρωτοφανή περίοδο θεσμικής αστάθειας. Από τις βουλευτικές εκλογές του 2024 και μετά, η κυβέρνηση έχασε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία και οι διαδοχικές πολιτικές συγκρούσεις κατέστησαν εξαιρετικά δύσκολη τη λήψη αποφάσεων. Οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό μετατράπηκαν σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, με αποτέλεσμα να υιοθετούνται προσωρινές λύσεις που ούτε εξασφαλίζουν δημοσιονομική σταθερότητα ούτε προσφέρουν προβλεψιμότητα στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Η πολιτική αβεβαιότητα έχει μετατραπεί σε οικονομικό κόστος. Οι επιχειρήσεις καθυστερούν επενδυτικές αποφάσεις, οι καταναλωτές εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί και οι διεθνείς αγορές παρακολουθούν με αυξανόμενη ανησυχία την πορεία των γαλλικών δημόσιων οικονομικών.
Το δημοσιονομικό πρόβλημα αποτελεί πλέον τον μεγαλύτερο πονοκέφαλο για το Παρίσι. Το δημόσιο χρέος παραμένει σε υψηλά επίπεδα και το κόστος εξυπηρέτησής του αυξάνεται διαρκώς. Καθώς τα παλαιότερα ομόλογα αναχρηματοδοτούνται με υψηλότερα επιτόκια, οι δαπάνες για τόκους διογκώνονται και απορροφούν όλο και μεγαλύτερο μέρος του κρατικού προϋπολογισμού. Μέσα στα επόμενα χρόνια η επιβάρυνση αυτή αναμένεται να διπλασιαστεί ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να προχωρήσει σε μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής. Όμως η λιτότητα σε μια οικονομία που ήδη επιβραδύνεται ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Οι περικοπές δαπανών και οι πιθανές φορολογικές αυξήσεις μπορούν να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τη ζήτηση, επιδεινώνοντας την αναπτυξιακή προοπτική.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή έρχεται να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το περιβάλλον. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας και καυσίμων μειώνουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και αυξάνουν το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Σε αντίθεση όμως με προηγούμενες κρίσεις, η γαλλική κυβέρνηση διαθέτει πλέον περιορισμένα περιθώρια παρέμβασης. Τα δημόσια οικονομικά δεν επιτρέπουν γενναίες επιδοτήσεις ή φορολογικές ελαφρύνσεις που θα μπορούσαν να απορροφήσουν μέρος των επιπτώσεων.
Ακόμη και αν οι γεωπολιτικές εντάσεις αποκλιμακωθούν, οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα συνεχίσουν να μεταφέρονται σταδιακά στην πραγματική οικονομία. Τα αυξημένα κόστη παραγωγής θα περάσουν στις τελικές τιμές, διαβρώνοντας περαιτέρω την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Ταυτόχρονα, η αυστηρότερη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας διατηρεί το κόστος χρηματοδότησης σε υψηλά επίπεδα.
Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα που πριν από λίγα χρόνια θα φαινόταν απίθανη. Η Γαλλία, η οικονομία που θεωρούνταν καλύτερα προστατευμένη απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, κινδυνεύει να βρεθεί πρώτη αντιμέτωπη με την ύφεση. Όχι επειδή επλήγη περισσότερο από τους δασμούς, την ενέργεια ή τη δημογραφία, αλλά επειδή η κρίση εμπιστοσύνης, η πολιτική αβεβαιότητα και η δημοσιονομική πίεση διαβρώνουν σταδιακά τα θεμέλια της οικονομίας της.
Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι αν οι προεδρικές και κοινοβουλευτικές εξελίξεις του επόμενου έτους θα μπορέσουν να αποκαταστήσουν τη σταθερότητα και την εμπιστοσύνη. Μέχρι τότε, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης φαίνεται να εισέρχεται σε μια περίοδο παρατεταμένης αδυναμίας, με τους αναλυτές να προειδοποιούν ότι τα δυσκολότερα ίσως δεν έχουν ακόμη έρθει.
Πηγή: in.gr




