Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εισέρχεται σε μια περίοδο συνολικής ανασύνθεσης. Το ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Είναι ποια κόμματα θα εξακολουθούν να υπάρχουν κοινοβουλευτικά πριν και μετά τις εκλογές και φυσικά και πόσοι βουλευτές θα κάνουν άλλη δουλειά.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δεν καταγράφουν απλώς μετακινήσεις ψηφοφόρων. Αποτυπώνουν τη γέννηση ενός νέου πολιτικού σκηνικού. Η εμφάνιση των νέων πολιτικών φορέων του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού έχει ενεργοποιήσει διεργασίες σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, ενώ στο βάθος διακρίνεται και ένας τρίτος πόλος, αυτός που ενδέχεται να εκφραστεί από τον Αντώνη Σαμαρά.
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα των τελευταίων μετρήσεων δεν αφορά μόνο τα ποσοστά αλλά την ίδια την αρχιτεκτονική της επόμενης Βουλής.
Σύμφωνα με προβολές που βασίζονται στην αναγωγή των αναποφάσιστων, διαμορφώνεται ένα κοινοβουλευτικό τοπίο οκτώ κομμάτων, χωρίς προφανή κυβερνητική λύση.
Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται πρώτη δύναμη αλλά με περίπου 113 έδρες, πολύ μακριά από την αυτοδυναμία.
Στη δεύτερη θέση καταγράφεται η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα με 46 έδρες, ακολουθούν το ΠΑΣΟΚ με 34 και η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού με 32, ενώ έπονται ΚΚΕ, Ελληνική Λύση, Πλεύση Ελευθερίας και Φωνή Λογικής.
Το πολιτικό σοκ βρίσκεται αλλού: ο ΣΥΡΙΖΑ μένει εκτός Βουλής, εξέλιξη που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζε αδιανόητη.
Με τα σημερινά δεδομένα δεν διαμορφώνεται αυτοδύναμη κυβέρνηση, ενώ οι πιθανότητες κυβερνητικών συνεργασιών εμφανίζονται εξαιρετικά περιορισμένες.
Στην πραγματικότητα, η μόνη αριθμητικά και πολιτικά συζητήσιμη λύση για κάποιους φαίνεται να είναι μια συνεργασία Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ.
Σενάριο που φαντάζει όνειρο θερινής νυχτός. Για τον απλούστατο λόγο ότι κανείς δεν ξέρει πώς το ΠΑΣΟΚ θα φτάσει στις εκλογές όταν Τσίπρας και Μητσοτάκης ξεκινήσουν τις απόπειρες διεμβολισμού.
Φυσικά το ΠΑΣΟΚ έχει μπει για καλά στη μεταγραφική περίοδο. Και τα παίζει όλα για όλα.
Και στην πλευρά της κυβέρνησης, παρά τη δημόσια ρητορική ότι η αναδιάταξη της αντιπολίτευσης δεν επηρεάζει τη Νέα Δημοκρατία, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει το νέο τοπίο ως μια «Βαβέλ» κομμάτων και προσωπικών στρατηγικών, επενδύοντας στην απουσία μιας ενιαίας εναλλακτικής πρότασης εξουσίας.
Πίσω όμως από τις δημόσιες τοποθετήσεις υπάρχει ανησυχία για την αποσυσπείρωση του εκλογικού ακροατηρίου και την πιθανότητα διάχυσης της ψήφου διαμαρτυρίας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί στο κυβερνητικό στρατόπεδο η πιθανότητα ίδρυσης κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά.
Οι δημόσιες παρεμβάσεις του πρώην πρωθυπουργού, η σφοδρή κριτική προς την κυβέρνηση και οι πληροφορίες ότι υπάρχει ήδη οργανωτική προετοιμασία δημιουργούν την αίσθηση ότι το σχετικό κουμπί μπορεί να πατηθεί ανά πάσα στιγμή.
Δημοσκοπικά ευρήματα δείχνουν ότι ένας τέτοιος σχηματισμός θα μπορούσε να προσελκύσει τμήμα των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων της ΝΔ, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο τον δρόμο προς την αυτοδυναμία.
Στον χώρο της Κεντροαριστεράς, οι εξελίξεις είναι εξίσου δραματικές.
Ο νέος φορέας του Αλέξη Τσίπρα λειτουργεί ως μαγνήτης για στελέχη και ψηφοφόρους που αναζητούν νέα πολιτική έκφραση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται αντιμέτωπος με τον κίνδυνο πολιτικής εξαΰλωσης, ενώ η Νέα Αριστερά συνεχίζει να κινείται σε οριακά επίπεδα.
Οι επόμενοι μήνες ενδέχεται να φέρουν νέες αποχωρήσεις, συγχωνεύσεις και ανακατατάξεις που θα αλλάξουν πλήρως τον χάρτη της Αριστεράς.
Το ΠΑΣΟΚ, αντιλαμβανόμενο ότι η μάχη για τον ενδιάμεσο χώρο γίνεται πλέον σκληρότερη, επιχειρεί να απαντήσει με επιθετική πολιτική διεύρυνσης.
Οι συζητήσεις με πρόσωπα όπως η Νίνα Κασιμάτη, η Θεοδώρα Τζάκρη, ο Ευάγγελος Αποστολάκης και ο Μάριος Σαλμάς δείχνουν ότι η Χαριλάου Τρικούπη αναζητεί ενίσχυση τόσο σε επίπεδο προσώπων όσο και συμβολισμών.
Ταυτόχρονα, όμως, οι χαμηλές δημοσκοπικές επιδόσεις και οι δημόσιες διαφοροποιήσεις στελεχών αποκαλύπτουν έναν υπόγειο προβληματισμό για την πορεία του κόμματος. Και μία δύσκολη επόμενη μέρα.
Πηγή: tanea.gr





