Δέκα χρόνια μετά την υιοθέτηση της Ατζέντας 2030, η παγκόσμια κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα αντιφατικό τοπίο, όπου από τη μία πλευρά, οι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης έχουν βελτιώσει σημαντικά τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων και από την άλλη, η πρόοδος παραμένει ανεπαρκής για την επίτευξή τους έως το τέλος της δεκαετίας.
Οι αλλεπάλληλες κρίσεις (βλέπε γεωπολιτικές συγκρούσεις, κλιματική αλλαγή, οικονομικές πιέσεις και διευρυνόμενες ανισότητες) λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές κινδύνου, επιβραδύνοντας ή ακόμη και αναστρέφοντας κεκτημένα χρόνων.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία από τα Ηνωμένα Έθνη για το 2025 είναι αποκαλυπτικά: μόλις το 35% των επιμέρους στόχων βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης ή παρουσιάζει ικανοποιητική πρόοδο, σχεδόν οι μισοί εξελίσσονται με εξαιρετικά αργό ρυθμό και ένα ανησυχητικό 18% εμφανίζει… οπισθοδρόμηση.
Οι «σκιές» της ανάπτυξης
Παρά τη συνολική πρόοδο, οι ανισότητες παραμένουν βαθιές και δομικές.
Περισσότεροι από 800 εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας το 2025, με τη συντριπτική πλειονότητα να συγκεντρώνεται στην υποσαχάρια Αφρική και σε περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις. Μόλις μία στις πέντε χώρες βρίσκεται σε τροχιά μείωσης της φτώχειας στο μισό έως το 2030, γεγονός που καταδεικνύει τη δυσκολία επίτευξης ακόμη και βασικών κοινωνικών στόχων.
Αντίστοιχα ανησυχητική είναι η εικόνα στον τομέα της διατροφής. Σχεδόν ένας στους έντεκα ανθρώπους παγκοσμίως βρέθηκε αντιμέτωπος με την πείνα, ενώ πάνω από δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν επισιτιστική ανασφάλεια.
Η υποσιτιστική κρίση δεν αφορά μόνο την έλλειψη τροφής, αλλά και την ποιότητά της με μεγάλα ποσοστά γυναικών και παιδιών να μην μπορούν να καλύψουν τις βασικές διατροφικές τους ανάγκες.
Υγεία και εκπαίδευση σε δοκιμασία
Η πανδημία της COVID-19 άφησε ισχυρό αποτύπωμα στα συστήματα υγείας, μειώνοντας το προσδόκιμο υγιούς ζωής και επιδεινώνοντας ήδη υπάρχουσες ανισότητες.
Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες συνεχίζουν να χάνουν τη ζωή τους κατά την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό, ενώ εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν πριν συμπληρώσουν τα πέντε τους χρόνια. Παράλληλα, τα μη μεταδοτικά νοσήματα εξακολουθούν να προκαλούν μαζικούς πρόωρους θανάτους.
Στην εκπαίδευση, η πρόοδος παραμένει άνιση με περισσότερα από 270 εκατομμύρια παιδιά και νέους να βρίσκονται εκτός σχολείου. Όσο για την ποιότητα της εκπαίδευσης παραμένει ένα ζητούμενο καθώς σημαντικό ποσοστό μαθητών δεν κατακτά βασικές δεξιότητες ανάγνωσης και μαθηματικών.
Οι ανισότητες μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών είναι εντυπωσιακές, με τις τελευταίες να στερούνται ακόμη και στοιχειώδεις υποδομές.
Ισότητα των φύλων και βασικές υπηρεσίες
Η ισότητα των φύλων εξελίσσεται με βραδύ ρυθμό, με εκατομμύρια γυναίκες να εξακολουθούν να υφίστανται πρακτικές βίας και διακρίσεων. Παρά τις νομοθετικές προόδους σε ορισμένες χώρες, οι γυναίκες εξακολουθούν να επιβαρύνονται δυσανάλογα με απλήρωτη εργασία φροντίδας και να αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση σε δικαιώματα και υπηρεσίες υγείας.
Την ίδια στιγμή, η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, όπως καθαρό νερό, υγιεινή και ενέργεια, παραμένει άνιση. Δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν διαθέτουν ασφαλές πόσιμο νερό ή επαρκείς συνθήκες υγιεινής, ενώ η πρόσβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας παραμένει περιορισμένη σε πολλές περιοχές του πλανήτη.
Τα θετικά σημάδια: εκεί όπου η αλλαγή συμβαίνει
Παρά το δύσκολο περιβάλλον, η εικόνα δεν είναι μονοσήμαντη.
Σε πολλές χώρες, τα εισοδήματα των φτωχότερων στρωμάτων αυξάνονται ταχύτερα από τον μέσο όρο, ενώ η κοινωνική προστασία επεκτείνεται και καλύπτει πλέον πάνω από το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού.
Στον τομέα της υγείας, η μακροπρόθεσμη τάση δείχνει βελτίωση: η παιδική και μητρική θνησιμότητα μειώνεται, οι νέες λοιμώξεις HIV έχουν περιοριστεί και σημαντικές ασθένειες έχουν εξαλειφθεί σε αρκετές χώρες.
Στην εκπαίδευση, περισσότερα παιδιά φοιτούν στο σχολείο και τα ποσοστά ολοκλήρωσης σπουδών αυξάνονται, ενώ η συμμετοχή των νέων στην εκπαίδευση και κατάρτιση έχει ενισχυθεί σημαντικά.
Αντίστοιχα, η παρουσία των γυναικών στην πολιτική και στην αγορά εργασίας παρουσιάζει σταδιακή άνοδο, αντανακλώντας μια αργή αλλά σταθερή μετατόπιση.
Κλίμα, πόλεις και οικονομία
Η κλιματική κρίση αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Το 2024 καταγράφηκε ως το θερμότερο έτος στην ιστορία, ενώ οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα βρίσκονται σε επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Παγετώνες λιώνουν, δασικές πυρκαγιές εντείνονται και τα θαλάσσια οικοσυστήματα υφίστανται πρωτοφανείς πιέσεις.
Στις πόλεις, πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι ζουν σε παραγκουπόλεις χωρίς βασικές υπηρεσίες, γεγονός που αναδεικνύει τη στενή σύνδεση μεταξύ βιώσιμης ανάπτυξης και κοινωνικής πολιτικής. Την ίδια στιγμή, οι συγκρούσεις και οι εκτοπισμοί αυξάνονται δραματικά, με δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους να αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.
Το κρίσιμο ερώτημα: τελικά, μπορεί να επιταχυνθεί η πρόοδος;
Η απάντηση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη χρηματοδότηση και τη διεθνή συνεργασία. Το χρηματοδοτικό κενό για την επίτευξη των Στόχων ανέρχεται σε περίπου 4 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως για τις αναπτυσσόμενες χώρες, ενώ το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους συνεχίζει να αυξάνεται.
Παράλληλα, η μείωση της διεθνούς αναπτυξιακής βοήθειας δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις.
Ωστόσο, υπάρχουν και ενθαρρυντικές εξελίξεις: η ανανεώσιμη ενέργεια αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς, η ανεργία βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και η ψηφιακή συνδεσιμότητα αυξάνεται, περιορίζοντας σταδιακά το ψηφιακό χάσμα.
Η εικόνα που προκύπτει λοιπόν είναι σύνθετη: η πρόοδος είναι υπαρκτή αλλά εύθραυστη. Οι επιτυχίες που έχουν καταγραφεί αποδεικνύουν ότι η αλλαγή είναι εφικτή, αλλά απαιτείται πολιτική βούληση, συντονισμένη δράση και ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων και στην υλοποίηση.
Στον κόσμο που ζούμε των πολλών ταχυτήτων, η βιώσιμη ανάπτυξη αποτελεί προϋπόθεση για τη διασφάλιση βασικών αγαθών, όπως η στέγη, η υγεία, η ασφάλεια και η ποιοτική διατροφή για όλους.
Πηγή: in.gr





