Του Τάσου Δασόπουλου
Στην Ελλάδα, ένα νέο ζευγάρι με τους μισθούς των πρώτων χρόνων της εργασίας το οποίο θέλει να νοικιάσει ένα αξιοπρεπές σπίτι 100 τετραγωνικών σε μια καλή περιοχή της Αθήνας το 2025, χρειάζονταν να διαθέσει περίπου το 65% του μηνιαίου εισοδήματος του.
Αυτό αποδεικνύουν, τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τα οποία δίνουν στην ελληνική αγορά κατοικίας την 3η θέση ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ότι αφορά το κόστος απόκτησης ή ενοικίασης κατοικίας σε συνάρτηση με το διαθέσιμο εισόδημα μετά από αυτή της Ουγγαρίας (εκεί το ίδιο ζευγάρι θα πλήρωνε ως το 80% του μηνιαίου εισοδήματος του για ένα ανάλογο σπίτι) και την Πορτογαλία όπου το νοίκι θα έφτανε το 75% του εισοδήματος. Αυτή την στιγμή οι χαμηλότερες τιμές ενοικίων ως ποσοστό τους εισοδήματος εντός της ΕΕ καταγράφονται στην Αυστρία και την Κύπρο, όπου το ενοίκιο φτάνει κοντά στο 20% του μηνιαίου εισοδήματος των νοικοκυριών.
Με στόχο να μπορούν να γίνουν και οι απαραίτητοι υπολογισμοί, το μέσο ισοδύναμο ατομικό διαθέσιμο εισόδημα ανήλθε σε 13.381 ευρώ το 2025, αυξημένο κατά 8% σε σύγκριση με το 2024 σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή. Ωστόσο η αύξηση των ενοικίων τον προηγούμενο χρόνο σε μέσα επίπεδα ξεπέρασε το 8,5% οπότε καταλαβαίνει κανείς ότι αν το “αξιοπρεπές” σπίτι ήταν μέχρι πέντε ετών, ο λογαριασμός ήταν… ασύμφορος.
Ακόμη όμως και αν κάνεις χαμηλώσει τον πήχη και δεν διαλέξει στο δείγμα του νέο ζευγάρι, αλλά ένα σε μια ηλικία κοντά στα 40-45 χρόνια το οποίο ψάχνει ένα σπίτι ακόμη και μεγαλύτερης επιφάνειας, η εικόνα δεν είναι πολύ καλύτερη αφού η Ελλάδα συνεχίζει να είναι από τις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης στα αστικά κέντρα.
Ειδικότερα, με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που συζητήθηκαν και στην σύνοδο των υπουργών Οικονομικών, για τα μέσα εισοδήματα το κόστος των ενοικίων φτάνει το 30% και για τα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα τα οποία κατά τεκμήριο ψάχνουν παλαιότερα σπίτια φτάνει το 35%. Και σε αυτήν την σύγκριση η Ελλάδα βγαίνει δεύτερη ακριβότερη μετά την – πολύ πλουσιότερη – Ιρλανδία, ενώ αμέσως μετά την Ελλάδα βρίσκονται η Φιλανδία και η Ολλανδία, δύο χώρες με μέσο εισόδημα σαφώς ψηλότερο απ’ ό,τι το μέσο ελληνικό.
Όχι σε επιδόματα στέγασης και φοροελαφρύνσεις
Η Κομισιόν κάνει σαφές ότι μέτρα όπως τα επιδόματα στέγασης, οι φορολογικές ελαφρύνσεις ή οι επιδοτήσεις επιτοκίων στεγαστικών δανείων δεν πρέπει να προτιμώνται. Και αυτό γιατί μπορούν μόνο προσωρινά να αυξήσουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και να υποστηρίξουν μια αδύναμη αγορά κατοικίας.
Σε ότι αφορά στις επιδοτήσεις επιτοκίων στεγαστικών δανείων που επιτρέπουν στα νοικοκυριά να λαμβάνουν μεγαλύτερα δάνεια, ενισχύοντας τη ζήτηση, τονίζει ότι τελικά καταλήγουν στο να αυξάνουν οριζόντια τις τιμές.
Απορρίπτει επίσης και το ενδεχόμενο πλαφόν στα ενοίκια, αφού προσφέρουν βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, αλλά μειώνουν τις πιθανές αποδόσεις για τους ιδιοκτήτες ακινήτων και αποθαρρύνουν τις επενδύσεις σε ενοικιαζόμενες κατοικίες, μειώνοντας τα κίνητρα για την κυκλοφορία ακινήτων στην αγορά.
Απλοποίηση στις ανεγέρσεις νέων κατοικιών
Με έμφαση λοιπόν στην προσφορά, η Επιτροπή προτείνει κρατικές επενδύσεις για να βελτιωθούν υποβαθμισμένες περιοχές σε αστικά κέντρα, αλλά και νομοθετικές αλλαγές, στοχευμένες επενδύσεις σε νέες και ανακαινισμένες κατοικίες και βιώσιμη επέκταση της κοινωνικής και δημόσιας στέγασης για τους ευάλωτους.
Ειδικά για τον κλάδο κατασκευών συστήνει απλούστευση νομοθεσίας για την απελευθέρωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας. Αναφέρεται στον οικοδομικό κανονισμό, στον πολεοδομικό σχεδιασμό, στο χωροταξικό και τις χρήσεις γης, καθώς και στις διαδικασίες αδειοδότησης ανέγερσης νέων κατοικιών.
Συστήνει τέλος αλλαγές και στους εδαφικούς (και μη) περιορισμούς στα επαγγέλματα μηχανικών και αρχιτεκτόνων. Επίσης προτείνει δράσεις επανεκπαίδευσης σε επαγγέλματα που σχετίζονται με τις κατασκευές ώστε τα νέα σπίτια να είναι περισσότερο ενεργειακά αποδοτικά από τα παλαιότερα.
Πηγή: capital.gr





