Αντιμέτωπη με μία από τις δυσκολότερες οικονομικές περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της, η Κούβα αναζητά νέες διεξόδους για την ανάκαμψη της οικονομίας της, ενισχύοντας τους δεσμούς της με τη Ρωσία και τις χώρες της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης. Η κυβέρνηση της Αβάνας επιχειρεί να αξιοποιήσει τις παραδοσιακές πολιτικές και οικονομικές σχέσεις που διατηρεί με τη Μόσχα, επιδιώκοντας πρόσβαση σε επενδύσεις, κεφάλαια, τεχνογνωσία και νέες αγορές σε μια περίοδο κατά την οποία οι πιέσεις από τις αμερικανικές κυρώσεις και τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας έχουν οδηγήσει τη χώρα σε παρατεταμένη κρίση.
Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, η Κούβα υπέγραψε νέο κοινό σχέδιο δράσης με την Ευρασιατική Οικονομική Ένωση (EAEU), το οποίο θα ισχύσει έως το 2030 και αποσκοπεί στην ενίσχυση της οικονομικής, εμπορικής και επιστημονικής συνεργασίας μεταξύ της νησιωτικής χώρας της Καραϊβικής και του ευρασιατικού μπλοκ. Η συμφωνία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες εξωτερικής οικονομικής πολιτικής της Κούβας τα τελευταία χρόνια και εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια της κυβέρνησης να περιορίσει την εξάρτησή της από παραδοσιακές αγορές και να δημιουργήσει νέες πηγές ανάπτυξης.
Η συμφωνία υπογράφηκε στο περιθώριο του Ευρασιατικού Οικονομικού Φόρουμ στο Καζακστάν, παρουσία υψηλόβαθμων αξιωματούχων της Κούβας και της Ευρασιατικής Ένωσης. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε ένα πολυεπίπεδο πρόγραμμα συνεργασίας που καλύπτει κρίσιμους τομείς της κουβανικής οικονομίας, όπως η βιοτεχνολογία, ο τουρισμός, η αγροτική παραγωγή, η βιομηχανία ζάχαρης, οι μεταφορές, η εφοδιαστική αλυσίδα και η ανάπτυξη ειδικών οικονομικών ζωνών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη βιοτεχνολογία, έναν από τους ελάχιστους τομείς στους οποίους η Κούβα έχει καταφέρει να αναπτύξει διεθνώς ανταγωνιστική τεχνογνωσία. Η χώρα διαθέτει μακρά παράδοση στην παραγωγή φαρμάκων και εμβολίων, ενώ κατά τη διάρκεια της πανδημίας ανέπτυξε δικά της εμβόλια κατά της COVID-19. Η συνεργασία με τις χώρες της Ευρασιατικής Ένωσης εκτιμάται ότι θα μπορούσε να διευρύνει την πρόσβαση των κουβανικών βιοτεχνολογικών προϊόντων σε νέες αγορές και να προσελκύσει επενδύσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου.
Εξίσου σημαντικός θεωρείται και ο τουρισμός, ο οποίος παραδοσιακά αποτελεί βασική πηγή συναλλάγματος για την κουβανική οικονομία. Τα τελευταία χρόνια ο τομέας έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα εξαιτίας της πανδημίας, των οικονομικών δυσκολιών και της μείωσης των διεθνών αφίξεων. Η κυβέρνηση της Αβάνας προσβλέπει στην αύξηση του αριθμού των επισκεπτών από τη Ρωσία και άλλες χώρες της Ευρασίας, επιδιώκοντας να αντισταθμίσει τις απώλειες από τις δυτικές αγορές.
Σημαντικό ρόλο στη νέα στρατηγική κατέχει επίσης η Ειδική Ζώνη Ανάπτυξης Μαριέλ, ένα από τα πιο φιλόδοξα οικονομικά έργα που έχουν υλοποιηθεί στην Κούβα τις τελευταίες δεκαετίες. Η περιοχή, που βρίσκεται στην επαρχία Αρτεμίσα δυτικά της Αβάνας, δημιουργήθηκε με στόχο να προσελκύσει ξένες επενδύσεις και να λειτουργήσει ως κέντρο βιομηχανικής παραγωγής, logistics και διεθνούς εμπορίου.
Όταν σχεδιάστηκε, το Μαριέλ θεωρήθηκε το μεγαλύτερο αναπτυξιακό εγχείρημα της μετασοβιετικής Κούβας. Η κατασκευή του σύγχρονου λιμένα και των βιομηχανικών εγκαταστάσεων φιλοδοξούσε να μετατρέψει τη χώρα σε περιφερειακό κόμβο εμπορίου για ολόκληρη την Καραϊβική. Ωστόσο, οι προσδοκίες δεν επιβεβαιώθηκαν πλήρως, καθώς οι διεθνείς κυρώσεις, η περιορισμένη εισροή ξένων επενδύσεων και οι εσωτερικές αδυναμίες της οικονομίας περιόρισαν την ανάπτυξη της ζώνης.
Η νέα συμφωνία προβλέπει την προώθηση επενδυτικών σχεδίων και τη διεύρυνση της παρουσίας επιχειρήσεων από τις χώρες της Ευρασιατικής Ένωσης στο Μαριέλ, με στόχο τη δημιουργία νέων βιομηχανικών μονάδων και τη βελτίωση των εξαγωγικών δυνατοτήτων της Κούβας.
Η Ευρασιατική Οικονομική Ένωση ιδρύθηκε επίσημα το 2015 με πρωτοβουλία της Ρωσίας, της Λευκορωσίας και του Καζακστάν και σήμερα περιλαμβάνει επίσης την Αρμενία και το Κιργιστάν. Στόχος της είναι η δημιουργία μιας κοινής οικονομικής αγοράς με ελεύθερη διακίνηση αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων και εργατικού δυναμικού. Η Μόσχα θεωρεί το εγχείρημα έναν από τους βασικούς πυλώνες της στρατηγικής της για την ενίσχυση της οικονομικής ολοκλήρωσης στον μετασοβιετικό χώρο και για τη δημιουργία ενός εναλλακτικού οικονομικού κέντρου απέναντι στις δυτικές δομές.
Η Κούβα συμμετέχει στην ένωση ως κράτος-παρατηρητής και τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει σταθερά τη συνεργασία της με το μπλοκ. Η νέα συμφωνία αποτελεί το πιο ολοκληρωμένο πλαίσιο συνεργασίας που έχει υπογραφεί μέχρι σήμερα και αποτυπώνει την πρόθεση της Αβάνας να αξιοποιήσει στο μέγιστο βαθμό τις δυνατότητες που προσφέρει η ευρασιατική αγορά.
Η οικονομική συγκυρία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό αυτή τη στρατηγική επιλογή. Η κουβανική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις σε καύσιμα, τρόφιμα και πρώτες ύλες, ενώ ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός και οι διακοπές ηλεκτροδότησης αποτελούν συχνό φαινόμενο. Η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή, οι εξαγωγές υποχωρούν και η χώρα δυσκολεύεται να προσελκύσει το επίπεδο ξένων επενδύσεων που απαιτείται για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών της.
Παράλληλα, οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν τεταμένες. Οι αμερικανικές κυρώσεις συνεχίζουν να περιορίζουν σημαντικά τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας, επηρεάζοντας τις τραπεζικές συναλλαγές, τις εισαγωγές και την πρόσβαση σε διεθνή χρηματοδότηση. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ρωσία και οι σύμμαχοί της εμφανίζονται ως φυσικοί εταίροι για την κουβανική ηγεσία, τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο.
Ωστόσο, οι προκλήσεις παραμένουν μεγάλες. Παρά τις νέες συμφωνίες και τις προσδοκίες για αύξηση των επενδύσεων, η επιτυχία της στρατηγικής θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της Κούβας να υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις, να βελτιώσει το επιχειρηματικό περιβάλλον και να αξιοποιήσει αποτελεσματικά τα διαθέσιμα κεφάλαια. Η συμφωνία με την Ευρασιατική Οικονομική Ένωση μπορεί να προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες, αλλά δύσκολα από μόνη της θα λύσει τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα μιας οικονομίας που αναζητά επειγόντως νέο αναπτυξιακό μοντέλο.
Το βέβαιο είναι ότι η Κούβα εισέρχεται σε μια νέα φάση οικονομικής διπλωματίας, επενδύοντας στις σχέσεις της με τη Ρωσία και τους ευρασιατικούς εταίρους της, με την ελπίδα ότι η συνεργασία αυτή θα αποτελέσει μοχλό ανάκαμψης και σταθερότητας για τα επόμενα χρόνια.
Πηγή: tanea.gr





