Το ραντεβού προγραμματισμένο για την ΕΞΕΔΡΑ, τελευταίες μέρες του Αυγούστου. Ξεκινούσε το πρωτάθλημα και η ιδέα ήταν μια κοινή συνέντευξη των αρχηγών: Ο Αβραάμ (Ολυμπιακός), ο Κώστας Κατσουράνης (Παναθηναϊκός), ο Νίκος Λυμπερόπουλος. Ήταν 2010 και ο Παρασκευάς Άντζας είχε κρεμάσει ήδη τα παπούτσια του έναν χρόνο. Κάποια στιγμή η κουβέντα πηγαίνει σε εκείνον. Συμφωνούν όλοι: Δεν ήταν για την εδώ το «πακέτο» του. Η τεχνική. Η ταχύτητα. Το αριστερό του πόδι. Οι αποφάσεις. Το δέος των 1.92cm.
Ο Βούλης ήταν «elite». Τόσο καλός που «θα μπορούσε να παίξει όπου θέλει». Στη Μπαρτσελόνα. Στη Γιουβέντους. Στην Premier League. Δεν ήθελε. «Χρυσό» τον έκαναν ο Σάββας Θεοδωρίδης με τον Τάκη Λεμονή το καλοκαίρι του 2007 για να γυρίσει στον Ρέντη. Ήταν 29 και είχε αφήσει το «κεντρικό ταμπλό» από τα 26 έπειτα από τον χαμό του πατέρα του. Δεν μπορούσε όμως μακριά από τον τόπο του. Ήθελε να είναι στο σπίτι του. Στο Μοναστηράκι της Δράμας. Εκεί που το απόγευμα θα ακουστεί το τελευταίο αντίο. Τα έκανε όλα γρήγορα. Έφυγε γρήγορα.
«Πήρα την απόφαση να σταματήσω την καριέρα μου, γιατί μετά το θάνατο του πατέρα μου, το 2000, έμαθα να εκτιμώ τα μικρά και ασήμαντα πράγματα στη ζωή και να την φιλοσοφώ διαφορετικά. Είμαι πολύ ικανοποιημένος με όλα όσα κατάφερα και ελπίζω και ο πατέρας μου, να με καμαρώνει από ψηλά» έγραψε στο χέρι, τέτοιες ημέρες το 2009 κλείνοντας οριστικά την πόρτα στο ποδόσφαιρο. Ήταν μετά «τον τελικό, των… τελικών»: Ολυμπιακός-ΑΕΚ 4-4 που κρίθηκε στα πέναλτι.
Το τελευταίο του ματς, έχοντας πλάι του τον «αδερφό» του Χρήστο Πατσατζόγλου, τον Βασίλη Τοροσίδη που είχε υπό την προστασία του από την πρώτη στιγμή που άφησε το Πετεινάρι της Ξάνθης για την Αθήνα. Τον Αβραάμ που τόσο εκτιμούσε. Τον Αντώνη Νικοπολίδη. Τον αρχηγό Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς που εκεί επέλεξε και εκείνος να κλείσει την καριέρα του. «Σπάνια εξωτερικεύω τα συναισθήματά μου σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά για σένα Βούλη δεν μπορώ να μην το κάνω, ακόμα κι αν ξέρω ότι δεν το θέλεις. Όλος ο κόσμος πρέπει να ξέρει ότι η ψυχή σου ήταν μικρού παιδιού και η καρδιά σου μεγάλη» του έγραψε χθες ο Τόρο.
«Το ήξερα, εδώ και τέσσερις-πέντε μήνες. Δεν ήθελε όμως να κάνουμε κάτι γιατί γνώριζε ότι βρίσκονταν στα τελευταία στάδια. Δεν ήθελε τίποτα» αποκάλυψε ο Γρηγόρης Γεωργάτος. Συντετριμμένος και αυτός. Το είχαν μάθει οι συμπαίκτες του. Είχαν κινητοποιηθεί. Μέσα από το ποδόσφαιρο ρωτήσαν ως και στην Αγγλία για το αν γίνεται να νικηθεί το τέρας που φέρει με το όνομα του Λου Γκέρινγκ. Εκείνος, ήταν το «σιδερένιο άλογο» των Γιάνκις. Ο αρχηγός. Είχε όλα τα ρεκόρ συνεχόμενων συμμετοχών. Και όμως έσβησε στα 37 του χρόνια, στο μακρινό 1941. Σήμερα η Αμυοτροφική Πλευρική Σκλήρυνση (ALS) φέρει το όνομα του
Και πάντα θα προκαλεί εντύπωση όταν συμβαίνει κάτι σε άλλοτε αθλητές. Δη σε ποδοσφαιριστές. Πριν από μερικά χρόνια η Ιταλίδα ευρωβουλευτής, Ίβα Ζανίκι έθεσε το θέμα στο Ευρωκοινοβούλιο υπό μορφήν ερωτήσεως προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επικαλούμενη μελέτη του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας της Ουάσιγκτον σε δείγματα DNA αθλητών, βάσει της οποίας η ΑLS μπορεί να θεωρείται πλέον η νόσος των ποδοσφαιριστών.
O Ολλανδός διεθνής Φερνάντο Ρίκσεν της Ρέιντζερς έφυγε στα 43. Ο Ιταλός Στέφανο Μποργκονόβο της Φιορεντίνα και της Μίλαν στα 49. Ο Ουάσιγκτον της Φλουμινένσε ήταν 54. Ο Τζανλούκα Σινιορίνι της Τζένοα ήταν 42. Ο Λούτον Σέλτον της Σέφιλντ, μόλις 35. Σύμφωνα με έρευνα σε 7.000 ποδοσφαιριστές στην Ιταλία, η ασθένεια είναι πέντε φορές πιο συχνή από ό,τι στον υπόλοιπο πληθυσμό, όπου η συχνότητα εμφάνισης αντιστοιχεί σε έναν άνθρωπο ανά 50.000. Επιπλέον οι ποδοσφαιριστές την εμφανίζουν πολύ νωρίτερα, κατά μέσο όρο στην ηλικία των 40 ετών, εν αντιθέσει με τον υπόλοιπο κόσμο που συνήθως την εμφανίζει περίπου στα 60 του.
Ανάμεσα στις αρκετές θεωρήσεις που υπάρχουν είναι και αυτή που αφορά τους επαναλαμβανόμενους τραυματισμούς στο κεφάλι και τις συνεχείς συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της καριέρας.
«Παικτούρα μου, φίλε μου, ευχαριστώ για όλα όσα με βοήθησες όταν ήμουν μικρός. Κάθε μέρα μου έλεγες: Νιντέντο (σ.σ. το παρατσούκλι του Καστίγιο) έλα εδώ. Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ, ήσουν μεγάλος παικταράς» του έγραψε ο Καστίγιο. Κλείνεις τα μάτια και νομίζεις ότι είναι… 2003. Αλλά δεν είναι. Είναι η μέρα που το ποδόσφαιρο αποχαιρετά έναν σιωπηλό ήρωα. Αντίο φίλε…
Πηγή: in.gr





