Με τον ανταγωνισμό από Κίνα και ΗΠΑ να εντείνεται και μάλιστα σε περιβάλλον εκτόξευσης του ενεργειακού κόστους, οι κρατικές ενισχύσεις -με την έγκριση των Βρυξελλών- αποτελούν σημαντικό παράγοντα στήριξης για την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ευάγγελος Μυτιληναίος, μιλώντας στους FT, χαιρετίζει τη «στοχευμένη υποστήριξη» ως ένα «ευπρόσδεκτο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση» για να βοηθήσει τις εταιρείες να επωμιστούν το κόστος των υψηλών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας και του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών της ΕΕ.
Οι αλλεπάλληλες προκλήσεις που αντιμετώπισε η ευρωπαϊκή βιομηχανία από το 2022 και έπειτα, εξαιτίας της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης που προκλήθηκε από τον πόλεμο στην Ουκρανία, και η υπαρξιακή από ένα σημείο και έπειτα απειλή των φθηνών ανταγωνιστικών προϊόντων από την Κίνα, όπου οι επιχειρήσεις απολαμβάνουν κρατική βοήθεια, έκαναν αναπόφευκτη ως έναν βαθμό την κρατική ενίσχυση στην ΕΕ.
Τώρα, το ενεργειακό κόστος βρίσκεται και πάλι στο έλεος των γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Απέναντι σε αυτό, η Κομισιόν χαλάρωσε το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ανοίγοντας τον δρόμο στις ευρωπαϊκές κυβερήσεις να επεκτείνουν τις επιδοτήσεις και να στηρίξουν τις επιχειρήσεις τους.
Το 2024, τα κράτη μέλη της ΕΕ δαπάνησαν συνολικά 168,23 δισεκατομμύρια ευρώ -λίγο κάτω από το 1% του συνολικού ΑΕΠ- σε επιδοτήσεις που κρίθηκαν επιτρεπτές.
Η συνολική κρατική βοήθεια αυξήθηκε κατά περίπου 50% από το 2014 έως το 2019, ακόμη και πριν από την κορύφωσή της κατά τη διάρκεια της πανδημίας και παρά την υποχώρηση μετά την κρίση, δεν έχει ακόμη επιστρέψει στα επίπεδα πριν από την πανδημία.
Ενίσχυση μιας ανταγωνιστικής Ευρώπης ή ανταγωνισμός εντός ΕΕ;
Το ερώτημα τώρα, σύμφωνα με τους FT, είναι εάν θα επιτραπεί να δοθούν ακόμα μεγαλύτερες κρατικές ενισχύσεις, ποιες χώρες και ποιες βιομηχανίες θα υποστηριχτούν και εάν η ΕΕ γίνεται μια πιο κατευθυνόμενη οικονομία στην οποία το δημόσιο χρήμα αντιμετωπίζεται όχι ως έσχατη λύση αλλά ως μέσο βιομηχανικής στρατηγικής, όπως η Κίνα.
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η στροφή προς περισσότερες επιδοτήσεις είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση των ευρωπαϊκών βιομηχανιών, επικαλούμενοι την τεράστια κρατική βοήθεια της Κίνας προς τις βιομηχανίες της.
Ο Εμανουέλ Μακρόν έχει επανειλημμένα προτρέψει τις Βρυξέλλες να εντείνουν τις προσπάθειές τους όσον αφορά τη βοήθεια που επιτρέπουν, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη είναι το μόνο «μέρος όπου δεν προστατεύουμε τους εγχώριους παίκτες μας».
Άλλοι ανησυχούν ότι οι επιδοτήσεις θα στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό εντός της ίδιας της ΕΕ, ευνοώντας τις μεγαλύτερες οικονομίες εις βάρος των μικρότερων και ότι θα στηριχτούν επιχειρήσεις που αποτυγχάνουν με χρήματα των φορολογουμένων.
«Όταν η ικανότητα κρατικής βοήθειας ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών, υπάρχει κίνδυνος να κατακερματιστεί η αγορά και να στρεβλωθούν οι επενδυτικές αποφάσεις», υποστηρίζει Hans Sohlström, Διευθύνων Σύμβουλος της σκανδιναβικής εταιρείας δασοκομίας Stora Enso.
«Σε ορισμένες από τις χώρες μπορεί να επιδοτηθεί ένα ποσοστό μεταξύ 40% και 60% του κόστους ενός έργου και αυτές οι επιδοτήσεις εγκρίνονται στις Βρυξέλλες», λέει ο Henrik Henriksson, διευθύνων σύμβουλος του κατασκευαστή πράσινου χάλυβα Stegra. Προσθέτει ότι στη Σουηδία, όπου εδρεύει,«αυτό είναι ανήκουστο» και ότι «ελλοχεύει ο κίνδυνος να θέσουμε σε κίνδυνο και να κατευθύνουμε τις επενδύσεις προς τις χώρες που έχουν τον υψηλότερο και ισχυρότερο ισολογισμό», προσθέτει ο Henriksson.
Επίσης, οι απόψεις διίστανται ως προς το κατά πόσον η αύξηση του επιπέδου κρατικής βοήθειας στην ΕΕ είναι η πιο αποτελεσματική απάντηση στις επιδοτήσεις που ισχύουν σε χώρες όπως η Κίνα και οι ΗΠΑ.
Ο Tommaso Valletti, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος στη διεύθυνση ανταγωνισμού της Επιτροπής, υποστηρίζει ότι η αντιγραφή άλλων κυβερνήσεων δεν είναι η σωστή στρατηγική για την ΕΕ: «Το συγκριτικό πλεονέκτημα της ΕΕ είναι το μέγεθος και το άνοιγμα της αγοράς της», λέει ο Βαλέτι. «Αν το υπονομεύσεις αυτό με κατακερματισμένες επιδοτήσεις, εγκαταλείπεις το ένα πράγμα που οι ΗΠΑ και η Κίνα δεν μπορούν να αναπαράγουν».
Στροφή 180 μοιρών
Για δεκαετίες, το δόγμα της κρατικής βοήθειας της ΕΕ ήταν απλό: λιγότερες και καλύτερες. Οι επιδοτήσεις ήταν ένα αναγκαίο κακό, ανεκτές μόνο για τη διόρθωση σαφών αποτυχιών της αγοράς και αυστηρά ελεγχόμενες από το ισχυρό τμήμα ανταγωνισμού της ΕΕ.
Ξεκινώντας με την Covid-19, άλλαξαν όλα αυτά. Οι προσωρινοί κανόνες της ΕΕ έδωσαν στις κυβερνήσεις μεγαλύτερο περιθώριο να υποστηρίξουν τις εταιρείες για να ξεπεράσουν την πανδημία και την ενεργειακή κρίση του 2022, οδηγώντας σε τεράστια ποσά κρατικής βοήθειας για τη διάσωση της προβληματικής οικονομίας του μπλοκ.
Τέτοιες κρίσεις συνέπεσαν με ευρύτερες μετατοπίσεις προς μεγαλύτερο κρατισμό τόσο στην Κίνα όσο και στις ΗΠΑ. Ο αυξανόμενος ανταγωνισμός από τις έντονα επιδοτούμενες κινεζικές εταιρείες οδήγησε ορισμένες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να ζητήσουν μια πιο παρεμβατική προσέγγιση από τις κυβερνήσεις τους, γράφουν οι FT.
Στο μεταξύ, οι γενναιόδωρες φορολογικές πιστώσεις στις ΗΠΑ για τη μείωση του πληθωρισμού που είχε εκτοξευτεί το 2022, έκανε πολλές κυβερνήσεις να ανταποκριθούν στις μαζικές επιδοτήσεις και στις διατάξεις του Buy America για την προώθηση της πράσινης μετάβασης.
Η Γαλλία άδραξε την ευκαιρία να πιέσει για χαλάρωση των περιορισμών στις επιδοτήσεις στο πλαίσιο μιας ενεργού βιομηχανικής πολιτικής, ειδικά για την επίτευξη των κλιματικών στόχων της ένωσης.
Οι αξιωματούχοι της ΕΕ υποστηρίζουν ότι το καθεστώς επιδοτήσεων του μπλοκ παραμένει στοχευμένο και περιορισμένο και ότι, σε αντίθεση με την Κίνα, δεν έχει ανοίξει τις πύλες για βοήθεια. Αλλά πολλοί λένε ότι, σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από οικονομικές προκλήσεις και ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων, η βασική προσέγγιση της Ευρώπης στις επιδοτήσεις έχει αλλάξει.
Η χώρα με τη μεγαλύτερη επιρροή
Λίγο κάτω από το 25% όλων των κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ που δαπανήθηκαν το 2024 εκταμιεύτηκε από τη Γερμανία. Το ποσοστό αυτό δεν προκύπτει μόνο από το καθαρό οικονομικό μέγεθος της χώρας, αλλά και από την έκταση της επιρροής της στις Βρυξέλλες και το οικονομικό πλήγμα που υπέστη η βιομηχανική της βάση όταν έπαψε να έχει στη διάθεσή της φθηνή ρωσική ενέργεια.
Μικρότερες οικονομίες, όπως η Ουγγαρία και η Ρουμανία, αφιερώνουν μεγαλύτερο μερίδιο του ΑΕΠ τους σε κρατική βοήθεια. Αλλά σε ονομαστικούς όρους, δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τη δύναμη πυρός του Βερολίνου, μια ανισορροπία που προκαλεί ανησυχία στις μικρότερες και λιγότερο πλούσιες πρωτεύουσες.
Δεδομένου ότι η υποστήριξη τέτοιων χωρών είναι πιο μέτρια σε ονομαστικές δαπάνες, «δεν επωφελούνται από την ίδια μόχλευση: οι μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις δημιουργούν αντίστοιχα μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη», επισημαίνει ο Aleksander Tombiński, συνεταίρος στο Clifford Chance.
Κατά την παρουσίαση του νέου πλαισίου κρατικών ενισχύσεων για τον μετριασμό των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου στο Ιράν, η επικεφαλής ανταγωνισμού της ΕΕ, Τερέζα Ριμπέρα, υποστήριξε ότι αυτό θα επέτρεπε στην ΕΕ «να χορηγήσει κρατική βοήθεια για τον μετριασμό των άμεσων αρνητικών επιπτώσεων στις πιο εκτεθειμένες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, διατηρώντας παράλληλα ίσους όρους ανταγωνισμού».
Ομως, οι πιο οικονομικά εύρωστες χώρες της Ευρώπης -όπως η Ολλανδία και οι σκανδιναβικές χώρες- υποστηρίζουν ότι αντί για επιδοτήσεις, η ΕΕ θα πρέπει να επικεντρωθεί στην υποκείμενη ανταγωνιστικότητα ενσωματώνοντας την ενιαία αγορά και ενισχύοντας θεμελιώδη στοιχεία όπως οι υποδομές ή οι δεξιότητες των εργαζομένων.
«Οι χαλαροί κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις κατακερματίζουν το ίδιο το πεδίο ανταγωνισμού της Ευρώπης, καθώς οι χώρες με μεγαλύτερους ισολογισμούς ωφελούνται περισσότερο», λέει ένας διπλωμάτης της ΕΕ. «Η μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να οικοδομηθεί με βάση τον ανταγωνισμό των επιδοτήσεων μεταξύ των κρατών μελών».
Ενδεικτικός ο κλάδος της ενέργειας
Ο τομέας της ενέργειας είναι εκείνος στον οποίο αποτυπώνονται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο οι εντάσεις σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, όπως επισημαίνουν οι FT.
Μεταξύ τέλους 2021 και μέσων 2023, οι χώρες της ΕΕ δαπάνησαν περίπου 540 δισεκατομμύρια ευρώ -από αυτά τα 158 στη Γερμανία- για την επιδότηση των τιμών της ενέργειας για να προστατεύσουν τους καταναλωτές από τις κρίσεις τιμών μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία και για να προστατεύσουν τις ενεργοβόρες βιομηχανίες από το αυξανόμενο κόστος.
Μετά από αυτό το ενεργειακό σοκ, οι Βρυξέλλες χαλάρωσαν επίσης τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις για το υπόλοιπο της δεκαετίας, ώστε να επιτρέψουν στις κυβερνήσεις να επιδοτήσουν καθαρές τεχνολογίες και την απαλλαγή από τον άνθρακα στη βιομηχανία.
Κάποιοι ισχυρίζονται ότι οι υψηλότερες επιδοτήσεις, αντί για μεταρρυθμίσεις στην ίδια την αγορά, τείνουν να είναι η συνήθης αντίδραση των κυβερνήσεων σε κρίσεις.
Η Heather Grabbe, ανώτερη συνεργάτιδα στο οικονομικό think tank Bruegel, για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι οι γερμανικές επιδοτήσεις, στηρίζουν τις βιομηχανικές επιχειρήσεις αντί να παρέχουν κίνητρα για την απαλλαγή από τον άνθρακα και τις διαρθρωτικές αλλαγές που απαιτούνται για την αντιμετώπιση μελλοντικών κρίσεων.
Άλλοι σημειώνουν ότι τόσο υψηλά επίπεδα επιδοτήσεων ενσωματώνονται στις πολιτικές, καθώς «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού».
Ωστόσο, διαδεδομένη είναι και η άποψη ότι η Ευρώπη χρειάζεται κρατική βοήθεια όχι μόνο για να προστατευτεί από ενεργειακά σοκ, αλλά και για να υπερασπιστεί τη βιομηχανία τηςαπό τον επιδοτούμενο παγκόσμιο ανταγωνισμό — ιδίως για να προστατεύσει την φιλική προς το περιβάλλον παραγωγή από φθηνότερη παραγωωγή αλλού.
Διεκδικούν η Κομισιόν να εγκρίνει όχι μόνο κεφαλαιουχικές δαπάνες αλλά και επιδοτήσεις για λειτουργικά έξοδα, ιδίως για εταιρείες που επιδιώκουν να ανταγωνιστούν την τεράστια βιομηχανία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας της Κίνας.
Η Γερμανία εντείνει τις επιδοτήσεις στον βιομηχανικό της τομέα. Μόλις αυτόν τον μήνα, το Industriestrompreis, ένα προσωρινό πρόγραμμα ανακούφισης για ενεργοβόρες εταιρείες, τέθηκε σε ισχύ προς απογοήτευση εταιρειών από άλλα ευρωπαϊκά κράτη.
Ανταγωνισμός με την Κίνα
Ο εντεινόμενος παγκόσμιος αγώνας για επιδοτήσεις έχει επίσης ωθήσει τις ευρωπαϊκές εταιρείες να ζητήσουν κρατική βοήθεια για να αποφύγουν τις απώλειες, παρόλο που πολλές είναι επιφυλακτικές ως προς τη διαφήμιση της ανάγκης τους για κρατική υποστήριξη.
Οι πολιτικοί στο Παρίσι, στο Βερολίνο και αλλού υποστηρίζουν ότι η πολιτική κρατικών ενισχύσεων του μπλοκ πρέπει να προσαρμοστεί σε μια νέα εποχή γεωπολιτικού στρατηγικού ανταγωνισμού στην οποία οι ξένοι ανταγωνιστές επωφελούνται όχι μόνο από τη μεγάλη κρατική υποστήριξη αλλά και από φθηνότερη ενέργεια και προστατευμένη ζήτηση.
Ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, έχει επίσης ζητήσει επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, μεγάλο μέρος των οποίων μέσω του κρατικού τομέα, για την καταπολέμηση του κινδύνου που θέτουν στην ευρωπαϊκή βιομηχανία τα ιδιαίτερα επιδοτούμενα κινεζικά λόμπι.
Ωστόσο, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι, επιδιώκοντας να μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα, η ήπειρος κινδυνεύει να υιοθετήσει μια κρατικιστική στάση που μοιάζει περισσότερο με την προσέγγιση του Πεκίνου παρά με την παραδοσιακή πολιτική της Ευρώπης.
Και πολλοί παράγοντες των Βρυξελλών ανησυχούν ότι ο συνδυασμός της επιρροής της Γερμανίας στην ΕΕ υπό τονΦρίντριχ Μερτς και η τεράστια κλίμακα των επιδοτήσεων της χώρας θα προκαλέσει τελικά προβλήματα στην οικονομία της ηπείρου και στις βιομηχανίες της συνολικά.
Είναι χαρακτηριστική η δήλωση ανώτερου διπλωμάτη στους FT: «Εάν η Γερμανία επιδοτήσει έναν σταθμό παραγωγής ενέργειας αντί να διευθετήσει την αγορά ενέργειας, αυτό έχει συνέπειες. Αλλά μπορείτε να φανταστείτε έναν άλλο ηγέτη να το λέει αυτό στον Μερτς;»
Πηγή: ot.gr





