Τις σημαντικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια, αλλά και τις μεγάλες παθογένειες που εξακολουθούν να παραμένουν, ανέδειξε ο πρόεδρος του Capital.gr ΑΕ, των Αττικών Εκδόσεων ΑΕ και της ΕΝΕΔ, Θεοχάρης Φιλιππόπουλος, στο συνέδριο του Κύκλου Ιδεών με θέμα “Η Ελλάδα Μετά IX: Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας”.
“Έχουν γίνει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας, ξεκινώντας όμως από μια πολύ χαμηλή βάση, μετά την προηγούμενη καταστροφική διακυβέρνηση της χώρας την περίοδο 2015-2019”, ανέφερε ο κ. Φιλιππόπουλος.
Όπως σημείωσε, η Ελλάδα πλέον δανείζεται με κόστος αντίστοιχο πολλών ευρωπαϊκών χωρών, ενώ έχει περιοριστεί σημαντικά και η φοροδιαφυγή, με κομβικής σημασίας παρέμβαση τη διασύνδεση POS και ταμειακών μηχανών. “Νομίζω δε ότι η φορολογία των επιχειρήσεων και των μερισμάτων πλέον δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι υψηλή”, πρόσθεσε.
Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση δεν κατάφερε να περιορίσει τη διαφθορά. “Όταν υπάρχει διαφθορά, στην ουσία δεν υπάρχει ανταγωνισμός”, τόνισε, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η ατιμωρησία επιδεινώνει το πρόβλημα. “Είναι σοκαριστικό αυτό που μάθαμε από την Ευρωπαία εισαγγελέα, ότι αν στην Ελλάδα καταχραστείς χρήματα και τα επιστρέψεις, δεν τιμωρείσαι”, ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν και για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. “Ως προς το παραγωγικό μοντέλο της οικονομίας, δεν έχει γίνει τίποτα. Το real estate, ο τουρισμός και το Ταμείο Ανάκαμψης κινούν την οικονομία. Δεν υπάρχει πρόοδος, για παράδειγμα, στον πρωτογενή τομέα. Έρχεται ο τουρίστας στην Ελλάδα υποτίθεται να αφήσει τα χρήματά του και καταλήγει να τρώει ντομάτες Ολλανδίας”, σχολίασε.
Παράλληλα, στάθηκε στη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. “Έχει μεγεθυνθεί το χάσμα μεταξύ εύπορων, μεσαίας τάξης και μικρομεσαίας τάξης. Η αύξηση του κόστους ζωής είναι φυσικό να κάνει τους ανθρώπους απαισιόδοξους”, σημείωσε.
Αναφερόμενος στις προκλήσεις της επόμενης ημέρας, ο κ. Φιλιππόπουλος προειδοποίησε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα επηρεάσει σημαντικά την αγορά εργασίας. “Σίγουρα η Τεχνητή Νοημοσύνη θα δημιουργήσει θέμα με τις θέσεις εργασίας, κυρίως στη μεσαία στελέχωση των επιχειρήσεων”, είπε, απαντώντας σε σχετική ερώτηση.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Lyktos Group, Μιχάλης Σάλλας, υποστήριξε ότι η Ελλάδα απέχει ακόμη από τα οικονομικά δεδομένα του 2008. “Δεν βρισκόμαστε σε οικονομικό επίπεδο ως Ελλάδα στο 2008. Χρειαζόμαστε περίπου πέντε χρόνια για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο”, τόνισε.
Ο κ. Σάλλας έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην περίοδο 1989-1991, λέγοντας πως τότε “κατέρρεαν τα πάντα στις γύρω χώρες και ζητούσαν την ελληνική βιομηχανία και τις ελληνικές τράπεζες, ενώ στην Ελλάδα ασχολούμασταν με τα σκάνδαλα τύπου Κοσκωτά, κυνηγώντας να βάλουμε τη μισή Ελλάδα φυλακή”.
Όπως ανέφερε, στην Ελλάδα “δεν υπάρχει αστική τάξη, υπάρχει όμως μια ελίτ η οποία δεν αφήνει τη χώρα να τρέξει μπροστά”.
Σημείωσε ακόμη ότι “δεν πρέπει να έχει υπάρξει χώρα στον κόσμο η οποία να έχει επιδοτηθεί όσο η Ελλάδα”, επισημαίνοντας πως από το 1981 έως σήμερα η χώρα έχει λάβει, σε σημερινές τιμές, περίπου 250 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και ακόμη 400 δισ. ευρώ σε δάνεια.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι “δεν υπήρχε η δομή που ήταν απαραίτητη για την ορθή απορρόφηση των χρημάτων του Ταμείου Ανάκαμψης”, ενώ αναφέρθηκε και στη σύγκριση της Ελλάδας με την Τουρκία, σημειώνοντας ότι, σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ για το 2025, η γειτονική χώρα έχει φτάσει την Ελλάδα σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ.
Στις βαθιές συνέπειες της οικονομικής κρίσης αναφέρθηκε ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου και πρώην αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής του ΔΝΤ.
“Υποστήκαμε οικονομικές συνέπειες που προσιδιάζουν σε όσα θα είχαμε υποστεί αν είχαμε κάνει πόλεμο”, υπογράμμισε.
Όπως σημείωσε, παρά τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού. “Η κρίση ξέσπασε όχι μόνο λόγω χρέους, αλλά και λόγω του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο δεν έχει τιθασευτεί”, ανέφερε.
Ο κ. Ρουμελιώτης τόνισε επίσης ότι, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν αρκεί για να καλύψει τις απώλειες της περιόδου 2010-2019. “Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχει αυξηθεί πράγματι από το 2021 έως σήμερα ταχύτερα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, δεν αρκεί όμως για να καλύψει την τεράστια απώλεια εισοδήματος της προηγούμενης δεκαετίας”, σημείωσε.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη αλλαγής του επενδυτικού προτύπου της χώρας. “Χρειαζόμαστε επενδύσεις με έμφαση στην υψηλή προστιθέμενη αξία και όχι στην κατανάλωση”, ανέφερε, ενώ χαρακτήρισε ιδιαίτερα επιβαρυντικούς τους υψηλούς έμμεσους φόρους, οι οποίοι – όπως είπε – πλήττουν κυρίως τα λιγότερο προνομιούχα στρώματα της κοινωνίας.
Τη συζήτηση συντόνισε η δημοσιογράφος Βάσω Αγγελέτου.
Πηγή: capital.gr





