Του Χάρη Φλουδόπουλου
Σενάρια ακραίας ανόδου των τιμών του πετρελαίου, με το Brent ακόμη και πάνω από τα 150 δολάρια το βαρέλι, επαναφέρουν στο προσκήνιο οι διεθνείς αναλυτές, καθώς η κρίση στα Στενά του Ορμούζ συνεχίζει να απειλεί τη σταθερότητα της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας. Σύμφωνα με νέες εκτιμήσεις της JP Morgan, εάν η κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία παραμείνει ουσιαστικά κλειστή έως και την 1η Σεπτεμβρίου, τότε η μέση τιμή του Brent στο τέταρτο τρίμηνο του 2026 θα μπορούσε να εκτιναχθεί στα 151 δολάρια ανά βαρέλι.
Η πρόβλεψη αυτή αποτελεί το πιο ακραίο από μια σειρά σεναρίων που επεξεργάζεται η αμερικανική τράπεζα, με βασική παράμετρο το πότε θα αποκατασταθεί πλήρως η ναυσιπλοΐα και η ομαλή ροή πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ. Πρόκειται για το σημαντικότερο ενεργειακό choke point του πλανήτη, από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου.
Στο βασικό σενάριο της JP Morgan, που προβλέπει επαναλειτουργία της διόδου την 1η Ιουνίου, το Brent εκτιμάται ότι θα κινηθεί κατά μέσο όρο στα 96 δολάρια για το σύνολο του 2026, με τις τιμές να παραμένουν πάνω από τα 100 δολάρια κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Ωστόσο όσο παρατείνεται η κρίση, τόσο εντείνεται η ανοδική πίεση.
Εάν η επαναλειτουργία μετατεθεί για την 1η Ιουλίου, η μέση τιμή του Brent στο τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του έτους προβλέπεται στα 116 και 117 δολάρια αντίστοιχα. Σε περίπτωση επαναλειτουργίας τον Αύγουστο, οι τιμές ανεβαίνουν περαιτέρω στα 123 δολάρια το τρίτο τρίμηνο και στα 134 δολάρια το τέταρτο. Το πλέον δυσμενές σενάριο, με άνοιγμα των Στενών τον Σεπτέμβριο, οδηγεί το Brent στα 127 δολάρια το τρίτο τρίμηνο και στα 151 δολάρια το τέταρτο τρίμηνο.
Οι αναλυτές της JP Morgan προειδοποιούν ότι ακόμη και αν υπάρξει αποκλιμάκωση μέσα στον Ιούνιο, η αγορά θα συνεχίσει να βρίσκεται υπό έντονη πίεση. Ο λόγος είναι ότι η θερινή αύξηση της ζήτησης συμπίπτει με μια περίοδο εξαιρετικά μεγάλων απομειώσεων στα εμπορικά αποθέματα πετρελαίου των χωρών του ΟΟΣΑ, που είχαν ήδη καταγραφεί τον Μάρτιο και τον Απρίλιο και αναμένεται να συνεχιστούν και τον Μάιο.
Όπως επισημαίνεται, τα παγκόσμια αποθέματα κινδυνεύουν να προσεγγίσουν επίπεδα “λειτουργικού στρες” ήδη από τον Αύγουστο, στοιχείο που εξηγεί γιατί οι τιμές δεν αποκλιμακώνονται ακόμη και σε σενάρια επανόδου της ροής πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο.
Παράλληλα, η τράπεζα εκτιμά ότι η κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπερπροσφορά από τα τέλη του 2026 και μετά. Μετά την επαναλειτουργία των Στενών, οι χώρες του Κόλπου αναμένεται να αυξήσουν επιθετικά την παραγωγή τους για να ανακτήσουν χαμένα έσοδα, ενώ και άλλοι μεγάλοι παραγωγοί θα επιχειρήσουν να εκμεταλλευτούν το περιβάλλον υψηλών τιμών λειτουργώντας στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η JP Morgan προβλέπει ότι από τις αρχές του 2027 τα εμπορικά αποθέματα θα έχουν επανέλθει στα προπολεμικά επίπεδα, γεγονός που θα ασκήσει εκ νέου καθοδικές πιέσεις στις τιμές.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εκτίμηση της τράπεζας για το ενδεχόμενο μόνιμης απώλειας παραγωγικής δυναμικότητας λόγω παρατεταμένων διακοπών λειτουργίας κοιτασμάτων. Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι φόβοι για μακροχρόνια “ζημιά” στα πεδία παραγωγής είναι υπερβολικοί. Η εμπειρία της περιόδου της πανδημίας, όταν ο OPEC+ είχε αποσύρει πάνω από 10 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως από την αγορά, δείχνει ότι η παραγωγή μπορεί να επανέλθει χωρίς σοβαρές μόνιμες επιπτώσεις.
Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι εντοπίζονται κυρίως σε λειτουργικά προβλήματα, όπως διάβρωση, επικαθίσεις ή βλάβες σε αντλητικά συστήματα λόγω παρατεταμένης αδράνειας. Ακόμη όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις, η απώλεια παραγωγής θεωρείται κυρίως οικονομικό και τεχνικό ζήτημα επανεκκίνησης και όχι οριστική απώλεια αποθεμάτων.
Η JP Morgan εκτιμά ότι ακόμη και αν οι διαταραχές συνεχιστούν έως τα τέλη Σεπτεμβρίου, οι μόνιμες απώλειες παραγωγικής δυναμικότητας στην περιοχή δεν θα ξεπεράσουν τα 800 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως και μάλιστα μεγάλο μέρος αυτών θα μπορεί να ανακτηθεί σταδιακά. Επιπλέον, χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διαθέτουν σημαντική εφεδρική παραγωγική ικανότητα, η οποία θα μπορούσε να καλύψει μεγάλο μέρος των απωλειών εφόσον χρειαστεί.
Ωστόσο, μέχρι να υπάρξει σαφής αποκλιμάκωση στην περιοχή, η αγορά πετρελαίου θα συνεχίσει να κινείται σε περιβάλλον ακραίας νευρικότητας, με τις τιμές να παραμένουν ευάλωτες σε κάθε νέα γεωπολιτική αναταραχή.
Φόβοι για ανατιμήσεις στην Ελλάδα
Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς αναταράξεις περνούν πλέον με ένταση και στις αντλίες καυσίμων, με την ελληνική αγορά να βρίσκεται αντιμέτωπη με νέο κύμα ανατιμήσεων σε βενζίνη και diesel. Η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης έχει ήδη ξεπεράσει τα 2,09 ευρώ ανά λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης προσεγγίζει τα 1,85 ευρώ, με παράγοντες της αγοράς να εκτιμούν ότι μέσα στις επόμενες ημέρες η βενζίνη μπορεί να κινηθεί σταθερά πάνω από τα 2,10 ευρώ και το diesel προς τα 1,90 ευρώ ανά λίτρο.
Οι μεγαλύτερες πιέσεις καταγράφονται στις νησιωτικές περιοχές, όπου το αυξημένο μεταφορικό κόστος και η έντονη τουριστική ζήτηση επιβαρύνουν περαιτέρω τις τιμές. Στις Κυκλάδες η μέση τιμή της αμόλυβδης έχει φτάσει τα 2,225 ευρώ ανά λίτρο, ενώ σε Δωδεκάνησα, Κεφαλονιά και Κρήτη η βενζίνη παραμένει σε πολλές περιοχές πάνω από τα 2,14 ευρώ.
Παράλληλα, ανησυχία προκαλεί και η κατάσταση στην αγορά αεροπορικών καυσίμων. Η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εισαγωγές jet fuel, μέρος των οποίων προέρχεται από τη Μέση Ανατολή, γεγονός που αυξάνει την ευαισθησία της αγοράς σε πιθανές διαταραχές εφοδιασμού. Αναλυτές προειδοποιούν ότι η προσπάθεια των διυλιστηρίων να αυξήσουν την παραγωγή αεροπορικών καυσίμων ενδέχεται να περιορίσει την παραγωγή άλλων προϊόντων, εντείνοντας συνολικά τις πιέσεις στην αγορά πετρελαιοειδών.
Από ελληνικής πλευράς πάντως, η κυβέρνηση εμφανίζεται καθησυχαστική ως προς την επάρκεια καυσίμων, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα διαθέτει ισχυρή διυλιστική βάση και επαρκή παραγωγική δυνατότητα ώστε να καλύψει τις ανάγκες της οικονομίας και του τουρισμού κατά τη θερινή περίοδο.
Πηγή: capital.gr





