Το 78% των Ελλήνων δηλώνει πλέον ότι η ακρίβεια είναι ένα από τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει προσωπικά και αυτό είναι το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και μάλιστα με μεγάλη απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το στοιχείο αυτό αυξάνει την πίεση της κυβέρνησης όχι μόνο εξαιτίας της πορείας του πληθωρισμού αλλά και από τη διαπίστωση ότι η κοινωνική πίεση αποκτά πλέον μόνιμα χαρακτηριστικά. Η αίσθηση που μεταφέρεται είναι ότι ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας θεωρεί πως η οικονομία βελτιώνεται μόνο στους πίνακες και όχι στην πραγματική ζωή.
Η εικόνα αυτή αρχίζει να προκαλεί έντονο προβληματισμό όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στις Βρυξέλλες. Η Ελλάδα εμφανίζεται πλέον ως η χώρα με τη μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στη μακροοικονομική εικόνα και στην κοινωνική αίσθηση ευημερίας.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον πληθωρισμό, αλλά συνδέεται με το στεγαστικό κόστος, την ενέργεια, τη συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος και κυρίως με τη διαρκή αίσθηση οικονομικής ανασφάλειας που παραμένει ενεργή έπειτα από δεκαπέντε χρόνια διαδοχικών κρίσεων.
Οι αριθμοί πίσω από αυτή την εικόνα είναι αποκαλυπτικοί. Η Ελλάδα καταγράφει σήμερα το υψηλότερο στεγαστικό βάρος στην Ευρώπη. Το 26,4% των νοικοκυριών δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στέγαση, όταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης βρίσκεται στο 7,7%.
Παράλληλα, η χώρα παραμένει στις πρώτες θέσεις της ΕΕ στον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού με ποσοστό 27,5%, σημαντικά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 21,8%. Στο οικονομικό επιτελείο γνωρίζουν πλέον ότι αυτοί οι δείκτες μπορούν ασκήσουν πίεση στην κοινωνία, παρά τους δείκτες ανάπτυξης ή τις αναβαθμίσεις της οικονομίας.
Η ακρίβεια αλλάζει τη συμπεριφορά της αγοράς
Στελέχη μεγάλων αλυσίδων λιανεμπορίου περιγράφουν μια νέα φάση καταναλωτικής επιφυλακτικότητας που γίνεται πιο έντονη από τον Απρίλιο και μετά. Οι αγορές μικρότερης αξίας αυξάνονται, οι προσφορές γίνονται βασικό κριτήριο επιλογής και οι δαπάνες που δεν θεωρούνται απολύτως αναγκαίες περιορίζονται αισθητά.
Η αλλαγή αυτή συνδέεται άμεσα με τη νέα έκρηξη τιμών σε βασικές κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Απρίλιο καταγράφουν αυξήσεις που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα:
● Βενζίνη +17,1%
● Ηλεκτρισμός +14%
● Πετρέλαιο θέρμανσης +53,2%
● Φυσικό αέριο +19,3%
● Πετρέλαιο κίνησης +32,4%
● Ενοίκια +7,6%
● Αεροπορικά εισιτήρια +18,6%
● Εστίαση +6,7%
Στα τρόφιμα, οι πιέσεις παραμένουν έντονες:
● Μοσχάρι +19,2%
● Κρέατα γενικά +10,4%
● Αρνί και κατσίκι +13,3%
● Ψάρια αλίπαστα +13,9%
● Καφές +7,9%
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι αυξήσεις εντοπίζονται στις κατηγορίες με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Αυτό ακριβώς δημιουργεί την αίσθηση ότι το πραγματικό κόστος ζωής αυξάνεται πολύ περισσότερο από όσο δείχνουν οι γενικοί δείκτες.

Το στεγαστικό σοκ στην Ελλάδα
Στο κυβερνητικό στρατόπεδο, όλο και περισσότεροι παραδέχονται ότι το στεγαστικό έχει μετατραπεί στο πιο δύσκολο κοινωνικό μέτωπο της επόμενης περιόδου. Η πίεση από τα ενοίκια περνά πλέον βαθιά στη μεσαία τάξη, ενώ η άνοδος των τιμών αγοράς κατοικίας σε πολλές περιοχές της χώρας έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον σχεδόν απαγορευτικό για νεότερα νοικοκυριά.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκά στοιχεία, η Ελλάδα δεν έχει απλώς υψηλό στεγαστικό κόστος, αλλά έχει το πιο δυσανάλογο στεγαστικό βάρος σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Αυτό εξηγεί γιατί ακόμη και νοικοκυριά με σταθερή εργασία αισθάνονται πλέον οικονομικά πιεσμένα.
Η πίεση αυτή ενισχύεται από το υψηλό ενεργειακό κόστος κατοικίας, τα αυξημένα ενοίκια, την περιορισμένη προσφορά κατοικιών και το ακριβότερο κόστος χρηματοδότησης λόγω επιτοκίων. Σε τραπέζι του οικονομικού επιτελείου έχουν επιστρέψει σενάρια νέων παρεμβάσεων στη στέγη, ωστόσο το δημοσιονομικό περιθώριο θεωρείται εξαιρετικά περιορισμένο.
Οι Βρυξέλλες ανησυχούν
Η ελληνική εικόνα παρακολουθείται πλέον στενά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όχι επειδή η χώρα κινδυνεύει από έναν δημοσιονομικό εκτροχιασμό, αλλά επειδή καταγράφεται έντονη κοινωνική πιεση παρά τη βελτίωση των βασικών οικονομικών μεγεθών.
Σε πρόσφατες ευρωπαϊκές αξιολογήσεις, η Ελλάδα περιγράφεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα οικονομίας όπου η κοινωνική αίσθηση ευημερίας αποσυνδέεται από τους μακροοικονομικούς δείκτες. Αυτή η διαπίστωση δημιουργεί ήδη συζητήσεις στις Βρυξέλλες για το κατά πόσο οι παραδοσιακοί δείκτες επαρκούν πλέον για να αποτυπώσουν την πραγματική κατάσταση των κοινωνιών.
Αξιωματούχοι της Κομισιόν δίνουν πλέον ιδιαίτερη βαρύτητα σε δείκτες όπως:
● η καταναλωτική εμπιστοσύνη
● η στεγαστική επιβάρυνση
● η κοινωνική αντοχή
● η αγοραστική δύναμη
● ο πραγματικός πληθωρισμός των νοικοκυριών
Η ελληνική περίπτωση αντιμετωπίζεται ως πιθανός προπομπός ευρύτερων κοινωνικών πιέσεων στην Ευρώπη εάν η νέα περίοδος ακρίβειας αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.
Το βασικό πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν εκφράζεται πολιτικά, αλλά κυρίως μέσα από τη στάση των νοικοκυριών απέναντι στην οικονομία. Οι περισσότεροι δείκτες ψυχολογίας σχετικά με την κατανάλωση επιδεινώνονται.
Η πρόθεση για μεγάλες αγορές υποχωρεί, η αποταμίευση μειώνεται και η ανασφάλεια για το μέλλον αυξάνεται. Η πίεση αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση προσπαθεί να διατηρήσει την εικόνα δημοσιονομικής σταθερότητας και να προστατεύσει την επενδυτική αξιοπιστία της χώρας.
Ωστόσο, όσο η ακρίβεια επιμένει, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να πειστεί η κοινωνία ότι η οικονομική βελτίωση μεταφράζεται σε πραγματική ανακούφιση και αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα ίσως μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στη μακροοικονομική σταθερότητα και στην κοινωνική αίσθηση οικονομικής ασφυξίας.
Πηγή: ot.gr





