Απόφαση εφετείου εστιάζει στο ελάχιστο επίπεδο αλληλοκατανόησης και συνεργασίας των γονέων, απορρίπτοντας αίτημα συνεπιμέλειας του πατέρα
Η συνεπιμέλεια των παιδιών μετά το διαζύγιο αποτελεί ένα από τα πιο επίκαιρα και σύνθετα ζητήματα του σύγχρονου οικογενειακού δικαίου. Τα τελευταία χρόνια, η συζήτηση γύρω από τον ρόλο και των δύο γονέων στην ανατροφή των παιδιών έχει ενταθεί, με τη νομοθεσία να κινείται προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της κοινής ευθύνης. Βασικός άξονας αυτής της προσέγγισης είναι το συμφέρον του παιδιού, το οποίο προϋποθέτει, όπου είναι εφικτό, την ουσιαστική παρουσία και των δύο γονέων στη ζωή του.
Γράφει η Λόλα Γάτσιου από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 10 Μαϊου 2026
Στην Ελλάδα, οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στο οικογενειακό δίκαιο ενίσχυσαν την αρχή της κοινής άσκησης της γονικής μέριμνας. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και μετά το διαζύγιο, οι δύο γονείς καλούνται να λαμβάνουν από κοινού σημαντικές αποφάσεις για το παιδί, όπως ζητήματα εκπαίδευσης, υγείας και γενικότερης ανάπτυξης. Παράλληλα, προωθείται η διατήρηση ουσιαστικής επικοινωνίας του παιδιού και με τους δύο γονείς, χωρίς αυτό να συνεπάγεται απαραίτητα ίση χρονική κατανομή.
Ωστόσο, η θεωρητική κατοχύρωση της συνεπιμέλειας δεν σημαίνει και αυτόματη εφαρμογή της στην πράξη. Η καθημερινότητα δείχνει ότι πρόκειται για ένα μοντέλο που απαιτεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να λειτουργήσει ομαλά. Καθοριστικό ρόλο παίζει η σχέση μεταξύ των γονέων: η ικανότητα επικοινωνίας, η διάθεση συνεργασίας και η δυνατότητα να παραμερίζουν τις προσωπικές τους διαφορές προς όφελος του παιδιού.
Χαρακτηριστική ως προς τα όρια της συνεπιμέλειας είναι η απόφαση 236/2026 του Μονομελές Εφετείο Πειραιά, η οποία αποτυπώνει με σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες το συγκεκριμένο μοντέλο δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Η υπόθεση αφορούσε δύο ανήλικα παιδιά, γεννημένα το 2015 και το 2018, των οποίων οι γονείς είχαν χωρίσει συναινετικά λίγα χρόνια νωρίτερα. Παρά τη συναινετική λύση του γάμου, η μετέπειτα σχέση τους επιδεινώθηκε σημαντικά.
Ο πατέρας προσέφυγε στη δικαιοσύνη ζητώντας είτε την αποκλειστική επιμέλεια είτε, εναλλακτικά, τη συνεπιμέλεια, υποστηρίζοντας ότι η μητέρα δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις υποχρεώσεις της και ότι δεν τον ενημερώνει για σημαντικά ζητήματα που αφορούν τα παιδιά. Επικαλέστηκε, επίσης, ότι τα παιδιά ζουν με τον νέο σύντροφο της μητέρας, γεγονός που, κατά τον ίδιο, επηρεάζει αρνητικά την καθημερινότητά τους.
Από την άλλη πλευρά, η μητέρα υποστήριξε ότι ασκεί με επάρκεια την επιμέλεια, παρέχοντας στα παιδιά ένα σταθερό και ασφαλές περιβάλλον. Το δικαστήριο, αξιολογώντας τα αποδεικτικά στοιχεία, διαπίστωσε ότι τα παιδιά είναι ενταγμένα σε μια οργανωμένη καθημερινότητα, ενώ η μητέρα καλύπτει τόσο τις υλικές όσο και τις συναισθηματικές τους ανάγκες, παρά το απαιτητικό εργασιακό της πρόγραμμα.
Το κρίσιμο σημείο της απόφασης αφορά την αξιολόγηση της σχέσης των γονέων. Το δικαστήριο τόνισε ότι η συνεπιμέλεια προϋποθέτει ένα ελάχιστο επίπεδο αλληλοκατανόησης και συνεργασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε ότι η σχέση τους χαρακτηρίζεται από έντονη σύγκρουση και έλλειψη εμπιστοσύνης, στοιχεία που καθιστούν ανέφικτη την ομαλή από κοινού άσκηση της επιμέλειας των ανήλικων παιδιών τους. Όπως επισημάνθηκε, μια τέτοια κατάσταση θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε δυσλειτουργία και θα έθετε τα παιδιά στο επίκεντρο μιας διαρκούς και δυσάρεστης αντιπαράθεσης.
Επιπλέον, το δικαστήριο διευκρίνισε το εύρος της υποχρέωσης ενημέρωσης του γονέα που δεν έχει την επιμέλεια, σημειώνοντας ότι αυτή αφορά κυρίως ουσιώδη και σοβαρά ζητήματα. Παρόλα αυτά, από τα στοιχεία της υπόθεσης προέκυψε ότι η μητέρα παρείχε στον πατέρα ενημέρωση ακόμη και για καθημερινά θέματα, γεγονός που ενίσχυσε την εικόνα της ως συνεργάσιμου γονέα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στη γνώμη των ίδιων των παιδιών, όπως αυτή εκφράστηκε κατά τη διαδικασία της ακρόασής τους από τον ίδιο τον δικαστή. Η στάση τους επιβεβαίωσε ότι έχουν προσαρμοστεί στο υπάρχον περιβάλλον και αισθάνονται ασφάλεια, ενώ ταυτόχρονα διατηρούν θετική σχέση με τον πατέρα τους. Το στοιχείο αυτό κρίθηκε καθοριστικό για τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, να παραμείνει η επιμέλειά τους στη μητέρα.
Η συγκεκριμένη απόφαση αναδεικνύει μια βασική πραγματικότητα: η συνεπιμέλεια δεν είναι μια λύση που μπορεί απλά να επιδικαστεί. Αντιθέτως, αποτελεί ένα μοντέλο που προϋποθέτει ώριμες σχέσεις, αμοιβαίο σεβασμό και κοινή προσέγγιση στην ανατροφή των παιδιών. Όταν αυτά τα στοιχεία απουσιάζουν, η επιβολή της μπορεί να αποβεί επιζήμια αντί ωφέλιμη.
Η συνεπιμέλεια συνεπώς είναι μια σημαντική και συχνά επιθυμητή επιλογή, η οποία ανταποκρίνεται στις σύγχρονες αντιλήψεις περί γονεϊκότητας. Ωστόσο, η επιτυχία της εξαρτάται λιγότερο από τη νομική της κατοχύρωση και περισσότερο από την καθημερινή πρακτική των γονέων. Το συμφέρον του παιδιού παραμένει το απόλυτο κριτήριο και κάθε απόφαση οφείλει να υπηρετεί πρωτίστως αυτό.





