Του Κώστα Κατίκου
Αύξηση μισθών για φέτος που σε μέσα επίπεδα θα είναι 3,7% από 3,5% πέρυσι προβλέπει το νέο μεσοπρόθεσμο σχέδιο που υπέβαλε η κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την πορεία της οικονομίας. Παράλληλα θετικές προοπτικές καταγράφονται για την ελληνική αγορά εργασίας καθώς οι προβλέψεις, δείχνουν συνέχιση της αύξησης της απασχόλησης, και περαιτέρω μείωση της ανεργίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εξέλιξη των μισθών. Οι αμοιβές ανά εργαζόμενο προβλέπεται να αυξηθούν κατά 3,7% το 2026, έναντι 3,5% το 2025. Η άνοδος αυτή αποδίδεται τόσο στις αυξήσεις των αποδοχών στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα όσο και στη νέα ενίσχυση του κατώτατου μισθού, η οποία λειτουργεί ως βάση για την αναπροσαρμογή συνολικά των αμοιβών. Η αύξηση του κατώτατου μισθού ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και στηρίζει την κατανάλωση, ενώ παράλληλα συμβάλλει στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και στη μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων.
Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται άμεσα με τη γενικότερη ανάκαμψη της οικονομίας, αλλά και με τη διαδοχική αύξηση του κατώτατου μισθού τα τελευταία χρόνια, η οποία επηρεάζει συνολικά τις αμοιβές στην αγορά εργασίας.
Για την απασχόληση το νέο μεσοπρόθεσμο προβλέπει ότι το ποσοστό απασχόλησης αναμένεται να αυξηθεί κατά 0,4% το 2026, και από 63,5% να ενισχυθεί στο 64%. Σημειώνεται ότι το 2025 η απασχόληση σημείωσε άνοδο της τάξης του 1,2%.
Καθοριστικό ρόλο στην συνεχιζόμενη αύξηση της απασχόλησης έστω και με χαμηλότερο ρυθμό από προηγούμενα έτη, έχει η εξαρτημένη εργασία, η οποία προβλέπεται να ενισχυθεί κατά 0,6%, δείχνοντας ότι οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, κυρίως στον ιδιωτικό τομέα. Παράλληλα, η ανεργία αναμένεται να αποκλιμακωθεί περαιτέρω στο 8,4%, πλησιάζοντας τα επίπεδα πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση και επιβεβαιώνοντας τη σταδιακή σταθεροποίηση της αγοράς εργασίας.
Ο ρόλος του κατώτατου μισθού είναι σημαντικός καθώς τροφοδοτεί τις αυξήσεις στο σύνολο των αποδοχών των εργαζομένων.
Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Εργασίας πριν την νέα αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ από 880 ευρώ που ήταν το 2025, το 63,5% των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα είχαν μισθό πάνω από 1.000 ευρώ, έναντι 53,7% το 2024 και 36,3% το 2019.
Μισθοί άνω των 2.000 ευρώ
Ο δε, μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε στα 1.516 ευρώ, ενώ σύμφωνα με στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ σε πέντε μεγάλους κλάδους της οικονομίας ο μέσος μισθός των εργαζομένων ξεπερνά τα 2.000 ευρώ.
Οι κλάδοι αυτοί και οι αντίστοιχοι μέσοι μισθοί είναι, τα χρηματοοικονομικά με μέσο μισθό 2.940 ευρώ, η παροχή ενέργειας με μέσο μισθό 2.613 ευρώ, ο κλάδος των προγραμματιστών ηλεκτρονικών υπολογιστών και παροχής συμβουλών με μέσο μισθό 2.324 ευρώ, οι δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης με μέσο μισθό 2.175 ευρώ και η φαρμακοβιομηχανία με μέσο μισθό 2.108 ευρώ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την περίοδο 2020–2025, οι αποδοχές εξαρτημένης εργασίας ανά μισθωτό και η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παρουσιάζουν σημαντικές διακυμάνσεις, αντανακλώντας τις επιπτώσεις της πανδημίας αλλά και τη σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας τα επόμενα χρόνια.
Το 2020, οι αποδοχές ανά μισθωτό μειώθηκαν κατά 0,5%, γεγονός που συνδέεται με τη βαθιά ύφεση και τη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας λόγω της πανδημίας. Την ίδια χρονιά, η παραγωγικότητα της εργασίας κατέγραψε ακόμη μεγαλύτερη πτώση, της τάξης του 6%, αποτυπώνοντας τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι επιχειρήσεις και η αγορά εργασίας.
Από το 2021 και μετά παρατηρείται σαφής βελτίωση. Οι αποδοχές αυξήθηκαν κατά 1,6% το 2021 και κατά 2% το 2022, ενώ η παραγωγικότητα σημείωσε ισχυρή ανάκαμψη με αύξηση 4,1% και 9,6% αντίστοιχα. Η σημαντική άνοδος του 2022 δείχνει την επαναφορά της οικονομικής δραστηριότητας και τη βελτίωση της αποδοτικότητας των εργαζομένων.
Το 2023 οι αποδοχές συνέχισαν την ανοδική τους πορεία με αύξηση 3,3%, ενώ η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 5,3%, διατηρώντας θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Το 2024 και το 2025 οι αποδοχές συνέχισαν να αυξάνονται με κατά 5,8% και 3,5% αντίστοιχα. Παράλληλα, όμως ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας υποχώρησε σε 3,8% το 2024 και 3,4% το 2025.
Πηγή: capital.gr





