“Το επιτελικό κράτος είναι ένας τρόπος συντονισμού κυβερνητικών πολιτικών και διαχείρισης κρίσεων και ακόμα και οι βουλευτές που με μία ευπρόσωπη επιστολή μίλησαν για το επιτελικό κράτος αναγνώρισαν και τις επιτυχίες του επιτελικού κράτους. Δεν είναι τίποτα παραπάνω. Το επιτελικό κράτος υπάρχει για να συντονίζει πολιτικές”, ανέφερε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης μιλώντας στην εκπομπή “Αταίριαστοι”, του τηλεοπτικού σταθμού Σκάι.
Τόνισε ότι “η αυριανή Κοινοβουλευτική Ομάδα έχει και ιστορική σημασία, γιατί θα είναι η έναρξη της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση αρχικά από τον πρωθυπουργό και στη συνέχεια από τον εισηγητή της Νέας Δημοκρατίας τον Ευριπίδη Στυλιανίδη, ο οποίος έχει και μεγάλη εμπειρία από τα θέματα αυτά. ‘Αρα, θα μπει ένα πλαίσιο το οποίο, εφόσον καταλήξει σε αναθεώρηση γιατί θέλει ευρύτερες συναινέσεις, μπορεί να αλλάξει και πολλά πράγματα από αυτά που συζητάμε προς το καλύτερο. Έχουμε βάλει κάποιους πυλώνες. Στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, όπως έχουμε συνηθίσει εμείς στη Νέα Δημοκρατία, γίνεται και διάλογος και δεν θα είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά. Η Νέα Δημοκρατία μόνο κερδισμένη βγαίνει από τον διάλογο”.
Αναφορικά με τους εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς, την πορεία της ΝΔ αλλά και τον Αλέξη Τσίπρα, ο Παύλος Μαρινάκης ανέφερε ότι η συζήτηση για το αν οι εξωκοινοβουλευτικοί πρέπει να συμμετέχουν στις εκλογές είναι σε μεγάλο βαθμό άτοπη, καθώς “την απάντηση την έδωσαν οι πολίτες… στις τελευταίες εκλογές”. Είπε επίσης πως η δημοκρατική νομιμοποίηση προκύπτει μέσα από την κρίση των ψηφοφόρων, σημειώνοντας ότι “όταν σου δίνεται μια ευκαιρία, πρέπει… να λογοδοτείς στους πολίτες”. Έφερε ως παράδειγμα τις εκλογές του 2023, όπου αρκετά εξωκοινοβουλευτικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας εξελέγησαν σε υψηλές θέσεις, αποδεικνύοντας ότι η κοινωνία αποδέχεται αυτή την επιλογή. Παράλληλα, απέρριψε τον αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι “είναι λάθος αυτός ο διαχωρισμός… δεν υπάρχουν μαύρα και άσπρα”, υπογραμμίζοντας πως όλοι συμβάλλουν στη διαμόρφωση και εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στη διαδρομή της Νέας Δημοκρατίας από το 2012 μέχρι σήμερα, επισημαίνοντας τη μεγάλη μεταβολή της εκλογικής και πολιτικής της θέσης. Όπως είπε, “πριν από 14 χρόνια Νέα Δημοκρατία πήρε 18%”, ενώ σήμερα βρίσκεται σε δεύτερη κυβερνητική θητεία με ισχυρή διαφορά. Παρά τις δυσκολίες, υποστήριξε ότι η χώρα έχει βελτιωθεί σημαντικά διεθνώς και οικονομικά, τονίζοντας ότι η Ελλάδα δεν είναι πλέον “το “μαύρο πρόβατο” της Ευρώπης”. Παράλληλα, κάλεσε σε ενότητα και προσοχή στις εσωτερικές φωνές, σημειώνοντας ότι πρέπει να ακούγονται οι βουλευτές, αλλά χωρίς να υπονομεύεται η συνολική πορεία, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι “μόνο νικήτρια θα βγει η Νέα Δημοκρατία”.
Άσκησε ακόμη έντονη κριτική στον Αλέξη Τσίπρα, ιδιαίτερα για την περίοδο του 2015 και τη μετέπειτα πολιτική του στάση. Υποστήριξε πως επιχειρεί να αποστασιοποιηθεί από εκείνη την περίοδο, ενώ τον κατηγόρησε ότι “κορόιδεψε τον κόσμο” με προεκλογικές υποσχέσεις που δεν υλοποιήθηκαν. Παράλληλα, απέρριψε τους ισχυρισμούς περί ανταλλαγής συντάξεων με τη Συμφωνία των Πρεσπών ως διαστρέβλωση, αλλά επέμεινε ότι η συμφωνία ήταν αρνητική για τη χώρα και ότι η διακυβέρνηση Τσίπρα επιβάρυνε σημαντικά την οικονομία, λέγοντας πως “μια χώρα που ήταν έτοιμη να βγει στο φως […] φορτώθηκε […] 100 με 120 δισεκατομμύρια αχρείαστα”. Συνολικά, παρουσίασε τον Αλέξη Τσίπρα ως τον βασικό υπεύθυνο για τις επιλογές εκείνης της περιόδου, απορρίπτοντας το αφήγημα ότι παραπλανήθηκε από συνεργάτες του.
Για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, ο κ. Μαρινάκης απέρριψε τις κατηγορίες περί άνισης μεταχείρισης, υποστηρίζοντας ότι “το Σύνταγμα προβλέπει δύο εντελώς διαφορετικές διαδικασίες” για υπουργούς και βουλευτές. Τόνισε ότι στην περίπτωση των υπουργών η Βουλή κρίνει αν υπάρχουν ενδείξεις, ενώ για τους βουλευτές η Δικαιοσύνη έχει ήδη κάνει μια πρώτη αξιολόγηση. Επέμεινε πως “δεν υπάρχει θέμα συγκάλυψης, αλλά σεβασμού στο Σύνταγμα” και ότι, “ελλείψει στοιχείων […] δεν θα επιτρέψουμε η χώρα να μετατραπεί σε ένα απέραντο δικαστήριο”, κατηγορώντας την αντιπολίτευση ότι επιχειρεί να δημιουργήσει τεχνητή ένταση.
Σχετικά με την πρόταση για εξεταστική επιτροπή, υποστήριξε ότι η αντιπολίτευση δεν επιδιώκει την αλήθεια αλλά την πολιτική ένταση, λέγοντας πως στόχος είναι “να πάμε στις εκλογές […] με μια Βουλή που να έχει μετατραπεί σε μια ατελείωτη διαδικασία εξεταστικών”. Παράλληλα, επεσήμανε ότι υπάρχουν ήδη προηγούμενες διαδικασίες και αποφάσεις της Δικαιοσύνης που πρέπει να γίνονται σεβαστές.
Για την ακρίβεια και τα καύσιμα, προέβαλε το κυβερνητικό έργο στη μείωση φόρων, αναφέροντας ότι “έχουμε μειώσει ή καταργήσει 83 άμεσους και έμμεσους φόρους”. Υποστήριξε ότι τα μέτρα που ελήφθησαν για καύσιμα είχαν μεγαλύτερο όφελος από μια ενδεχόμενη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, ενώ έθεσε το ζήτημα του δημοσιονομικού κόστους, σημειώνοντας ότι η αντιπολίτευση δεν εξηγεί “ποιος θα πληρώσει το δημοσιονομικό κόστος”. Παράλληλα, τόνισε ότι η κυβέρνηση δίνει όσα επιτρέπουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες, λέγοντας χαρακτηριστικά: “Δίνουμε όσα παραπάνω μπορούμε […] όσα μας επιτρέπουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες”. Συνέδεσε τη σημερινή πολιτική με παθογένειες του παρελθόντος, επικρίνοντας τη λογική του “έλα μωρέ, θα τα βρούμε από τις επόμενες γενιές”.
Τέλος, για την αγοραστική δύναμη, αναγνώρισε ότι δεν βρίσκεται στο επιθυμητό επίπεδο (“έχουμε την αγοραστική δύναμη που θέλουμε; Όχι”), αλλά υποστήριξε ότι υπάρχει σαφής βελτίωση σε σχέση με το 2019. Ανέφερε ότι η οικονομία και η απασχόληση έχουν ενισχυθεί και ότι η αύξηση μισθών και η μείωση φόρων αποδίδουν σταδιακά, επισημαίνοντας πως “δεν μπορείς από τη μία μέρα στην άλλη να πας από το τρίτο υπόγειο στον 25ο όροφο”. Κατέληξε αναφέροντας ότι, χωρίς θριαμβολογία, η πολιτική αυτή δημιουργεί προϋποθέσεις ώστε οι πολίτες “να παίρνουν εκείνα που στερήθηκαν”, εφόσον συνεχιστεί η ανάπτυξη και η δημοσιονομική ισορροπία.
Πηγή ΑΠΕ-ΜΠΕ
Πηγή: capital.gr





