Το σύνδρομο ορθοστατικής ταχυκαρδίας (POTS – Postural Orthostatic Tachycardia Syndrome) αναδεικνύεται σε μία από τις σημαντικότερες επιπλοκές της λεγόμενης «μακράς COVID». Σύμφωνα με δεδομένα από το πανεπιστήμιο California San Diego, έως και το 31% των ασθενών έπειτα από λοίμωξη COVID-19 ενδέχεται να εμφανίσουν POTS – μια διαταραχή του αυτόνομου νευρικού συστήματος που χαρακτηρίζεται από έντονη αύξηση των παλμών κατά την έγερση, ζάλη, κόπωση και μειωμένη ποιότητα ζωής.
Στο πρόσφατο συνέδριο του American College of Cardiology παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα της μελέτης RECOVER-AUTONOMIC, της μεγαλύτερης μέχρι σήμερα κλινικής δοκιμής για το POTS, με τη συμμετοχή 180 ασθενών. Η μελέτη αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα της ιβαβραδίνης, ενός φαρμάκου που μειώνει τον καρδιακό ρυθμό, σε σύγκριση με placebo.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, αν και η ιβαβραδίνη πέτυχε σημαντική μείωση της καρδιακής συχνότητας, αυτό από μόνο του δεν οδήγησε σε ουσιαστική βελτίωση των συμπτωμάτων. Ωστόσο, οι ασθενείς που συνδύασαν τη φαρμακευτική αγωγή με οργανωμένη παρέμβαση στον τρόπο ζωής παρουσίασαν σαφώς καλύτερη κλινική εικόνα.
Η οργανωμένη αυτή παρέμβαση περιελάμβανε εβδομαδιαία ιατρική παρακολούθηση, χρήση ειδικών ελαστικών συμπίεσης, στοχευμένο πρόγραμμα άσκησης και συγκεκριμένες οδηγίες ενυδάτωσης και αυξημένης πρόσληψης αλατιού.
Το POTS δεν είναι απλώς μια καρδιολογική διαταραχή. Πρόκειται για ένα πολυσυστηματικό σύνδρομο, ιδιαίτερα όταν εμφανίζεται έπειτα από COVID-19, όπου πιθανώς εμπλέκονται ανοσολογικοί μηχανισμοί, αυτοαντισώματα και ίσως η παραμονή ιικών δεξαμενών στον οργανισμό. Η κατανόηση των μηχανισμών αυτών βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Οι επιστήμονες εξετάζουν ήδη βιοδείκτες που θα μπορούσαν να προβλέψουν ποιοι ασθενείς ανταποκρίνονται καλύτερα σε συγκεκριμένες θεραπείες. Παράλληλα, νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις βρίσκονται υπό μελέτη. Μία από τις πιο ελπιδοφόρες είναι η μη επεμβατική διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου, μέσω ειδικής συσκευής που τοποθετείται στο αφτί και φαίνεται να μειώνει την υπερδραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η αντιμετώπιση πρέπει να εξατομικεύεται. Η επιλογή φαρμάκου εξαρτάται από την αιμοδυναμική κατάσταση κάθε ασθενούς, ενώ οι μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις θεωρούνται πλέον βασικός πυλώνας της θεραπείας.
Το βασικό μήνυμα της νέας έρευνας είναι σαφές: στο μετα-COVID POTS, η θεραπεία δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στα φάρμακα. Ο συνδυασμός ιατρικής αγωγής και αλλαγών στον τρόπο ζωής φαίνεται να αποτελεί την πιο αποτελεσματική στρατηγική, προσφέροντας ουσιαστική βελτίωση στην καθημερινότητα των ασθενών.
Ο Κώστας Τσιούφης είναι καθηγητής Καρδιολογίας ΕΚΠΑ – Α’ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών
Πηγή: tanea.gr







