Του Νίκου Ρουσάνογλου
Διαφορετικά χαρακτηριστικά εμφανίζει σήμερα η αγορά κατοικίας, σε σχέση με την περίοδο πριν την οικονομική κρίση, τόσο ως προς τα προσφερόμενα ακίνητα, όσο και ως προς το προφίλ των αγοραστών. Συγκεκριμένα, τα προς πώληση διαμερίσματα είναι ακατάλληλα και δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες των ενδιαφερόμενων, καθώς είναι μεγάλης ηλικίας και χαμηλής ενεργειακής απόδοσης.
Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε χθες, ο κ. Ανδρέας Πρωτόπαπας, διευθύνων σύμβουλος της FinThesis, στο πλαίσιο του 19ου RED Meeting Point που διοργανώνεται από το Re+D, “παρότι βλέπουμε συσσωρευμένη ζήτηση στην αγορά κατοικίας, ένα πρόβλημα που εντοπίζουμε είναι ότι τα προσφερόμενα ακίνητα δεν επαρκούν για να καλύψουν τις σύγχρονες απαιτήσεις, καθώς το 90% είναι άνω των 35 ετών και ως εκ τούτου χαμηλής ενεργειακής απόδοσης”.
Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον ίδιο, διαφορετικά χαρακτηριστικά έχουν και οι αγοραστές. “Κατά την περίοδο από το 2000 έως το 2007, το μεγάλο ποσοστό των αγοραστών ήταν νέα ζευγάρια, κυρίως 30άρηδες. Σήμερα, οι αγοραστές είναι τουλάχιστον 10 χρόνια μεγαλύτεροι, δηλαδή από 40 ετών και πάνω. Όσον αφορά τους δανειολήπτες, βλέπουμε ότι η μεγαλύτερη ομάδα παραμένουν τα νοικοκυριά με σταθερό και διπλό εισόδημα (δηλαδή εργάζονται και οι δύο ενήλικες)”, τόνισε ο κ. Πρωτόπαπας. Σύμφωνα με τον ίδιο, σε άνοδο βρίσκονται επίσης οι ξένοι και οι Έλληνες που εργάζονται στο εξωτερικό, που αναζητούν ακίνητα με επενδυτικό προσανατολισμό, ενώ την τελευταία διετία, παρατηρείται και αυξημένη ζήτηση από μονογονεϊκές οικογένειες, λόγω της ανόδου των διαζυγίων. Σε αυτήν την περίπτωση, αντικείμενο της ζήτησης είναι τα διαμερίσματα μικρότερων επιφανειών.
Σε ό,τι αφορά την τρέχουσα εικόνα της αγοράς κατοικίας, ο κ. Φώτης Γιόφτσιος, αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Ten Brinke Hellas, στάθηκε στις ανατιμήσεις που καταγράφονται πλέον στις τιμές των υλικών κατασκευής, λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων. “Δυστυχώς βλέπουμε ήδη νέες ανατιμήσεις στο κόστος κατασκευής, που διαμορφώνονται στο 25%, αλλά από τη στιγμή που η σύρραξη συνεχίζεται, ουδείς αποκλείει και νέες αυξήσεις”, ανέφερε ο κ. Γιόφτσιος. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι επιπτώσεις των αυξήσεων αυτών, θα φανούν τους επόμενους μήνες. Συγκεκριμένα, ανάλογα με το πώς θα επηρεαστεί η κάθε οικοδομή, είναι πιθανές σημαντικές αυξήσεις, αλλά αυτό θα εξαρτηθεί από το πόσο προχωρημένο ή όχι ήταν το κάθε έργο, πριν την εμφάνιση των αυξήσεων. “Τελικός στόχος είναι το κάθε έργο να είναι βιώσιμο. Εμείς δίνουμε ήδη περισσότερα χρήματα στους προμηθευτές μας, ώστε να κλειδώσουμε τιμές όπου μπορούμε και να αποφύγουμε νέες ανατιμήσεις στο άμεσο μέλλον. Σε άλλες χώρες, όπως στη Γερμανία και την Ολλανδία, όπου βέβαια τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι διαφορετικά απ’ ότι στην Ελλάδα, δίνονται ακόμα και επιδοτήσεις, ώστε να μην αυξηθούν υπέρμετρα οι τιμές πώλησης κατοικιών”, ανέφερε ο κ. Γιόφτσιος.
Με τη σειρά του, ο κ. Γιάννης Γκάνος, διευθύνων σύμβουλος της Alpha Real Estate Services, ανέφερε ότι “βλέπουμε πλεονάζουσα ζήτηση σε σχέση με την προσφορά, σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες ακινήτων, κυρίως όμως στην αγορά κατοικίας, στα “πράσινα” κτίρια γραφείων και στις υποδομές logistics. Ακόμα και στα καταστήματα λιανικής, όπου υπήρχε πριν από μερικά χρόνια, ο φόβος της απαξίωσής τους, λόγω του ηλεκτρονικού εμπορίου, διαπιστώνουμε ότι το φυσικό κατάστημα, οριακά, άρχισε να κερδίζει πίσω κάποιους πελάτες. Συνολικά, δεν προκύπτουν ανησυχητικά σημάδια ούτε στην οικονομία, ούτε στην αγορά ακινήτων, το επόμενο διάστημα, εκτός κι αν συμβεί κάποια απρόοπτη νέα κρίση”, ανέφερε ο κ. Γκάνος.
Σε ό,τι αφορά την προοπτική της χρηματοδότησης των επενδύσεων στην αγορά ακινήτων, τόσο ο κ. Κωνσταντίνος Μαρκάζος, διευθύνων σύμβουλος της Premia Properties, όσο και ο κ. Δημήτρης Παπούλης, διευθύνων σύμβουλος της Trade Estates ΑΕΕΑΠ, εξέφρασαν την πεποίθηση ότι θα υπάρξουν νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, μετά το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF). Η μεν Trade Estates έλαβε δάνεια άνω των 55 εκατ. ευρώ μέσω του RRF, ενώ η Premia χρηματοδοτήθηκε κατά 40 εκατ. ευρώ, πέραν των 350 εκατ. ευρώ, που άντλησε από την κεφαλαιαγορά, είτε μέσω ομολογιακών εκδόσεων, είτε μέσω αυξήσεων κεφαλαίου, προκειμένου να επιτύχει τον στόχο της να δημιουργήσει ένα χαρτοφυλάκιο ακινήτων αξίας 1 δις ευρώ, έως το τέλος του 2026.
Ο κ. Παπούλης σημείωσε επίσης, ότι “τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης ήταν σημαντικά, αλλά εξίσου σημαντικό θα ήταν να έχουν αξιοποιηθεί και για την χρηματοδότηση νέων υποδομών, διότι δεν νοείται η ανάπτυξη ακινήτων σε τομείς, όπως τα logistics, ή ο τουρισμός, χωρίς τις αντίστοιχες υποδομές”.
Πηγή: capital.gr





