Σε διαχρονικές συνθήκες διαρκούς πίεσης ο πρωτογενής τομέας βρίσκεται αντιμέτωπος με το στοίχημα της επόμενης δεκαετίας
Ο αγροτικός τομέας στην Ελλάδα υπήρξε διαχρονικά βασικός πυλώνας της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Δεν πρόκειται μόνο για έναν παραγωγικό κλάδο, αλλά για έναν μηχανισμό που διασφαλίζει την επισιτιστική επάρκεια, στηρίζει την περιφερειακή ανάπτυξη και συνδέεται άμεσα με άλλους κρίσιμους τομείς, όπως η μεταποίηση τροφίμων και ο τουρισμός. Παρά τη διαχρονική αυτή σημασία, η σύγχρονη πραγματικότητα αποκαλύπτει ένα πεδίο γεμάτο αντιφάσεις.
Γράφει ο Τάσος Κουρκούμπας από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 3 Μαϊου 2026
Σύμφωνα με τη νέα εκτενή ανάλυση του ανεξάρτητου, μη κερδοσκοπικού ερευνητικού οργανισμού «διαΝΕΟσις», ο αγροτικός τομέας βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, συνεχίζει να παράγει σημαντική οικονομική αξία και να απασχολεί μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού, από την άλλη, εμφανίζει βαθιές και διαρθρωτικές αδυναμίες που περιορίζουν την παραγωγικότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητά του.
Το 2024, η συνολική αξία της αγροτικής παραγωγής έφτασε σχεδόν τα 15,7 δισ. ευρώ. Την ίδια χρονιά, περίπου 450.000 άτομα εργάστηκαν στον τομέα, ποσοστό που ξεπερνά το 10,5% της συνολικής απασχόλησης. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι ο αγροτικός τομέας παραμένει κομβικός για την ελληνική οικονομία. Ωστόσο, η ποσοτική αυτή εικόνα δεν αποτυπώνει πλήρως την ποιοτική του κατάσταση.
Οικονομική συμβολή και εξαγωγική δυναμική
Η ανάλυση της «διαΝΕΟσις» υπογραμμίζει ότι ο αγροτικός τομέας αποτελεί βασικό τροφοδότη της εγχώριας οικονομίας. Περίπου το 85% της συνολικής παραγωγής κατευθύνεται στην εσωτερική αγορά. Ένα σημαντικό μέρος καλύπτει τις ανάγκες των νοικοκυριών, ενώ μεγάλο ποσοστό διοχετεύεται στη βιομηχανία τροφίμων, ποτών και καπνού, καθώς και στον τομέα της εστίασης και του τουρισμού.
Ταυτόχρονα, το υπόλοιπο 15% της παραγωγής εξάγεται, συμβάλλοντας στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου. Μάλιστα, από το 2012 και μετά, οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων υπερβαίνουν σταθερά τις εισαγωγές, γεγονός που αποτυπώνει μια θετική δυναμική. Η πενταετία 2019-2024 χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα υψηλό ρυθμό αύξησης των εξαγωγών, ο οποίος φτάνει το 8,1% ετησίως.
Τα κυριότερα προϊόντα του ελληνικού αγροτικού τομέα παραμένουν τα φρούτα, που κατέχουν την πρώτη θέσημε μερίδιο 32%, ακολουθούμενα από τα ζωικά προϊόνταμε 15%, το ελαιόλαδο και τα λαχανικά (13%).Η σύνθεση αυτή αντικατοπτρίζει τη φυσιογνωμία της ελληνικής γεωργίας, η οποία βασίζεται σε προϊόντα μεσογειακού χαρακτήρα και υψηλής ποιότητας.
Ωστόσο, η θετική εικόνα των εξαγωγών δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τις βαθύτερες αδυναμίες που καταγράφονται στον τομέα.
Όταν οι αριθμοί παραπλανούν
Ένα από τα πιο κρίσιμα ευρήματα της ανάλυσης της «διαΝΕΟσις» αφορά τη χαμηλή παραγωγικότητα του αγροτικού τομέα. Παρά την αύξηση της συνολικής αξίας παραγωγής σε ονομαστικούς όρους, η εικόνα αλλάζει δραματικά όταν εξετάζεται σε πραγματικές τιμές.
Το 2023, η πραγματική αξία της αγροτικής παραγωγής μειώθηκε κατά 6,1%, ενώ το 2024 ακολούθησε νέα μείωση της τάξης του 1,1%. Οι εκτιμήσεις για το 2025 δείχνουν συνέχιση της πτωτικής τάσης. Με άλλα λόγια, πίσω από την ονομαστική αύξηση, ο τομέας εμφανίζει ουσιαστική συρρίκνωση.
Η ίδια τάση επιβεβαιώνεται και από την πορεία της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ). Αν και ο αγροτικός τομέας συνεισφέρει περίπου το 3,9% της συνολικής ΑΠΑ της χώρας, η πραγματική του συμβολή μειώνεται διαχρονικά. Από το 1995 έως το 2024, η πραγματική ΑΠΑ παρουσιάζει μέση ετήσια μείωση της τάξης του 1%, φτάνοντας σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα μετά το 2023.
Αυτό σημαίνει ότι ο τομέας γίνεται λιγότερο αποτελεσματικός στη μετατροπή των παραγωγικών συντελεστών εργασίας, γης και κεφαλαίουσε οικονομική αξία.
Απασχόληση και παραγωγή
Ένα ακόμη στοιχείο που αναδεικνύει τη χαμηλή παραγωγικότητα είναι η σύγκριση με τις άλλες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χώρα μας διαθέτει σημαντικά υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης στον αγροτικό τομέα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ωστόσο, η παραγωγή αξίας δεν είναι ανάλογη.Συγκεκριμένα, ενώ το ποσοστό απασχόλησης είναι περίπου 3,5 φορές υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η ΑΠΑ είναι μόλις 2,8 φορές υψηλότερη. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μονάδα εργασίας στην Ελλάδα αποδίδει λιγότερη αξία σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ.
Η ανισορροπία αυτή περιορίζει την ανταγωνιστικότητα του τομέα, συμπιέζει τα εισοδήματα των παραγωγών και επιβραδύνει την αναπτυξιακή του δυναμική.
Τα δομικά αίτια της κρίσης
Η ανάλυση της «διαΝΕΟσις» εντοπίζει μια σειρά από αλληλένδετους παράγοντες που εξηγούν τη χαμηλή παραγωγικότητα και τη συνολική υστέρηση του αγροτικού τομέα.Σε αντίθεση με μια απλή καταγραφή αδυναμιών, η μελέτη αναδεικνύει ότι τα προβλήματα του τομέα δεν λειτουργούν μεμονωμένα. Αντίθετα, συνθέτουν ένα δυναμικό πλέγμα αλληλεπιδράσεων που εγκλωβίζει τον αγροτικό τομέα σε μια κατάσταση χαμηλής απόδοσης.
·Μικρός και κατακερματισμένος κλήρος:Η δομή της ελληνικής γεωργίας χαρακτηρίζεται από έντονο κατακερματισμό. Η πλειονότητα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων είναι μικρού μεγέθους, με πάνω από το 70% να μην ξεπερνά τα 50 στρέμματα.Αντίθετα, οι μεγάλες εκμεταλλεύσεις είναι ελάχιστες. Μόλις το 3% των μονάδων ξεπερνά τα 300 στρέμματα, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.Ο κατακερματισμός αυτός περιορίζει την επίτευξη οικονομιών κλίμακας, αυξάνει το κόστος παραγωγής και δυσχεραίνει την υιοθέτηση σύγχρονων τεχνολογιών.
·Γήρανση του αγροτικού πληθυσμού:Το δημογραφικό πρόβλημα αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τον αγροτικό τομέα. Το ποσοστό των νέων αγροτών μειώνεται σταθερά, ενώ αυξάνεται το ποσοστό των εργαζομένων άνω των 55 ετών.Η Ελλάδα καλείται να αντικαταστήσει περισσότερους από 200.000 αγρότες ηλικίας άνω των 65 ετών τα επόμενα χρόνια, ενώ επιπλέον 150.000 βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση.Η γήρανση δεν επηρεάζει μόνο τη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού, αλλά και την ικανότητα υιοθέτησης καινοτομιών και νέων πρακτικών.
·Χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης:Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι το χαμηλό επίπεδο κατάρτισης των αγροτών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η «διαΝΕΟσις», μόλις το 0,7% των διαχειριστών διαθέτει πλήρη αγροτική εκπαίδευση, ενώ το 94,4% βασίζεται αποκλειστικά στην εμπειρία.Η έλλειψη γνώσεων περιορίζει την υιοθέτηση σύγχρονων τεχνολογιών, τη βελτίωση της παραγωγικότητας και την προσαρμογή στις νέες συνθήκες της αγοράς.
·Υστέρηση σε επενδύσεις:Παρά το γεγονός ότι οι επενδύσεις ανά στρέμμα εμφανίζονται υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Ο κατακερματισμός της γης οδηγεί σε πολλαπλασιασμό των επενδύσεων σε βασικό εξοπλισμό, χωρίς ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας.Οι επενδύσεις συχνά κατευθύνονται σε φθηνά ή μεταχειρισμένα μηχανήματα, αντί για σύγχρονες τεχνολογίες ή βελτίωση του φυτικού και ζωικού κεφαλαίου.
·Αύξηση κόστους παραγωγής:Το κόστος παραγωγής αποτελεί έναν από τους πιο πιεστικούς παράγοντες. Η εξάρτηση από την ενέργεια και τα λιπάσματα καθιστά τον τομέα ιδιαίτερα ευάλωτο στις διεθνείς κρίσεις.Οι αυξήσεις στις τιμές του φυσικού αερίου επηρεάζουν άμεσα το κόστος των λιπασμάτων, δημιουργώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις στην παραγωγή. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών επιδείνωσαν την κατάσταση, αυξάνοντας την αβεβαιότητα και δυσκολεύοντας τον προγραμματισμό.
·Κλιματική αλλαγή και υδάτινοι πόροι:Η κλιματική αλλαγή αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη πρόκληση. Η μείωση των βροχοπτώσεων, η αύξηση των θερμοκρασιών και η συχνότερη εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων επηρεάζουν άμεσα την αγροτική παραγωγή.Παράλληλα, η γεωργία καταναλώνει έως και το 85% των υδάτινων πόρων της χώρας, γεγονός που καθιστά τη διαχείριση του νερού κρίσιμη. Η έλλειψη σύγχρονων αρδευτικών υποδομών επιδεινώνει το πρόβλημα.
Ανάγκη για νέα στρατηγική
Η ανάλυση της «διαΝΕΟσις» καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο αγροτικός τομέας δεν μπορεί να στηριχθεί σε αποσπασματικές παρεμβάσεις. Απαιτείται ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό Εθνικό Σχέδιο Αγροτικής Ανάπτυξης.Ένα τέτοιο σχέδιο θα πρέπει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα συνολικά, να ενισχύει τις επενδύσεις, να προωθεί τη συνεργασία μεταξύ παραγωγών και να αξιοποιεί τις δυνατότητες της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.Η συγκυρία χαρακτηρίζεται από έντονη πίεση. Η γήρανση του πληθυσμού, η κλιματική κρίση και οι διεθνείς αναταράξεις δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου οι καθυστερήσεις κοστίζουν ολοένα και περισσότερο.Με το βασικό ερώτημα να μην είναι πλέον το αν απαιτούνται αλλαγές, αλλά αν υπάρχει ο χρόνος ώστε αυτές να υλοποιηθούν εγκαίρως, η στρατηγική της κυβέρνησης είναι οριοθετημένη: σε μία σειρά δράσεις για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και την αναπτυξιακή ώθηση του πρωτογενούς τομέα:
·Εφαρμογή λύσεων για μεγαλύτερες και βιώσιμες εκμεταλλεύσεις, είτε με με συγχωνεύσεις, είτε με ανταλλαγές, είτε με αναδασμούς, στον μεγαλύτερο δυνατόν βαθμό.
·Επένδυση στην κατάρτιση και δια βίου μάθηση των αγροτών, κατά τα πρότυπα της αμερικανικής γεωργικής σχολής στην Θεσσαλονίκη, παράλληλα με την παροχή ισχυρών κινήτρων ώστε να μπουν στην παραγωγή περισσότεροι νέοι αγρότες.
·Διαμόρφωση του αναγκαίου πλαισίου ώστε οι γεωπόνοι και οι κτηνίατροι να μην είναι αναγκασμένοι να είναι βασικά μετρητές των αγροτικών επιδοτήσεων, αλλά να είναισύμβουλοι του αγρότη στο χωράφι.
·Χάραξη πολιτικής συνεργειών των αγροτών, μέσα από ομάδες παραγωγών και συνεργατικών σχηματισμών. Οι παραγωγικοί συνεταιρισμοί δεν πρέπει να είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας.
Στόχος όλων αυτών η αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα να συνεχίσει με καλλιέργειες πιο ανθεκτικές στην κλιματική αλλαγή και με πιο σύγχρονες μέθοδοι παραγωγής, ώστε ο Έλληνας αγρότης να εξελιχθεί όπως συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης, σε έναν σύγχρονο επιχειρηματία.Η επόμενη δεκαετία θα καθορίσει αν ο ελληνικός αγροτικός τομέας θα καταφέρει να μετασχηματιστεί ή αν θα οδηγηθεί σε σταδιακή υποβάθμιση. Η πρόκληση είναι σαφής: μετάβαση σε ένα πιο παραγωγικό, βιώσιμο και ανθεκτικό μοντέλο ή απώλεια ενός από τους πιο κρίσιμους τομείς της ελληνικής οικονομίας.





