Του Στάθη Βασιλόπουλου
Σε στάση αναμονής βρίσκεται η αεροπορική αγορά στην Ελλάδα απέναντι στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, καθώς το εύρος και η διάρκεια του αντίκτυπου στην επιβατική κίνηση δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως. Παρότι οι πρώτες επιδράσεις είναι ήδη ορατές σε συγκεκριμένες γραμμές, δεν έχει μέχρι στιγμής διαμορφωθεί εικόνα γενικευμένης ανατροπής. Το τοπίο παραμένει ρευστό και η πορεία της φετινής τουριστικής περιόδου θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν η κρίση αποκλιμακωθεί ή αν, αντίθετα, παραταθεί, επηρεάζοντας περισσότερο τη συμπεριφορά των ταξιδιωτών και τον προγραμματισμό των αεροπορικών εταιρειών.
Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται το Διεθνές Αεροδρόμιο Αθηνών, το οποίο καταγράφει ήδη τις πιο άμεσες συνέπειες από τη διαταραχή στις αεροπορικές συνδέσεις με τη Μέση Ανατολή. Πάνω από τις μισές πτήσεις προς την περιοχή εξακολουθούν να μην εκτελούνται, ενώ οι υπόλοιπες πραγματοποιούνται κανονικά. Να σημειωθεί πως οι αγορές της Μέσης Ανατολής και ειδικότερα του Κόλπου αντιστοιχούν περίπου στο 7,5% της συνολικής κίνησης του αεροδρομίου, με βάση τα στοιχεία του 2025.
Όπως ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος του ΔΑΑ, Γιώργος Καλλιμασιάς, από το βήμα της τακτικής γενικής συνέλευσης, το 2025 ήταν μια πολύ καλή χρονιά για το αεροδρόμιο, ενώ και για το επόμενο διάστημα η κερδοφορία εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να υποστηρίζεται θετικά. Για το 2026 ο στόχος είναι ένας χαμηλός, μονοψήφιος ρυθμός αύξησης της επιβατικής κίνησης.
Στο ίδιο πλαίσιο, η διοίκηση παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, χωρίς όμως μέχρι στιγμής να διαβλέπει κάποια ουσιώδη επίπτωση στα αποτελέσματα της εταιρείας. Η εικόνα αυτή συνδέεται και με τη συνολικότερη χρηματοοικονομική θέση του αεροδρομίου, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή, με τις χρηματοδοτικές ανάγκες να είναι καλυμμένες έως την περίοδο 2028-2029. Με άλλα λόγια, το αεροδρόμιο βρίσκεται σε θέση σχετικής αντοχής, αν και η εξέλιξη της κρίσης θα εξακολουθήσει να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για το επόμενο διάστημα.
Η εικόνα στα περιφερειακά αεροδρόμια
Σύνθετη είναι η εικόνα και στα 14 περιφερειακά αεροδρόμια που διαχειρίζεται η Fraport Greece. Τον Μάρτιο του 2026 τα αεροδρόμια του δικτύου διακίνησαν 890.000 επιβάτες, αριθμός αυξημένος κατά 6,9% σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του 2025. Η επίδοση αυτή δείχνει ότι η συνολική δυναμική δεν έχει ανακοπεί, παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Πίσω από το θετικό συνολικό αποτέλεσμα, ωστόσο, καταγράφονται και σαφείς εστίες πίεσης. Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επηρέασε αρνητικά την κυκλοφορία λόγω της ακύρωσης όλων των εμπορικών πτήσεων από και προς το Ισραήλ, με τα αεροδρόμια της Θεσσαλονίκης και της Ρόδου να συγκαταλέγονται σε εκείνα που επηρεάστηκαν περισσότερο. Πρόκειται για προορισμούς που έχουν ενισχύσει τα τελευταία χρόνια τη διασύνδεσή τους με την ισραηλινή αγορά και συνεπώς είναι πιο ευάλωτοι, όταν οι γεωπολιτικές συνθήκες οδηγούν σε αιφνίδιες αναστολές πτήσεων.
Από την άλλη πλευρά, η έναρξη της θερινής περιόδου μία ημέρα νωρίτερα σε σχέση με πέρυσι λειτούργησε ενισχυτικά για την επιβατική κίνηση του Μαρτίου. Η επέκταση των διεθνών πτήσεων σε σχεδόν όλα τα αεροδρόμια του δικτύου έδωσε ώθηση ιδίως στην Κέρκυρα, τη Ρόδο και τα Χανιά, όπου η διεθνής κίνηση εμφανίστηκε αυξημένη σε σχέση με τον Μάρτιο του 2025. Έτσι, η εικόνα της Fraport Greece προκύπτει από τη συνύπαρξη δύο αντίρροπων τάσεων: της πίεσης που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή και της θετικής εποχικής ώθησης από την έναρξη του θερινού προγράμματος.
Συγκρατημένες οι κρατήσεις
Η μεγαλύτερη, πάντως, ανησυχία της αγοράς δεν αφορά μόνο τις τρέχουσες αφίξεις, αλλά κυρίως τη συμπεριφορά των κρατήσεων για τους επόμενους μήνες. Εκεί φαίνεται να διαμορφώνεται ένα πιο επιφυλακτικό κλίμα, καθώς οι ταξιδιώτες εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι μπροστά στην αβεβαιότητα που προκαλεί ο πόλεμος, αλλά και στο αυξημένο κόστος των αεροπορικών εισιτηρίων. Ενώ οι δύο πρώτοι μήνες του έτους δημιούργησαν προσδοκίες για ιδιαίτερα θετική πορεία του ελληνικού τουρισμού, η εικόνα προς τα τέλη Μαρτίου άρχισε να διαφοροποιείται αισθητά.
Τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ αποτυπώνουν αυτή τη μεταβολή του κλίματος. Οι κρατήσεις αεροπορικών θέσεων για εισερχόμενες πτήσεις προς την Ελλάδα από βασικές αγορές κατέγραψαν σημαντική πτώση σε σύγκριση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα. Από τη Γερμανία η μείωση έφτασε το 30,6%, από το Ηνωμένο Βασίλειο το 25,6%, από τη Γαλλία το 31% και από την Ιταλία το 33%. Τη μεγαλύτερη υποχώρηση μεταξύ των βασικών αγορών σημείωσε η Ολλανδία, με πτώση 34,7%, ενώ και από τις Ηνωμένες Πολιτείες η εικόνα παραπέμπει σε στάση αναμονής, καθώς οι κρατήσεις εμφανίζονται μειωμένες κατά 28% σε σύγκριση με τα τέλη Μαρτίου του προηγούμενου έτους.
Παρά την εμφανή επιβράδυνση στις κρατήσεις, η αγορά συγκρατεί ένα στοιχείο αισιοδοξίας: οι αεροπορικές εταιρείες δεν έχουν μέχρι στιγμής μειώσει τη χωρητικότητα των θέσεων προς την Ελλάδα. Αντιθέτως, το πρόγραμμα προβλέπει περίπου 30,7 εκατομμύρια αεροπορικές θέσεις, αριθμό αυξημένο κατά 8% σε σχέση με το 2025. Η επιλογή αυτή ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι οι αερομεταφορείς εξακολουθούν να προσδοκούν ανάκαμψη της ζήτησης σε επόμενο στάδιο ή αύξηση των κρατήσεων της τελευταίας στιγμής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, στην αγορά διατυπώνεται και μια δεύτερη εκτίμηση: ότι μέρος της ζήτησης που υπό άλλες συνθήκες θα κατευθυνόταν προς τη Μέση Ανατολή και την Ασία ενδέχεται να στραφεί προς πιο κοντινούς ευρωπαϊκούς προορισμούς. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Ελλάδα θα μπορούσε να απορροφήσει μέρος αυτής της μετατόπισης. Το αν αυτό το ενδεχόμενο θα αντισταθμίσει τις σημερινές απώλειες, παραμένει ανοιχτό. Εκείνο που ήδη προκύπτει, πάντως, είναι ότι η φετινή τουριστική περίοδος ξεκινά με σαφώς μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα από ό,τι προδιέγραφαν οι πρώτοι μήνες του έτους, με την αγορά να περιμένει πιο καθαρά σημάδια πριν βγάλει οριστικά συμπεράσματα.
Πηγή: capital.gr





