Στόχος η ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης χωρίς να περιορίζεται η δικαστική προστασία
Το «Πιστοποιητικό φερεγγυότητας ενοικιαστή» θα αποτυπώνει ιστορικά στοιχεία οικονομικής συμπεριφοράς του
Η αγορά ακινήτων στην Ελλάδα εισέρχεται από το 2026 σε μια νέα, πιο σύνθετη και ταυτόχρονα πιο «ψηφιοποιημένη» και επιταχυνόμενη νομική εποχή, με αλλαγές που επηρεάζουν άμεσα χιλιάδες ιδιοκτήτες και ενοικιαστές σε όλη τη χώρα. Σε μια περίοδο, όπου η στεγαστική πίεση παραμένει έντονη, τα ενοίκια βρίσκονται σε ανοδική πορεία και η εύρεση κατοικίας σε μεγάλα αστικά κέντρα γίνεται ολοένα και δυσκολότερη, το κράτος προχωρά σε παρεμβάσεις που αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι μισθωτικές σχέσεις και οι σχετικές νομικές διαφορές.
Συνέντευξη στη Λόλα Γάτσιου από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 19 Απριλίου 2026
Κεντρικός άξονας των αλλαγών είναι η προσπάθεια επιτάχυνσης της απονομής της δικαιοσύνης σε υποθέσεις που μέχρι σήμερα απαιτούσαν χρονοβόρες διαδικασίες στα δικαστήρια. Στο πλαίσιο αυτό, σημαντικές αρμοδιότητες που παραδοσιακά ανήκαν αποκλειστικά σε δικαστές μεταφέρονται πλέον σε δικηγόρους, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, εκπαίδευση και θεσμικό έλεγχο. Πρόκειται κυρίως για τις διαταγές πληρωμής και τις διαταγές απόδοσης μισθίου τις γνωστές εξώσεις οι οποίες, όπως εξηγείται, παραμένουν δικαστικά ελεγχόμενες, αλλά αποκτούν μια πιο «διοικητική» και ταχεία διαδικασία έκδοσης.
Την ίδια στιγμή, στον δημόσιο διάλογο αναδύεται ένα ακόμη ζήτημα που προκαλεί ανησυχίες και ερωτήματα: η προοπτική δημιουργίας ενός μηχανισμού καταγραφής της φερεγγυότητας των ενοικιαστών, ο οποίος ήδη έχει χαρακτηριστεί ανεπίσημα ως «Τειρεσίας των ενοικιαστών». Αν και το μέτρο βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο συζήτησης, εγείρει σημαντικά ζητήματα ισορροπίας ανάμεσα στην προστασία των ιδιοκτητών και το θεμελιώδες δικαίωμα στην κατοικία, καθώς και θέματα που σχετίζονται με τα προσωπικά δεδομένα και την πιθανή «μακροχρόνια σήμανση» πολιτών λόγω παλαιότερων οικονομικών δυσκολιών.
Το ερώτημα κατά πόσο οι αλλαγές αυτές θα λειτουργήσουν ως εργαλείο εξορθολογισμού και επιτάχυνσης ή ως παράγοντας νέων ανισορροπιών, θα απαντηθεί στην πράξη.
Για όλα τα παραπάνω μιλά στην “Πολιτεία Θεσσαλών” ο δικηγόρος Λάρισας Γιώργος Νούτσιας, ο οποίος εξηγεί όχι μόνο το θεσμικό περιεχόμενο των αλλαγών, αλλά και τη λειτουργική τους εφαρμογή στην καθημερινότητα πολιτών και επαγγελματιών, φωτίζοντας τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στην ταχύτητα της δικαιοσύνης και την ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων.
Κύριε Νούτσια, τι αλλάζει από το 2026 στις μισθώσεις ακινήτων;
Οι αλλαγές που τίθενται σε εφαρμογή από το 2026 στο πεδίο των μισθώσεων ακινήτων εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια αναμόρφωσης της διαδικασίας απονομής της δικαιοσύνης σε υποθέσεις που χαρακτηρίζονται από υψηλή συχνότητα, μεγάλο όγκο και, σε αρκετές περιπτώσεις, τυποποιημένο νομικό αντικείμενο. Στην πράξη, πρόκειται για παρεμβάσεις που δεν επηρεάζουν μόνο τη σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή, αλλά αναδιαμορφώνουν και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος διαχειρίζεται τις διαφορές που προκύπτουν από μισθωτικές συμβάσεις και οφειλές.
Πιο συγκεκριμένα, αλλάζει ο τρόπος έκδοσης δύο βασικών κατηγοριών πράξεων: των διαταγών απόδοσης μισθίου, δηλαδή των εξώσεων όπως είναι ευρύτερα γνωστές, και των διαταγών πληρωμής, οι οποίες εκδίδονται κυρίως σε υποθέσεις οικονομικών απαιτήσεων, με συχνότερους εκδότες μέχρι σήμερα τις τράπεζες και λοιπούς πιστωτές. Από το νέο πλαίσιο, οι πράξεις αυτές δεν θα εκδίδονται αποκλειστικά από δικαστικούς λειτουργούς, αλλά από δικηγόρους που θα έχουν προηγουμένως πιστοποιηθεί ειδικά για τον σκοπό αυτό.
Η επιλογή αυτή δεν συνεπάγεται απομάκρυνση της δικαστικής εποπτείας ούτε μεταφορά της δικαιοσύνης εκτός του θεσμικού της πλαισίου. Αντίθετα, εντάσσεται σε μια λογική κατανομής έργου, όπου διαδικασίες που έχουν έντονα τυπικό και γραφειοκρατικό χαρακτήρα μεταφέρονται σε εξειδικευμένους νομικούς λειτουργούς, με στόχο να μειωθεί ο χρόνος διεκπεραίωσης και να αποσυμφορηθεί το ήδη βεβαρημένο έργο των δικαστηρίων.
Όπως επισημαίνεται, πρόκειται για διαδικασίες που παραδοσιακά δεν εξελίσσονταν σε πλήρεις ακροαματικές διαδικασίες, αλλά βασίζονταν κυρίως σε έγγραφα και τυπικούς ελέγχους, γεγονός που ήδη τις καθιστούσε κατά κάποιο τρόπο «γραφειακού χαρακτήρα» στο στάδιο της επεξεργασίας τους. Με τη νέα ρύθμιση, ο ρόλος αυτός ενισχύεται θεσμικά και οργανωμένα, χωρίς να καταργείται η δυνατότητα δικαστικής προσφυγής.
Παράλληλα, για τη συμμετοχή των δικηγόρων στη διαδικασία αυτή προβλέπεται ειδική εκπαίδευση και πιστοποίηση, μέσω υποχρεωτικών σεμιναρίων που αφορούν τόσο τις διαταγές πληρωμής όσο και τις διαταγές απόδοσης μισθίου. Στόχος είναι η ομοιομορφία εφαρμογής, η σωστή νομική επεξεργασία των φακέλων και η αποφυγή λαθών σε μια διαδικασία που αποκτά πλέον αυξημένη σημασία και ευθύνη.
Σε κάθε περίπτωση, όπως υπογραμμίζεται, δεν θίγεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των πολιτών. Ο μισθωτής διατηρεί ακέραια τη δυνατότητα να ασκήσει όλα τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα, όπως την ανακοπή ή την αίτηση αναστολής, ενώ ο ιδιοκτήτης εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα δικαστικής διεκδίκησης των δικαιωμάτων του μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών.
Το νέο πλαίσιο, επομένως, δεν καταργεί ισορροπίες αλλά επιχειρεί να τις αναδιατάξει χρονικά και λειτουργικά, δίνοντας έμφαση στην ταχύτερη διεκπεραίωση υποθέσεων χωρίς να μεταβάλλεται ο πυρήνας της δικαστικής προστασίας.
Αυτό σημαίνει ότι οι εξώσεις θα γίνονται πιο εύκολα;
Όχι, δεν πρόκειται για μια αλλαγή που καθιστά τις εξώσεις «ευκολότερες» με την έννοια της αποδυνάμωσης της προστασίας του μισθωτή ή της αυτόματης επιτάχυνσης της αποβολής του από το ακίνητο χωρίς εγγυήσεις. Η βασική διαφοροποίηση που εισάγεται αφορά κυρίως τον χρόνο και τον τρόπο επεξεργασίας της διαδικασίας στο αρχικό της στάδιο και όχι την ουσία των δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων μερών.
Στην πράξη, η διαδικασία της διαταγής απόδοσης μισθίου εξακολουθεί να αποτελεί μια τυπική, έγγραφη διαδικασία, όπως ίσχυε και μέχρι σήμερα. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρόκειται για μια κλασική δικαστική απόφαση που εκδίδεται μετά από αντιπαράθεση στο ακροατήριο, αλλά για μια διαδικασία ελέγχου φακέλου και προϋποθέσεων, με βάση συγκεκριμένα νομικά δεδομένα.
Ο μισθωτής, ωστόσο, δεν στερείται σε κανένα σημείο της διαδικασίας το δικαίωμα άμυνας και δικαστικής προστασίας. Αντιθέτως, διατηρεί ακέραια όλα τα ένδικα μέσα που προβλέπει η νομοθεσία, όπως την ανακοπή κατά της διαταγής και την αίτηση αναστολής εκτέλεσης, μέσω των οποίων μπορεί να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου τους ισχυρισμούς του και να ζητήσει έλεγχο της υπόθεσης.
Κατά συνέπεια, η ουσία του συστήματος δεν μεταβάλλεται ως προς την προστασία των δικαιωμάτων, αλλά επαναπροσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίο φτάνει η υπόθεση στο σημείο δικαστικής κρίσης, με έμφαση στην ταχύτερη διεκπεραίωση των τυπικών σταδίων και στη μείωση των καθυστερήσεων που παραδοσιακά επιβαρύνουν τις σχετικές διαδικασίες.
Γιατί κρίθηκε απαραίτητη αυτή η αλλαγή;
Η ανάγκη για την τροποποίηση του ισχύοντος πλαισίου προκύπτει πρωτίστως από τις σημαντικές καθυστερήσεις που παρατηρούνται στην απονομή της δικαιοσύνης, ιδίως σε υποθέσεις που δεν απαιτούν εκτεταμένη δικαστική κρίση, αλλά βασίζονται κυρίως σε έλεγχο εγγράφων και τυπικών προϋποθέσεων. Το φαινόμενο αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση μεγάλου όγκου υποθέσεων στα δικαστήρια και την επιβάρυνση του έργου των δικαστών, οι οποίοι καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα πλήθος διαφορετικών και απαιτητικών δικογραφιών.
Στο πλαίσιο αυτό, κρίθηκε σκόπιμο ορισμένες διαδικασίες που έχουν κυρίως «γραφειακό» και τυποποιημένο χαρακτήρα –όπως οι διαταγές πληρωμής και οι διαταγές απόδοσης μισθίου– να μεταφερθούν σε ένα νέο λειτουργικό σχήμα, όπου η επεξεργασία τους θα γίνεται από πιστοποιημένους δικηγόρους. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να επιτευχθεί ταχύτερη διεκπεραίωση των υποθέσεων, χωρίς όμως να αποδυναμώνεται ο θεσμικός και δικαστικός έλεγχος που προβλέπεται σε επόμενα στάδια.
Η λογική της μεταρρύθμισης δεν είναι η απομάκρυνση της δικαιοσύνης από τη διαδικασία, αλλά η ανακατανομή του έργου, ώστε οι δικαστές να επικεντρώνονται περισσότερο σε υποθέσεις ουσιαστικής δικαιοδοτικής κρίσης, ενώ παράλληλα οι πιο τυποποιημένες διαδικασίες να ολοκληρώνονται με μεγαλύτερη ταχύτητα και λειτουργική αποτελεσματικότητα.
Υπάρχει εκπαίδευση ή πιστοποίηση για τους δικηγόρους που θα αναλάβουν αυτές τις διαδικασίες;
Ναι, προβλέπεται ειδικό και υποχρεωτικό πλαίσιο εκπαίδευσης για τους δικηγόρους που θα συμμετάσχουν στις νέες διαδικασίες έκδοσης διαταγών πληρωμής και διαταγών απόδοσης μισθίου. Η πρόβλεψη αυτή εντάσσεται στη συνολική προσπάθεια διασφάλισης ενιαίας εφαρμογής των κανόνων και ορθής επεξεργασίας των σχετικών φακέλων, δεδομένου ότι πρόκειται για διαδικασίες με αυξημένη νομική και πρακτική σημασία.
Συγκεκριμένα, έχουν θεσπιστεί υποχρεωτικά σεμινάρια συνολικής διάρκειας 32 ωρών, εκ των οποίων οι 16 ώρες αφορούν αποκλειστικά τις διαταγές απόδοσης μισθίου και οι υπόλοιπες 16 τις διαταγές πληρωμής. Η εκπαίδευση αυτή δεν έχει τυπικό χαρακτήρα, αλλά λειτουργεί ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή των δικηγόρων στους σχετικούς καταλόγους, από τους οποίους θα ανατίθενται οι υποθέσεις.
Τα σεμινάρια έχουν ήδη ξεκινήσει και πραγματοποιούνται μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, γεγονός που επιτρέπει την ευρύτερη συμμετοχή δικηγόρων από όλη τη χώρα. Παράλληλα, παρέχεται η δυνατότητα επαναπαρακολούθησης του υλικού, ώστε οι συμμετέχοντες να μπορούν να ανατρέχουν σε αυτό και να εμπεδώνουν καλύτερα τις επιμέρους διαδικασίες και τα κρίσιμα σημεία εφαρμογής.
Πώς διασφαλίζεται η αμεροληψία των δικηγόρων;
Η διασφάλιση της αμεροληψίας αποτελεί κομβικό στοιχείο του νέου πλαισίου και βασίζεται σε συγκεκριμένους και αυστηρούς κανόνες αποχής σε περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων. Ο δικηγόρος που θα συμμετέχει στις διαδικασίες έκδοσης διαταγών πληρωμής ή διαταγών απόδοσης μισθίου υποχρεούται, πριν από οποιαδήποτε ενέργεια, να ελέγχει αν συντρέχει λόγος εξαίρεσής του από την υπόθεση.
Εφόσον υπάρχει οποιαδήποτε επαγγελματική ή προσωπική σχέση με έναν από τους διαδίκους είτε πρόκειται για ιδιώτη είτε για νομικό πρόσωπο ο δικηγόρος οφείλει να το δηλώσει άμεσα και να απέχει από τη συγκεκριμένη υπόθεση. Η υπόθεση στη συνέχεια ανατίθεται σε άλλον δικηγόρο από τον προβλεπόμενο κατάλογο, ώστε να διασφαλίζεται η ουδετερότητα της διαδικασίας.
Αντίστοιχα αυστηρό πλαίσιο ισχύει και για περιπτώσεις όπου υπάρχει επαγγελματική συνεργασία ή σταθερή σχέση του δικηγόρου με τράπεζες, εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ή funds. Στις περιπτώσεις αυτές, η υποχρέωση δήλωσης και αποχής είναι προληπτική και αφορά ακόμη και ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων, πριν αυτή καταστεί πραγματικό ζήτημα στην πράξη.
Τι αλλάζει στις εξώσεις όταν λήγει μια μίσθωση;
Μέχρι σήμερα, στην περίπτωση που μια μισθωτική σύμβαση έληγε και ο μισθωτής εξακολουθούσε να παραμένει στο ακίνητο χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, η διαδικασία για την απόδοση του ακινήτου απαιτούσε την άσκηση δικαστικής αγωγής. Η διαδικασία αυτή, λόγω των δικονομικών σταδίων που μεσολαβούσαν, μπορούσε να έχει σημαντική χρονική διάρκεια, με αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις να δημιουργούνται καθυστερήσεις στην επαναφορά της χρήσης του ακινήτου στον ιδιοκτήτη.
Με το νέο πλαίσιο που εισάγεται, προβλέπεται μια πιο ταχεία και οργανωμένη διαδικασία για την απόδοση του μισθίου, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν τίθεται ζήτημα μη καταβολής μισθωμάτων, αλλά απλώς παράνομης ή χωρίς δικαίωμα παραμονής του μισθωτή στο ακίνητο μετά τη λήξη της σύμβασης. Η διαδικασία αυτή εκτιμάται ότι μπορεί να ολοκληρωθεί σε χρονικό ορίζοντα περίπου έξι μηνών, γεγονός που συνιστά σημαντική επιτάχυνση σε σχέση με τα προηγούμενα δεδομένα.
Παρά τη χρονική αυτή διαφοροποίηση, εξακολουθούν να υφίστανται όλα τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα και οι δυνατότητες δικαστικής προστασίας για τον μισθωτή, ο οποίος μπορεί να προβάλλει ισχυρισμούς και να ζητήσει δικαστικό έλεγχο της υπόθεσης μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών.
Υπάρχει κάποια προστασία για τον ενοικιαστή σε αυτό το διάστημα;
Ναι, το νέο πλαίσιο δεν αφήνει τον ενοικιαστή χωρίς θεσμική προστασία κατά το μεταβατικό αυτό στάδιο. Αντιθέτως, προβλέπεται ένας εύλογος χρόνος προσαρμογής, ο οποίος εκτιμάται γύρω στους έξι μήνες, ώστε ο μισθωτής να έχει τη δυνατότητα να οργανώσει την αποχώρησή του από το ακίνητο και να αναζητήσει νέα κατοικία ή, ανάλογα με την περίπτωση, νέα επαγγελματική στέγη.
Η πρόβλεψη αυτή θεωρείται κρίσιμη, καθώς επιχειρεί να εξισορροπήσει δύο αντικρουόμενες ανάγκες: από τη μία πλευρά το δικαίωμα του ιδιοκτήτη να ανακτήσει τη χρήση του ακινήτου του σε εύλογο χρόνο και από την άλλη την κοινωνική και πρακτική ανάγκη του ενοικιαστή να μην βρεθεί αιφνιδιαστικά χωρίς στέγη.
Παράλληλα, και ανεξάρτητα από το χρονικό αυτό περιθώριο, ο ενοικιαστής εξακολουθεί να διατηρεί στο ακέραιο όλα τα ένδικα μέσα που προβλέπει η νομοθεσία. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να προσφύγει δικαστικά, να προβάλλει ισχυρισμούς και να ζητήσει αναστολή ή ακύρωση της διαδικασίας, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Με αυτόν τον τρόπο, το σύστημα επιχειρεί να συνδυάσει την ταχύτητα εκτέλεσης με τη διατήρηση πλήρους δικαστικής προστασίας.
Τι ισχύει σε περίπτωση μη πληρωμής ενοικίων;
Στις περιπτώσεις μη καταβολής μισθωμάτων, το νέο πλαίσιο εξακολουθεί να βασίζεται σε συγκεκριμένα χρονικά και διαδικαστικά όρια, ώστε να μην ενεργοποιούνται άμεσα μέτρα χωρίς να έχει προηγηθεί εύλογο διάστημα καθυστέρησης. Όπως επισημαίνεται, συνήθως απαιτείται ένα χρονικό διάστημα περίπου δύο μηνών μη πληρωμής, προκειμένου να μπορεί να κινηθεί η σχετική διαδικασία από τον εκμισθωτή.
Η πρόβλεψη αυτή λειτουργεί ως ένα αρχικό φίλτρο, το οποίο αποτυπώνει ότι δεν ενεργοποιούνται αυτομάτως οι έννομες συνέπειες με την πρώτη καθυστέρηση, αλλά μετά από ένα ελάχιστο διάστημα που θεωρείται νομικά και πρακτικά εύλογο.
Ωστόσο, ακόμη και μετά την έναρξη της διαδικασίας, ο μισθωτής δεν στερείται της δυνατότητας να θεραπεύσει την κατάσταση. Συγκεκριμένα, έχει τη δυνατότητα να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά και, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το ισχύον δίκαιο, να αναστείλει ή να σταματήσει τη διαδικασία που έχει κινηθεί εις βάρος του. Με αυτόν τον τρόπο διατηρείται ένα περιθώριο διόρθωσης της οικονομικής εκκρεμότητας, πριν προχωρήσει η υπόθεση σε πιο προχωρημένα στάδια εκτέλεσης.
Τι είναι το λεγόμενο «πιστοποιητικό φερεγγυότητας ενοικιαστή»;
Το λεγόμενο «πιστοποιητικό φερεγγυότητας ενοικιαστή» αφορά ένα υπό διαμόρφωση θεσμικό εργαλείο, το οποίο στοχεύει στη δημιουργία ενός συστήματος καταγραφής και αξιολόγησης της οικονομικής συνέπειας των ενοικιαστών ως προς την τήρηση των μισθωτικών τους υποχρεώσεων. Στον δημόσιο διάλογο έχει ήδη αποκτήσει τον ανεπίσημο χαρακτηρισμό «Τειρεσίας των ενοικιαστών», ακριβώς λόγω της λογικής του να αποτυπώνει ιστορικά στοιχεία οικονομικής συμπεριφοράς.
Το μέτρο, ωστόσο, βρίσκεται ακόμη σε αρχικό και διερευνητικό στάδιο και δεν έχει θεσμοθετηθεί ούτε εφαρμοστεί στην πράξη. Η συζήτηση γύρω από αυτό επικεντρώνεται κυρίως στο αν και με ποιον τρόπο θα μπορούσε να λειτουργήσει ένα τέτοιο σύστημα, το οποίο θα παρέχει στους ιδιοκτήτες μια εικόνα της συνέπειας πληρωμών ενός υποψήφιου μισθωτή πριν τη σύναψη νέας μίσθωσης.
Ταυτόχρονα, πρόκειται για μια ρύθμιση που εγείρει σημαντικά και ευαίσθητα ζητήματα, καθώς συνδέεται άμεσα με την προστασία προσωπικών δεδομένων, την επεξεργασία οικονομικών πληροφοριών και την πιθανή μακροχρόνια «σήμανση» πολιτών λόγω παλαιότερων οικονομικών δυσκολιών. Για τον λόγο αυτό, τονίζεται ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και ισορροπία, ώστε οποιαδήποτε μελλοντική εφαρμογή να μην οδηγεί σε κοινωνικές ανισότητες ή σε δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στη στέγη.
Υπάρχει κίνδυνος να στιγματιστούν οι ενοικιαστές και πώς συνδέεται αυτό με τις αλλαγές στη στεγαστική αγορά;
Αυτός είναι ένας από τους βασικότερους προβληματισμούς που αναδεικνύονται στο πλαίσιο της συζήτησης για τις νέες ρυθμίσεις, ειδικά σε ό,τι αφορά το υπό διαμόρφωση σύστημα καταγραφής της οικονομικής συμπεριφοράς των ενοικιαστών. Η ανησυχία εστιάζει στο γεγονός ότι μια προσωρινή οικονομική δυσκολία δεν θα πρέπει να μετατρέπεται σε μόνιμο χαρακτηρισμό που ακολουθεί τον πολίτη σε βάθος χρόνου, επηρεάζοντας δυσανάλογα τη μελλοντική του πρόσβαση σε κατοικία.
Γι’ αυτό και τίθεται επιτακτικά η ανάγκη σαφούς διάκρισης ανάμεσα σε περιπτώσεις συστηματικής και συνειδητής ασυνέπειας και σε περιπτώσεις συγκυριακών δυσκολιών που μπορεί να προκύψουν λόγω οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων απρόβλεπτων παραγόντων. Η ισορροπία αυτή θεωρείται κρίσιμη, ώστε να μην δημιουργούνται φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού ή έμμεσου στιγματισμού.
Το ζήτημα αυτό συνδέεται άμεσα και με τη συνολική εικόνα της στεγαστικής αγοράς. Η αγορά ακινήτων δεν παραμένει σταθερή, αλλά μεταβάλλεται ανά περιόδους, με αποτέλεσμα να διαφοροποιείται και η ισορροπία ισχύος ανάμεσα σε ιδιοκτήτες και ενοικιαστές. Στη σημερινή συγκυρία, οι ιδιοκτήτες εμφανίζονται ενισχυμένοι, γεγονός που μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω τη θέση των ενοικιαστών, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένων ενοικίων και περιορισμένης διαθεσιμότητας κατοικιών.
Υπάρχει κίνδυνος κατάχρησης των νέων διαδικασιών και τι πρέπει τελικά να κρατήσει ο πολίτης από όλες αυτές τις αλλαγές;
Κάθε θεσμική διαδικασία, ανεξαρτήτως του σκοπού της, μπορεί δυνητικά να χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά, γι’ αυτό και το ισχύον πλαίσιο προβλέπει δικαστικούς ελέγχους και ένδικα μέσα, ώστε να αποτρέπονται φαινόμενα αδικαιολόγητης καθυστέρησης ή καταχρηστικής άσκησης δικαιωμάτων. Σε κάθε περίπτωση, το βασικό συμπέρασμα που πρέπει να κρατήσει ο πολίτης είναι ότι δεν καταργείται ούτε περιορίζεται η δικαστική προστασία. Οι αλλαγές που εισάγονται δεν αφορούν την ουσία των δικαιωμάτων, αλλά τον ρυθμό και τον τρόπο επεξεργασίας των υποθέσεων, με στόχο την ταχύτερη και πιο αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.





