Η πορεία των ειρηνευτικών συνομιλιών θα καθορίσει τις…

Η Ευρώπη θα δει ένα νέο κύμα επενδύσεων κι εμείς θα πρέπει...

Οι επόμενες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τα επιτόκια θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη των ειρηνευτικών συνομιλιών στη Μέση Ανατολή, σημειώνει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας σε συνέντευξη του στην “Καθημερινή της Κυριακής”.

“Αν πράγματι έως τότε, στις 30 Απριλίου, έχει σταματήσει ο πόλεμος, αυτό θα είναι μια καλή βάση να επιχειρηματολογήσουμε όσοι θα επιθυμούσαμε να μην έχουμε αύξηση. Διαφορετικά, θα είναι δύσκολο”, σημειώνει χαρακτηριστικά ο διοικητής της ΤτΕ. 

Αναφορικά με τα μέτρα στήριξης για την αντιμετώπιση της κρίσης ο κ. Στουρνάρας σημειώνει ότι ενδεχομένως το “πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 να ξεπεράσει το 4,4% του ΑΕΠ”, κάτι που σημαίνει ότι υπάρχει δημοσιονομικός χώρος, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα ότι η “στήριξη, όμως, πρέπει να είναι συγκεκριμένη, προσωρινή και στοχευμένη”.

Ολόκληρη η συνέντευξη

– Χωρίς ακόμη ξεκάθαρο ορίζοντα για τον πόλεμο στη Μ. Ανατολή, πόσο ευάλωτη είναι η ελληνική οικονομία, τι κινδύνους αντιμετωπίζει; 

Ο πόλεμος είναι ένας σοβαρός κλυδωνισμός από την πλευρά της προσφοράς. Ξέρουμε από τη θεωρία, αλλά και από την πράξη ότι αυτό δημιουργεί στασιμοπληθωριστικές τάσεις, δηλαδή τάσεις για αύξηση των τιμών και μείωση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης. Κάθε οικονομία είναι ευάλωτη σε ένα στασιμοπληθωριστικό επεισόδιο. Η Ελλάδα, βέβαια, σε σχέση με το παρελθόν έχει αρκετά “μαξιλάρια” ασφαλείας: δημοσιονομικά πηγαίνει πολύ καλά, καλύτερα από τους στόχους, ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης είναι διπλάσιος από της Ευρωζώνης, οι τράπεζες είναι σε καλύτερη κατάσταση παρά ποτέ, οι ασφαλιστικές εταιρείες έχουν “μαξιλάρια” ασφαλείας με κεφάλαια πάνω από τα προαπαιτούμενα. Άρα, μπήκαμε στην κρίση, στη νέα κανονικότητα, με αρκετά “μαξιλάρια” ασφαλείας. 

– Πώς περιμένετε ότι θα εξελιχθεί η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ το επόμενο διάστημα, στο φόντο του πολέμου;

Οι κλυδωνισμοί από την πλευρά της προσφοράς προσθέτουν δυσκολία στη νομισματική πολιτική διότι τα επιτόκια δεν μπορούν να θεραπεύσουν το πρόβλημα από την πλευρά της προσφοράς, δεν μπορούν να προσφέρουν περισσότερο πετρέλαιο. Στη θεωρία, ένα σοκ από την πλευρά της προσφοράς, αν δεν επηρεάσει τις προσδοκίες και δεν έχει δευτερογενείς επιπτώσεις, στους μισθούς για παράδειγμα, πρέπει να το αγνοήσουμε. Τα πράγματα, όμως, στην πράξη δεν είναι τόσο απλά. Συνήθως επηρεάζονται οι προσδοκίες, έχουμε δευτερογενείς επιδράσεις, όπως είχαμε μετά την εισβολή στην Ουκρανία, ενδεχομένως οι κυβερνήσεις πάρουν δημοσιονομικά μέτρα που αυξάνουν τη ζήτηση, άρα το καθήκον της νομισματικής πολιτικής δεν είναι τόσο απλό. Αν οι πληθωριστικές προσδοκίες δημιουργήσουν μόνιμο πληθωρισμό, έχεις χάσει το παιχνίδι. Αυτές τις συνθήκες θα συζητήσουμε την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε, στο τέλος Απριλίου.

– Μπορούμε να περιμένουμε μια απόφαση για τα επιτόκια;

Είναι δύσκολο να σας πω. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι όλα θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη των ειρηνευτικών συνομιλιών. Αν πράγματι έως τότε, στις 30 Απριλίου, έχει σταματήσει ο πόλεμος, αυτό θα είναι μια καλή βάση να επιχειρηματολογήσουμε όσοι θα επιθυμούσαμε να μην έχουμε αύξηση. Διαφορετικά, θα είναι δύσκολο.

– Η κυβέρνηση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να λάβει και νέα μέτρα στήριξης. Συμφωνείτε και σε ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθούν;

Απ’ ό,τι φαίνεται υπάρχει δημοσιονομικός χώρος και κατά τις πληροφορίες μας ίσως είναι ακόμη μεγαλύτερος από αυτόν που πιστεύαμε μέχρι τώρα. Ίσως το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 να ξεπεράσει το 4,4% του ΑΕΠ. Η στήριξη, όμως, πρέπει να είναι συγκεκριμένη, προσωρινή και στοχευμένη.

– Άρα, στην κατεύθυνση των μέτρων που έχει ήδη πάρει η κυβέρνηση και όχι π.χ. μια μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης.

Όχι.

– Εξακολουθείτε να είστε αντίθετος.

Ναι, εξακολουθώ.

– Με το σκεπτικό ότι δεν θα περάσει η μείωση στον καταναλωτή;

Ναι, με βάση τις μετρήσεις που κάναμε στην Τράπεζα της Ελλάδος και η κυβέρνηση τις υιοθετεί.

– Ο πληθωρισμός, όμως, είναι επίμονα υψηλότερος στην Ελλάδα, τον Μάρτιο ήταν 3,5% έναντι 2,6% στην Ευρωζώνη. Ποιος ευθύνεται, κύριε διοικητά, για την άνοδο αυτή των τιμών και τι συμβουλεύει η ΤτΕ την κυβέρνηση;

Ο υψηλότερος κατά 1% πληθωρισμός στην Ελλάδα σε σχέση με την Ευρωζώνη είναι χρόνιο πρόβλημα. Πλέον, έχουμε θετικό παραγωγικό κενό, υπάρχει ζήτηση που υπερκαλύπτει τις παραγωγικές δυνατότητες και αυτός είναι ο κύριος λόγος που ο πληθωρισμός είναι μεγαλύτερος. Υπάρχουν βέβαια και άλλοι λόγοι, κλάδοι όπου υπάρχει συγκέντρωση, άρα αυτό που συμβουλεύουμε την κυβέρνηση είναι να κοιτάξει το θέμα του ανταγωνισμού και πού υπάρχουν εμπόδια στην είσοδο επιχειρήσεων.

– Στην πρόσφατη έκθεσή σας μιλήσατε για μια παραοικονομία υψηλότερη από της Ε.Ε., 20,9%-21,6% του ΑΕΠ, έναντι 15%-17%. Δηλαδή περίπου 50 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν σε φοροδιαφυγή 15 δισ. ευρώ. Υπολογίζω σωστά ότι έχουμε καλύψει περίπου τη μισή απόσταση για να φτάσουμε στον μέσο όρο της Ε.Ε.;

Έχουμε καλύψει μεγάλη απόσταση, το κενό ΦΠΑ έχει μειωθεί σημαντικά. Η διαφορά πραγματικής κατανάλωσης και δηλουμένων εισοδημάτων, που είχα επικαλεστεί στο παρελθόν, μειώνεται κι αυτή. Τα 50 δισ. που είπαμε τώρα, παλαιότερα ήταν 70 δισ. Το 2025 υπήρχε καθαρή μείωση χαρτονομίσματος στην οικονομία, είναι πρωτοφανές αυτό.

– Τι προτείνετε στην κυβέρνηση για να μειωθεί περαιτέρω;

Περισσότερες ηλεκτρονικές συναλλαγές και περισσότεροι έλεγχοι στην υγεία, στα καύσιμα, στο κύκλωμα της οικοδομής και στα ελεύθερα επαγγέλματα.

– Επίσης, στην έκθεσή σας ζητήσατε για άλλη μια φορά επανεξέταση των φοροαπαλλαγών…

Εμείς δεν συστήνουμε στην κυβέρνηση να τις κόψει, αλλά να τις ξαναδεί και να εξετάσει αν είναι επαρκώς στοχευμένες. Π.χ. θεωρούμε σκόπιμο να υπάρχουν ακόμη φοροαπαλλαγές που δόθηκαν στη διάρκεια της COVID; Μήπως είναι καλύτερα να στοχευθούν περισσότερο, π.χ. με βάση τους κοινωνικούς και οικονομικούς στόχους; Μήπως ήρθε η ώρα να κάνουμε μια νέα Επιτροπή Γεωργακόπουλου και να ξαναδούμε το φορολογικό βάρος, συμπεριλαμβανομένων των φοροαπαλλαγών; Μιλάμε για μείωση του ΦΠΑ, ενώ αν λάβουμε υπόψη τις φοροαπαλλαγές στον ΦΠΑ, είναι ήδη μειωμένος.

– Οι τράπεζες έχουν πλέον υψηλά κέρδη, μοιράζουν μερίσματα, αλλά τα επιτόκια καταθέσεων παραμένουν πολύ χαμηλά, κάτω από 1% οι καταθέσεις προθεσμίας. Η ψαλίδα μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων παραμένει μεγάλη, παρότι μειώθηκε λίγο. Γιατί; Τι να περιμένουν οι αποταμιευτές;

Είναι τρεις οι λόγοι. Πρώτον, έχουμε πολύ μεγάλη ρευστότητα στην ελληνική οικονομία, οι καταθέσεις έχουν επιστρέψει εκεί που ήταν πριν από την κρίση, άρα οι τράπεζες δεν αισθάνονται πίεση από την πλευρά της ρευστότητας για να αυξήσουν τα επιτόκια. Δεύτερον, υπάρχει αρκετά μεγάλη συγκέντρωση στο τραπεζικό σύστημα, άρα χρειαζόμαστε περισσότερο ανταγωνισμό. Εμείς κάναμε μια πολύ μεγάλη προσπάθεια για τη δημιουργία ενός οικοσυστήματος ισχυρότερων μικρότερων τραπεζών, αυτών που ονομάζουμε 5ο πόλο – η Credia δημιούργησε έναν ισχυρό πόλο μικρότερης τράπεζας, αλλά και η Optima, η Viva, η ΑΒΒ, οι συνεταιριστικές τώρα έχουν ενδυναμωθεί. Έχουμε ένα οικοσύστημα που μπορεί να ανταγωνιστεί τις μεγάλες τράπεζες, να πάρει μερίδιο –και παίρνει ήδη– και κάποιες το διεκδικούν δίνοντας μεγαλύτερο επιτόκιο. Ο τρίτος λόγος είναι ότι ακόμη τα κόκκινα δάνεια, παρότι έχουν μειωθεί, είναι υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που σημαίνει ότι ο πιστωτικός κίνδυνος παραμένει μεγαλύτερος. 

– Δεν υπάρχει κίνδυνος να φύγουν κεφάλαια στο εξωτερικό, σε τράπεζες που δίνουν υψηλότερα επιτόκια;

Κάποια στιγμή, όταν απορροφηθεί η ρευστότητα, οι τράπεζες θα πρέπει να αυξήσουν τα επιτόκια, διαφορετικά θα φύγουν καταθέσεις. Επίσης, υπάρχουν πλέον και άλλες τράπεζες που έρχονται στην Ελλάδα, για παράδειγμα η Revolut, οι νέες Fintech τράπεζες που ζητούν άδειες να έρθουν, άρα ο ανταγωνισμός θα αυξηθεί και έτσι τα spreads θα μειωθούν, τα επιτόκια καταθέσεων θα αυξηθούν. Οι τράπεζες πρέπει να προετοιμαστούν να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό τόσο του 5ου πόλου όσο και ξένων τραπεζών. Και όσο προχωρούμε στην τραπεζική ένωση στην Ευρώπη, ο ανταγωνισμός θα ενταθεί.

– Το ζητούμενο πάντα είναι η σύγκλιση, εκεί είχαμε μια μικρή υποχώρηση το 2025 και βρεθήκαμε στην τελευταία θέση μαζί με τη Βουλγαρία ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ…

Αυτό έγινε λόγω της έξαρσης του πληθωρισμού. Πάντως, υπάρχει ένα πολύ θετικό στοιχείο, η σημαντική αύξηση των επενδύσεων, από 11% του ΑΕΠ το 2019 σε περίπου 18% σήμερα. Οι επενδύσεις είναι η λοκομοτίβα για τη σύγκλιση. Άρα εκεί πηγαίνουμε καλά και πρέπει να συνεχίσουμε να πηγαίνουμε.

Μιλάμε όλοι για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Σύμφωνα με τον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, που δεν μετράει μόνο το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αλλά και τους δείκτες υγείας, παιδείας και γενικότερης ευημερίας, η Ελλάδα ανήκει στο υψηλότερο 16% των χωρών, από τις 180 που επισκοπούνται. Άρα, δεν είμαστε και τόσο άσχημα.


 

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ