Της Ελευθερίας Κούρταλη
Οι πρόσφατες εξελίξεις υποδηλώνουν μειωμένη επείγουσα ανάγκη για αυξήσεις επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, επισημαίνει η Goldman Sachs και έτσι δεν αναμένει πλέον αλλαγή πολίτικής στη συνεδρίαση του Απριλίου. Ενώ μια κίνηση είναι ακόμα πιθανή, όπως τονίζει, πιθανότατα θα απαιτούσε μια σημαντική εκ νέου κλιμάκωση των εντάσεων στην αγορά ενέργειας και σαφείς ανοδικές εκπλήξεις στις επερχόμενες έρευνες τιμών. Πάντως, η αμερικάνικη τράπεζα διατηρεί την πρόβλεψή της για δύο αυξήσεις φέτος, τις οποίες μεταθέτει για τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο (έναντι Απριλίου και Ιουνίου πριν), ενώ εκτιμά πως το 2027 θα ακολουθήσουν δύο μειώσεις.
Ειδικότερα, η Goldman επισημαίνει τρεις λόγους για τους οποίους εκτιμά πως η ΕΚΤ θα τηρήσει στάση αναμονής και τον Απρίλιο.
Πρώτον, οι τιμές της ενέργειας έχουν μειωθεί από την κορύφωσή τους μετά την κατάπαυση του πυρός της περασμένης εβδομάδας, καθώς η ναυτιλία του Απριλίου μέσω του Στενού του Ορμούζ έχει αυξηθεί σταδιακά και τα ασφάλιστρα κινδύνου έχουν μειωθεί. Οι τιμές φυσικού αερίου TTF, για παράδειγμα, έχουν μειωθεί από πάνω από 60 ευρώ/MWh στα μέσα Μαρτίου σε σχεδόν 40 ευρώ/MWh τώρα. Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης ενέργειας της αμερικάνικης τράπεζας – ο οποίος υπολογίζει κατά μέσο όρο τις τιμές Brent και TTF – έχει μειωθεί κατά 24% από την κορύφωσή του τον Μάρτιο (αλλά παραμένει αυξημένος κατά 52% από την αρχή του έτους).
Δεύτερον, οι πρόσφατοι δείκτες που σχετίζονται με τις τιμές δεν έχουν κινηθεί αποφασιστικά ανοδικά. Αρκετές έρευνες τιμών έχουν αυξηθεί σημαντικά, συμπεριλαμβανομένων των τιμών εισροών των επιχειρήσεων και των βραχυπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό. Ωστόσο, τα προκαταρκτικά στοιχεία για τον πληθωρισμό του Μαρτίου δείχνουν μικρότερη αύξηση από το αναμενόμενο (με τον ονομαστικό πληθωρισμό να διαμορφώνεται στο 2,5% έναντι 2,7% που αναμενόταν αρχικά), ενώ οι έρευνες για τις τιμές προϊόντων (ειδικά στις υπηρεσίες) και οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό έχουν κινηθεί ελάχιστα μέχρι στιγμής. Επίσης, τα εισερχόμενα δεδομένα δραστηριότητας ήταν πιο ήπια, συμπεριλαμβανομένων των πρόσφατων ερευνών (ιδίως των συνιστωσών των προσδοκιών) και των δεδομένων πριν από τη σύγκρουση.
Τρίτον, οι δηλώσεις αξιωματούχων της ΕΚΤ δείχνουν μικρή επείγουσα ανάγκη για μια βραχυπρόθεσμη αλλαγή πολιτικής. Η Κριστίν Λαγκάρντ επανέλαβε αυτή την εβδομάδα ότι το Διοικητικό Συμβούλιο είναι έτοιμο να δράσει, αλλά σημείωσε επίσης ότι τώρα είναι “πολύ νωρίς για κρίνουμε” και ότι η κεντρική τράπεζα χρειάζεται “αρκετά δεδομένα” για να αξιολογήσει τις επιπτώσεις από την άνοδο των τιμών της ενέργειας. Άλλοι αξιωματούχοι της ΕΚΤ έχουν επίσης σηματοδοτήσει μικρή βιασύνη στην απόφαση για το εάν θα αυξήσει τα επιτόκια πολιτικής προκειμένου να περιορίσει το ενεργειακό σοκ.
“Επομένως, δεν αναμένουμε πλέον αύξηση επιτοκίων στη συνεδρίαση του Απριλίου. Ενώ μια κίνηση στις 30 Απριλίου είναι ακόμα πιθανή, πιθανότατα θα απαιτήσει μια σημαντική εκ νέου κλιμάκωση των εντάσεων στην αγορά ενέργειας και σαφείς ανοδικές εκπλήξεις στις επερχόμενες έρευνες τιμών”, σημειώνει η Goldman. Ωστόσο, όπως προσθέτει, “διατηρούμε την πρόβλεψή μας για δύο αυξήσεις φέτος, τις οποίες αναβάλλουμε για τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο (έναντι του Απριλίου και του Ιουνίου πριν)”.
Ένας λόγος για τις δύο αυτές αυξήσεις είναι ότι η αμερικάνικη τράπεζα αναμένει ότι οι τιμές της ενέργειας θα παραμείνουν σταθερά υψηλότερες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η πρόβλεψή της κινείται μεταξύ του βασικού και του δυσμενούς σεναρίου της ΕΚΤ, και οι τιμές των ενεργειακών προϊόντων (συμπεριλαμβανομένων των αεροπορικών καυσίμων, του ντίζελ κ.λπ.) έχουν αυξηθεί πολύ περισσότερο από ό,τι θα υποδήλωνε η τυπική σχέση τους με τις τιμές των εμπορευμάτων. Επίσης συνεχίζει να βλέπει ανοδικούς κινδύνους για τις ενεργειακές προοπτικές, δεδομένης της απουσίας ειρηνευτικής συμφωνίας και της αργής ανάκαμψης της ναυτιλίας μέσω του Στενού του Ορμούζ.
Ως αποτέλεσμα, βλέπει σημαντική μετακύλιση στον πληθωρισμό τους επόμενους μήνες. Προβλέπει ότι ο ονομαστικός πληθωρισμός θα κορυφωθεί στο 3,2% και ο δομικός πληθωρισμός στο 2,5%, ελαφρώς πάνω από το βασικό σενάριο της ΕΚΤ. Επίσης, βλέπει κάποια καθυστέρηση στην ομαλοποίηση της αύξησης των μισθών ως αποτέλεσμα του ενεργειακού σοκ.
Τέλος, οι δηλώσεις των αξιωματούχων της ΕΚΤ έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό επιφυλακτικές όσον αφορά την πορεία προς τα εμπρός. Η Λαγκάρντ, για παράδειγμα, υποστήριξε αυτή την εβδομάδα ότι βρισκόμαστε πλέον μεταξύ του βασικού και του δυσμενούς σεναρίου του προσωπικού της ΕΚΤ, σημειώνοντας ότι το βασικό σενάριο εξαρτάται από δύο αυξήσεις επιτοκίων. Τόνισε επίσης ότι θα μπορούσε να είναι δύσκολο να “εξετάσει” κανείς το σοκ δεδομένων των κινδύνων για τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό. Άλλοι αξιωματούχοι υποστήριξαν ότι οι προσδοκίες της αγοράς για δύο αυξήσεις είναι λογικές (Κάζακς) και ότι η ΕΚΤ θα λάβει δυναμικά μέτρα εάν το ενεργειακό σοκ είναι επίμονο (Μακλούφ).
Πάντως, η Goldman διατηρεί την άποψη ότι οι δύο αυξήσεις επιτοκίων είναι απίθανο να διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεδομένης της πιο περιορισμένης μετακύλισης στον δομικό πληθωρισμό από ό,τι το 2022 και ενός περιβάλλοντος ασθενέστερης ζήτησης. Ως εκ τούτου, αναμένει από το Διοικητικό Συμβούλιο να μειώσει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2% τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο του 2027.
Επιπλέον, πιστεύει ότι οι κίνδυνοι γύρω από σενάριο των δύο αυξήσεων έχουν μετατοπιστεί σημαντικά. Πιστεύει πλέον ότι υπάρχει μία πολύ λεπτή γραμμή μεταξύ των δύο αυξήσεων και της αμετάβλητης στάσης πολιτικής. Και η πιθανότητα ενός σοβαρού σεναρίου με αυξήσεις επιτοκίων άνω των 100 μονάδων βάσης έχει μειωθεί σημαντικά με την αποκλιμάκωση της σύγκρουσης.
Όσον αφορά τα σενάρια, δίνει πιθανότητα 40% για δύο αυξήσεις και 30% για αμετάβλητα επιτόκια (έναντι 25% πριν). Μειώνει τις πιθανότητες για τέσσερις αυξήσεις στο 20% (από 25%) και διατηρεί την πιθανότητα αμετάβλητων επιτοκίων φέτος και μειώσεων το 2027 αμετάβλητη στο 10%. Ως αποτέλεσμα, οι εκτιμήσεις της Goldman είναι σημαντικά κάτω από την τιμολόγηση της αγοράς.
Πηγή: capital.gr





