Του Νίκου Κωτσικόπουλου
“Μία από τις χειρότερες οικονομικές κρίσεις και ταυτόχρονα μία από τις πιο εντυπωσιακές ανακάμψεις στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία” έζησε η Ελλάδα. Οι τράπεζες επέστρεψαν, αλλά μεγάλο μέρος του ιδιωτικού χρέους βρίσκεται πλέον εκτός του τραπεζικού συστήματος και πλησιάζει “σχεδόν το 1/3 του ΑΕΠ”.
Υπάρχουν όμως πολλά για να γίνουν ακόμη, αναφέρεται. Αυτό συμπεραίνουν πέντε κορυφαίοι οικονομολόγοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε δημοσίευση-αφιέρωμα στην Ελλάδα, στο ιστολόγιο της ΕΚΤ. Περιλαμβάνει τα επιτεύγματα της χώρας σε μια δύσκολη πορεία από την κρίση στην ανάκαμψη, αλλά και θετική κριτική υπό τον τίτλο: “Από το Grexit στο Grecovery: Η πορεία της Ελλάδας προς τα έξω από τα δύσκολα – και τι απομένει να γίνει”.
Στα τελικά συμπεράσματα, όμως, προβάλλονται αυτά που πρέπει να γίνουν:
“Η ανάκαμψη της Ελλάδας από την οικονομική κρίση ήταν ένα απαιτητικό ταξίδι μετασχηματισμού. Η χώρα έχει επιτύχει μια αξιοσημείωτη ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και έχει αντιμετωπίσει αρκετές από τις βασικές κληρονομιές της κρίσης, όπως τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών, ενώ το δημόσιο χρέος της έχει μειωθεί εντυπωσιακά. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν βελτιώσει σημαντικά την ανθεκτικότητά τους.
Ωστόσο, ορισμένα κληροδοτήματα της κρίσης παραμένουν. Παρόλο που η διαμεσολαβητική ικανότητα των τραπεζών έχει σε μεγάλο βαθμό αποκατασταθεί, ο ρυθμός επίλυσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός του τραπεζικού συστήματος παραμένει αργός.
Αυτό οφείλεται σε εμπόδια τα οποία σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με περίπλοκες και χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες. Το υψηλό δημόσιο χρέος, οι αδυναμίες στην ποιότητα των θεσμών και η υστέρηση στη συμμετοχή στην αγορά εργασίας και στην παραγωγικότητα υποδηλώνουν επίσης ότι η ανάκαμψη της Ελλάδας είναι ακόμη σε εξέλιξη”.
Τη δημοσίευση υπογράφουν οι Martin Bijsterbosch, Diego Moccero, Daphne Momferatou, Marta Rodríguez Vives και Giacomo Pongetti. Αντί προλόγου, αναφέρει: “Έπειτα από μία δεκαετία ανάκαμψης της Ελλάδας τα ερωτήματα παραμένουν: Είναι οι τράπεζες αρκετά ισχυρές για να στηρίξουν την οικονομία; Τι μπορεί να γίνει για να γεφυρωθεί το χάσμα στο βιοτικό επίπεδο;”.
“Σήμερα”, καταλήγει, “η ελληνική οικονομία δείχνει αξιοσημείωτη δύναμη. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα έχει γυρίσει σελίδα στην κρίση με βιώσιμο τρόπο. Ο ρόλος του τραπεζικού της συστήματος είναι κρίσιμος:
– Έχει αποκατασταθεί πλήρως η ικανότητά της να χρηματοδοτεί την πραγματική οικονομία;
– Έχει μεταμορφώσει η Ελλάδα το μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης αρκετά ώστε να διασφαλίσει βελτιωμένο βιοτικό επίπεδο σύμφωνα με την υπόλοιπη ζώνη του ευρώ;”.
Ο τραπεζικός τομέας επιστρέφει
“Οι ελληνικές τράπεζες”, διαπιστώνει, “έχουν επιτύχει αξιοσημείωτη ανάκαμψη από την κρίση των αρχών της δεκαετίας του 2010. Τότε επλήγησαν από ζημίες σε κρατικά ομόλογα, απότομη αύξηση των επισφαλών δανείων και απότομη πτώση των καταθέσεων. Αρκετά σημαντικά μέτρα έχουν αλλάξει τα πράγματα έκτοτε. Οι τράπεζες έχουν αυξήσει το κεφάλαιό τους και έχουν καταφέρει να κάνουν μια αποφασιστική εκκαθάριση των ισολογισμών τους, υποστηριζόμενες επίσης από την ενισχυμένη τραπεζική εποπτεία”.
Η δημιουργία του “Ηρακλή”, αναφέρεται, “έπαιξε καθοριστικό ρόλο, βοηθώντας τις τράπεζες να τιτλοποιήσουν και να πουλήσουν περίπου 57 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL) έως το 2025. Καθώς οι μακροοικονομικές συνθήκες σταθεροποιήθηκαν και η εμπιστοσύνη επέστρεψε, οι τράπεζες επωφελήθηκαν από ισχυρότερη ρευστότητα, υψηλότερα κέρδη και καλύτερες κεφαλαιακές θέσεις. Συγχωνεύσεις –όπως αυτή της Παγκρήτιας Τράπεζας και της Attica Bank– έχουν επίσης συμβάλει στην αναμόρφωση του τομέα”.
Όλα αυτά, συμπεραίνεται, σημαίνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι και πάλι σε θέση να χρηματοδοτούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, γεγονός που υποστηρίζει τις επενδύσεις. Τα επιχειρηματικά δάνεια έχουν αυξηθεί σημαντικά και τα στεγαστικά δάνεια ανακάμπτουν.
Οι ελληνικές τράπεζες, όπως αναφέρεται, έχουν σημειώσει απτή πρόοδο στην ενίσχυση των ισολογισμών τους. Ωστόσο, “ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους της χώρας βρίσκεται πλέον εκτός του τραπεζικού συστήματος. Μέχρι το τέλος του 2024 τα περισσότερα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είχαν μεταφερθεί σε ξένα κεφάλαια στο πλαίσιο του “Ηρακλή” και τα διαχειρίζονταν εταιρείες εξυπηρέτησης πιστώσεων.
Τα εμπλεκόμενα περιουσιακά στοιχεία ισοδυναμούν με περίπου το ένα τρίτο του ΑΕΠ της Ελλάδας. Η αντιμετώπιση αυτού του τεράστιου όγκου προβληματικών δανείων παραμένει μία από τις δυσκολότερες προκλήσεις”.
Τα κενά, οι καθυστερήσεις και οι αποκλεισμένοι του συστήματος
“Για να αντιμετωπίσει αυτό το βάρος που έχει κληροδοτηθεί, η Ελλάδα εισήγαγε ένα νέο πλαίσιο αφερεγγυότητας και ένα σύστημα ηλεκτρονικών πλειστηριασμών. Ωστόσο, η πρόοδος ήταν πιο αργή από την αναμενόμενη. Διαρθρωτικά και θεσμικά εμπόδια εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδιο.
Τα κενά στο σύστημα πλειστηριασμών και οι εκκρεμότητες των δικαστηρίων καθιστούν την εκτέλεση και την αναδιάρθρωση χρέους μια χρονοβόρα διαδικασία.
Οι διαχειριστές ενδέχεται επίσης να δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με τους οφειλέτες λόγω ελλιπών πληροφοριών.
Ως αποτέλεσμα, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις με ανεπίλυτο χρέος παραμένουν ουσιαστικά αποκλεισμένες από τραπεζικό δανεισμό, περιορίζοντας έτσι την ικανότητα των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη”.
Η αντιμετώπιση αυτών των σημείων συμφόρησης είναι ζωτικής σημασίας εάν η Ελλάδα θέλει να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητες του χρηματοπιστωτικού της τομέα και να υποστηρίξει ισχυρότερη, πιο βιώσιμη ανάπτυξη. Η εμπειρία από άλλες χώρες που έχουν πληγεί από την κρίση δείχνει ότι, όταν μεγάλοι όγκοι επισφαλών δανείων μετακινούνται εκτός του τραπεζικού τους συστήματος, η επίλυσή τους γίνεται ένα μακροπρόθεσμο έργο, χωρίς γρήγορη λύση.
Επιπλέον, ενώ ο “Ηρακλής” (HAPS) έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι κρατικές εγγυήσεις για αυτές τις τιτλοποιήσεις δημιουργούν μια ενδεχόμενη υποχρέωση για τα δημόσια οικονομικά.
Σε περίπτωση που η ανάκτηση ενός σημαντικού μέρους αυτών των δανείων δεν αποδώσει όπως αναμένεται, το δημοσιονομικό κόστος θα μπορούσε να είναι σημαντικό, ενδεχομένως να αυξήσει την πίεση στη βιωσιμότητα του χρέους της Ελλάδας.
Πηγή: capital.gr





