Τα ισραηλινά πλήγματα προκαλούν έντονες αντιδράσεις από ευρωπαϊκές χώρες, που προειδοποιούν ότιη εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν κινδυνεύει να υπονομευθεί πριν παγιωθεί
Οι βόμβες στον Λίβανο απειλούν τη συμφωνία
Βρετανία, Γαλλία και Ισπανία υψώνουν κοινό τόνο καταδίκης απέναντι στα ισραηλινά πλήγματα στον Λίβανο, προειδοποιώντας ότι η νέα κλιμάκωση απειλεί να τινάξει στον αέρα την εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν και να βυθίσει εκ νέου τη Μέση Ανατολή σε ευρύτερη αποσταθεροποίηση. Ευρωπαίοι ηγέτες και διπλωμάτες επιμένουν πως χωρίς την επέκταση της κατάπαυσης του πυρός και στο λιβανικό μέτωπο η συμφωνία που ανακοινώθηκε έπειτα από εβδομάδες πολέμου κινδυνεύει να καταρρεύσει πριν καν παγιωθεί, ενώ οι αιματηροί βομβαρδισμοί και οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ Τεχεράνης, Τελ Αβίβ και Ουάσιγκτον αυξάνουν την ένταση. Στο επίκεντρο της κρίσιμης αυτής εξίσωσης βρίσκονται τρία πρόσωπα – κλειδιά, ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν Mοτζτάμπα Χαμενεΐ, με τον τελευταίο να φέρεται ότι διαδραμάτισε εμμέσως ενεργό ρόλο στη διαπραγματευτική διαδικασία. Η διεθνής κοινότητα εκφράζει φόβους ότι η συνέχιση των επιχειρήσεων στον Λίβανο υπονομεύει τις διπλωματικές διεργασίες, με τις επικείμενες συνομιλίες ΗΠΑ – Ιράν και την αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ να εντείνουν το γεωπολιτικό ρίσκο.
Σε αυτό το φόντο – και κατόπιν αιτήματος του αμερικανού προέδρου Τραμπ, σύμφωνα με το CNN – ο ισραηλινός πρωθυπουργός ανακοίνωσε χθες ότι έδωσε «εντολή στο υπουργικό συμβούλιο να ξεκινήσει απευθείας διαπραγματεύσεις με τον Λίβανο το συντομότερο δυνατό», με επίκεντρο «τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ και την εγκαθίδρυση ειρηνικών σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου». Σύμφωνα με πληροφορίες του Axios, αναμένεται να ξεκινήσουν την επόμενη εβδομάδα στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στην Ουάσιγκτον. Δεν θα υπάρξει εκεχειρία με τη Χεζμπολάχ πριν από τις συνομιλίες με τον Λίβανο, δήλωσε ισραηλινός αξιωματούχος στους «Times of Israel». Ανώτερος λιβανέζος αξιωματούχος είπε στο πρακτορείο Reuters ότι η Βηρυτός πιέζει για προσωρινή κατάπαυση του πυρός, που θα επιτρέψει ευρύτερες συνομιλίες με το Ισραήλ ως «ξεχωριστό κομμάτι, αλλά στο ίδιο μοντέλο» με την εκεχειρία ΗΠΑ – Ιράν, με την Ουάσιγκτον ως μεσολαβητή και εγγυητή. Η Χεζμπολάχ ανακοίνωσε ότι διαφωνεί με τις απευθείας συνομιλίες.
Η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν θα πρέπει να επεκταθεί στον Λίβανο, δήλωσε χθες η κορυφαία διπλωμάτης της ΕΕ Κάγια Κάλας, προσθέτοντας ότι η οργάνωση Χεζμπολάχ, η οποία υποστηρίζεται από το Ιράν, πρέπει να αφοπλιστεί. Και ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες προειδοποίησε ότι τα ισραηλινά αεροπορικά πλήγματα στον Λίβανο εγείρουν σοβαρό κίνδυνο για την κατάπαυση του πυρός.
Η διπλωματική πίεση στο Ισραήλ μετά τα μαζικά πλήγματα στον Λίβανο πήρε αρχικά μορφή όταν Βρετανία, Γαλλία και Ισπανία τα χαρακτήρισαν «βαθιά επιζήμια», ζήτησαν επέκταση της συμφωνίας ώστε να καλύψει το λιβανικό μέτωπο και να αποτραπεί ευρύτερη αποσταθεροποίηση. Μάλιστα το Παρίσι προειδοποίησε ότι η αποσταθεροποίηση της περιοχής συνδέεται άμεσα με τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και με την ευρύτερη διαπραγμάτευση για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και τους περιφερειακούς συσχετισμούς. Μιλώντας χθες από την Ουάσιγκτον, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε δήλωσε ότι η Συμμαχία θα ήταν πρόθυμη να διαδραματίσει ρόλο σε μια πιθανή μελλοντική αποστολή στα Στενά του Ορμούζ, «εάν μπορεί να βοηθήσει».
Τα ξημερώματα χθες το ναυτικό των Φρουρών της Επανάστασης ανακοίνωσε ότι τα πλοία τα οποία διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ θα πρέπει να ακολουθούν δύο εναλλακτικά δρομολόγια, πλησιέστερα στις ιρανικές ακτές, για να αποφύγουν νάρκες που πιθανόν έχουν ποντιστεί στα συνηθισμένα δρομολόγια, πιο ανοικτά. Στον Λίβανο, η χθεσινή είχε κηρυχθεί ημέρα εθνικού πένθους, καθώς οι βομβαρδισμοί – ιδίως αυτοί που έπληξαν πυκνοκατοικημένες συνοικίες της Βηρυτού – προκάλεσαν εκατοντάδες θύματα. Το Ισραήλ ανακοίνωσε ότι σκότωσε τον ανιψιό και προσωπικό γραμματέα του Ναΐμ Κάσεμ, του ηγέτη της Χεζμπολάχ.
Η ένταση προκαλεί αμηχανία σχετικά με τις προοπτικές των συνομιλιών που έχουν προγραμματιστεί για αύριο – σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο – στο Πακιστάν, οι λεπτομέρειες για τις οποίες είναι επίσης ρευστές. Ο αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς θα ηγείται της αμερικανικής αντιπροσωπείας. Αν και χθες δήλωσε «πολύ αισιόδοξος» στο δίκτυο NBC, ο Τραμπ προειδοποίησε μέσω Truth Social την Τεχεράνη ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις θα διατηρήσουν τα στοιχεία που έχουν αναπτύξει σε απόσταση βολής γύρω από το Ιράν, ωσότου εφαρμοστεί πλήρως «αληθινή συμφωνία». Σε διαφορετική περίπτωση, απείλησε, το πυρ θα ξαναρχίσει, σε μεγαλύτερο βαθμό και ισχυρότερο «από ό,τι έχει δει ποτέ κανείς».
Το χαμόγελο ικανοποίησης του Σι Τζινπίνγκ
Ο πόλεμος των 40 ημερών στη Μέση Ανατολή ανέδειξε έναν απρόσμενο κερδισμένο, καθώς η Κίνα αξιοποίησε τα λάθη των ΗΠΑ ενισχύοντας τη γεωπολιτική της επιρροή και τον ρόλο της.
Ποιος είναι, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ο μεγάλος κερδισμένος από τον πόλεμο των 40 ημερών στη Μέση Ανατολή; Μα, δίχως αμφιβολία, η Κίνα! Γι’ αυτό και ο Σι Τζινπίνγκ έχει κάθε λόγο να νιώθει ακριβώς όπως τον αποτύπωσε το πρωτοσέλιδο του «Economist» στο προηγούμενο τεύχος του: χαμογελαστός και εμφανώς ικανοποιημένος από τα αλλεπάλληλα ολισθήματα του ομολόγου του, Ντόναλντ Τραμπ.
Οταν, λοιπόν, οι δύο ηγέτες βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο σε περίπου ένα μήνα – η αναβληθείσα επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο προγραμματίζεται για τις 14-15 Μαΐου, αν φυσικά δεν αλλάξει πάλι κάτι – ο Σι θα μπει στον πειρασμό να εμφανιστεί με αίσθημα υπεροχής απέναντι στον επίσημο προσκεκλημένο του. Γνωρίζοντας πως όσα έχουν συμβεί τους τελευταίους μήνες, δεν έχουν απλώς αποδυναμώσει τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών διεθνώς, αλλά έχουν ενισχύσει τη θέση της δικής του χώρας, σε όλα τα επίπεδα.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι πάντες (συμπεριλαμβανομένου του Τραμπ) παραδέχθηκαν πως ο ρόλος που έπαιξε το Πεκίνο για να επιτευχθεί η εκεχειρία, τη νύχτα της Τρίτης, υπήρξε καθοριστικός. «Κινέζοι αξιωματούχοι βρίσκονταν σε επαφή με τις ιρανικές αρχές, ενθαρρύνοντας την Τεχεράνη να βρει ένα δρόμο προς την εκεχειρία, καθώς οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν (…) Το Πεκίνο παρενέβη κυρίως με ενδιάμεσους, όπως το Πακιστάν, η Τουρκία και η Αίγυπτος, σε μια προσπάθεια να ασκήσει την επιρροή του», σημειώνει στο σχετικό ρεπορτάζ του, επικαλούμενο τρεις διαφορετικές πηγές, το Associated Press.
Δύναμη ειρήνης και σταθερότητας
Η παραπάνω διαπίστωση είναι ιδιαιτέρως σημαντική, καθώς οι Κινέζοι κατάφεραν να βάλουν φρένο, έστω και προσωρινά, σε μια σύγκρουση η οποία δεν απείχε πολύ από το σημείο της «μη επιστροφής». Κατάφεραν, με τον τρόπο αυτό, να στείλουν το μήνυμα ότι σήμερα αποτελούν μια δύναμη παγκόσμιας εμβέλειας η οποία μπορεί να εγγυάται την ειρήνη και τη σταθερότητα, ακόμη και το ελεύθερο εμπόριο, σε ένα κόσμο ο οποίος κινδυνεύει να τυλιχτεί στις φλόγες των πολέμων του Τραμπ, που διεξάγονται τόσο με πυραύλους και βόμβες όσο και με δασμούς.
Μια δύναμη, μάλιστα, η οποία έχει όχι απλώς την πρόθεση, αλλά και την ισχύ και το κύρος για να διαμεσολαβεί και να επιβάλει τις θέσεις της. Σε αντίθεση με την Ευρώπη, η οποία για μια ακόμη φορά ήταν ένας θεατής εκ του μακρόθεν στις δραματικές εξελίξεις και χωρίς ουσιαστική δυνατότητα να αλλάξει τον ρου των γεγονότων.
Το κέρδος που μετρά ο Σι είναι ακόμη μεγαλύτερο στις τάξεις του μουσουλμανικού κόσμου και των καθεστώτων της Μέσης Ανατολής. Σε μια εποχή που οι ΗΠΑ εμφανίζονται ως «ταραξίας», το Ισραήλ παραμένει «παρείσακτος εχθρός», η Ρωσία είναι «ξεδοντιασμένη» και η ΕΕ «απούσα», η δική του εμφατική παρουσία αφήνει ένα σημαντικό αποτύπωμα. Ειδικά εάν συνδυαστεί και με την οικονομική και τεχνολογική ισχύ της Κίνας, η οποία μπορεί πλέον να λειτουργεί τόσο ως πελάτης όσο και ως προμηθευτής.
Ανακαλύπτοντας τα όρια
Την ίδια στιγμή, οι Κινέζοι έμαθαν και συνεχίζουν να μαθαίνουν πολλά για τις δυνατότητες και τις τακτικές των Αμερικανών, καθώς και να ανακαλύπτουν τα όρια της ισχύος τους. Είναι κάτι που θα τους φανεί εξαιρετικά χρήσιμο στο μέλλον (άλλωστε, τα μέτωπα της Ταϊβάν και της Νότιας Σινικής Θάλασσας παραμένουν ανοιχτά…) και το οφείλουν σχεδόν αποκλειστικά στον Τραμπ, ο οποίος κατάφερε να «εκθέσει» τις ΗΠΑ και το οπλοστάσιό τους σε μια σειρά μέτωπα – από το στρατιωτικό και διπλωματικό, μέχρι το εμπορικό και οικονομικό.
Τέλος, αλλά σίγουρα όχι τελευταίο σε σημασία, ο Σι «τρίβει τα χέρια του» βλέποντας το στρατόπεδο της Δύσης να γεμίζει με ρωγμές, οι οποίες ολοένα πολλαπλασιάζονται και βαθαίνουν. Η κρίση ταυτότητας του ΝΑΤΟ, η αντιπαράθεση των ΗΠΑ με τους παραδοσιακούς συμμάχους τους, όπως Ευρώπη, Ηνωμένο Βασίλειο και Καναδάς, καθώς και η εσωτερική κρίση στην ΕΕ, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.
Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν αντιμετωπίζει λίγα και μικρά προβλήματα στο εσωτερικό, κάτι που τον αναγκάζει να κυβερνά με σιδηρά πυγμή και μέσω διαρκών εκκαθαρίσεων, η εκτίμησή του πως η θέση και ο ρόλος της Κίνας αναβαθμίζονται είναι ορθή. Μένει να διαπιστώσουμε πώς και πότε θα αποφασίσει να το εκμεταλλευτεί, εγκαταλείποντας την παραδοσιακή τακτική της «στρατηγικής υπομονής», για να περάσει στην επίθεση.
Ανακωχή με «πολλές αβεβαιότητες» και για τη βάση του Ράμσταϊν
Χαμηλά κρατάει τον πήχη των προσδοκιών η γερμανική κυβέρνηση για την κατάπαυση του πυρός στον πόλεμο με το Ιράν. Χαιρέτισε την ανακοίνωση της εκεχειρίας, αλλά βλέπει «πολλές αβεβαιότητες», που μπορεί να ξαναβάλουν στο τραπέζι τη χρήση της βάσης στο Ράμσταϊν της Γερμανίας, κομβικής σημασίας για τις επιχειρήσεις των Αμερικανών.
«Η Γερμανία θα συμβάλει με τα ενδεδειγμένα μέσα στη διασφάλιση της ελευθερίας ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ», διαβεβαίωσε ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς. Το είδος των «ενδεδειγμένων μέσων» είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν Μερτς και Τραμπ στην τηλεφωνική τους συνομιλία μετά την αιφνιδιαστική ανακοίνωση της συμφωνίας με το Ιράν. Ανακοίνωση της γερμανικής καγκελαρίας τόνισε ότι «υποστηρίζει τις διπλωματικές προσπάθειες και βρίσκεται σε στενή επαφή με τις ΗΠΑ και άλλους εταίρους με στόχο την προστασία του άμαχου πληθυσμού στο Ιράν και την αποτροπή μιας σοβαρής παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης».
Η βασική εκτίμηση του Βερολίνου είναι ότι ακόμα και μια σταθερή εκεχειρία δεν θα εξαλείψει άμεσα τις συνέπειες το πολέμου, εκτός των άλλων και στις αγορές ενέργειας.
Στο επιτελείο του καγκελαρίου Μερτς δεν αναμένουν ταχεία πτώση στις τιμές των καυσίμων, θεωρούν ότι η διαδικασία κατάπαυσης του πυρός έχει «μεγάλες αβεβαιότητες». Για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ θα απαιτηθεί χρόνος και δεν θα οδηγήσει «άμεσα στην επιστροφή στο status quo του Φεβρουαρίου». Εκτιμάται ότι θα είναι χρονοβόρα η επιστροφή της ναυσιπλοΐας στα επίπεδα προ του πολέμου και η σταθεροποίηση της προσφοράς στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. «Κατά συνέπεια, θα χρειαστεί επίσης χρόνος πριν δούμε σημαντικές μειώσεις τιμών», είπε ο αναπληρωτής εκπρόσωπος του καγκελαρίου.
«Στρατηγική ήττα» των ΗΠΑ
Ο κορυφαίος αναλυτής Κάρλο Μασάλα, από το πανεπιστήμιο της Μπούντεσβερ στο Μόναχο, θεωρεί τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός «στρατηγική ήττα» για τις ΗΠΑ. Η διαβεβαίωση του Τραμπ ότι το Ιράν συμμορφώθηκε με όλες τις απαιτήσεις του αμερικανού προέδρου «σίγουρα δεν είναι αλήθεια», δήλωσε ο Μασάλα στο γερμανικό ραδιόφωνο Ντόιτσλαντφουνκ. Τώρα, αναμένονται σκληρές διαπραγματεύσεις και το κομβικό ερώτημα είναι τι θα συμβεί με το εμπλουτισμένο ουράνιο του Ιράν, είπε ο Μασάλα. Ενα αποδυναμωμένο καθεστώς στο Ιράν είναι πιο πιθανό ότι θα επιχειρήσει να αναπτύξει πυρηνικά όπλα στο μέλλον.
Η γερμανική κυβέρνηση ήταν από την αρχή του πολέμου εμφανώς επιφυλακτική, αρνήθηκε μαζί με τους ευρωπαίους συμμάχους, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ιταλία, Ισπανία να συνδράμει τον Τραμπ στις επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Η Γερμανία θα συνδράμει «όταν σιγήσουν τα όπλα», ήταν η γραμμή που ακολούθησε ο Μερτς, προκαλώντας για μία ακόμα φορά την μήνιν του Τραμπ. «Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ανοικοδομήσαμε τη Γερμανία και τώρα η γερμανική κυβέρνηση λέει ότι δεν είναι δικός τους πόλεμος και ότι δεν έχουν καμία σχέση με αυτόν», είπε ο Τραμπ σε συνέντευξή του τη Δευτέρα.
Η κλιμάκωση των απειλών από τον Τραμπ με ρητορική για «ζώα», «καθάρματα», και επιστροφή του Ιράν στην «εποχή του λίθου» καταδικάστηκε έντονα στο Βερολίνο. «Δεν είναι το είδος της γλώσσας που πρέπει να χρησιμοποιεί ένας πρόεδρος των ΗΠΑ, ανεξάρτητα από το σε ποιον απευθύνεται», σχολίασε ο Γιούργκεν Χαρντ, εκπρόσωπος εξωτερικής πολιτικής της Χριστιανικής Ενωσης CDU/CSU, είναι δηλώσεις «βγαλμένες από την Αγρια Δύση». Η ερμηνεία του χριστιανοδημοκράτη πολιτικού είναι ότι «ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι προφανώς αρκετά απογοητευμένος από τις τελευταίες πέντε εβδομάδες αυτού του πολέμου με το Ιράν».
Η κρίσιμη βάση του Ράμσταϊν
Περισσότερο από τη ρητορική κλιμάκωση, εκείνο που απασχολούσε τις προηγούμενες ημέρες το Βερολίνο ήταν το περιεχόμενο των απειλών. Βομβαρδισμοί γεφυρών, υποδομών, σταθμών παραγωγής ενέργειας, συνιστούν για πολλούς έγκλημα πολέμου. Η Μεγάλη Βρετανία απαγόρευσε στις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν τις στρατιωτικές της βάσεις για τέτοιες επιθέσεις. Στη Γερμανία είναι η κομβικής σημασίας για τις ΗΠΑ αεροπορική βάση στο Ράμσταϊν, η οποία θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για την προετοιμασία των αμερικανικών επιθέσεων στο Ιράν.
Η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός αποτρέπει το σενάριο αυτό για τις επόμενες δύο εβδομάδες. Αλλά δεν είναι βέβαιο ότι δεν θα επανέλθει. «Εχουμε σαφές νομικό πλαίσιο που διέπει τη χρήση της βάσης Ράμσταϊν, όπως και αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου», λέει ο χριστιανοδημοκράτης πολιτικός, Χαρντ.
Τον Ιούλιο του 2025 το ανώτατο δικαστήριο της Γερμανίας είχε απορρίψει προσφυγή κατά της χρήσης της βάσης του Ράμσταϊν για βομβαρδισμούς μη επανδρωμένων αεροσκαφών στην Υεμένη. Η απόφαση αυτή ανοίγει τον δρόμο για τη χρήση της βάσης και κατά του Ιράν, μολονότι ο καγκελάριος Μερτς απορρίπτει ενεργό συμμετοχή της Γερμανίας στις επιχειρήσεις κατά του Ιράν.
Πηγή: tanea.gr





