Μέση Ανατολή: Το ΥΠΟΙΚ ψάχνει εφεδρείες στον προϋπολογισμό για τον πόλεμο και την ενέργεια –

Προϋπολογισμός: Πρωτογενές πλεόνασμα 8,1 δισ. ευρώ το 2025

Όσο ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ανεβάζει ξανά το θερμόμετρο στις αγορές ενέργειας και το πετρέλαιο κινείται σε επίπεδα που θυμίζουν τις πιο δύσκολες στιγμές του 2022, στο οικονομικό επιτελείο διαμορφώνεται ένα νέο, πιο «σφιχτό» σχέδιο διαχείρισης της κρίσης. Κυβερνητικά στελέχη και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι συζητούν πλέον πώς τα μέτρα ανάσχεσης της κρίσης θα χρηματοδοτηθούν χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική ισορροπία που μόλις αποκαταστάθηκε.

Στις συσκέψεις του οικονομικού επιτελείου η βασική κατεύθυνση που έχει «κλειδώσει» είναι η εσωτερική αναδιάταξη των δημόσιων πόρων, ώστε να αποφευχθούν οι επιπλέον δημόσιες δαπάνες. Το στίγμα έδωσε ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Θάνος Πετραλιάς, περιγράφοντας την στρατηγική «δημιουργίας δημοσιονομικού χώρου χωρίς οριζόντιες περικοπές», με αιχμή τις επισκοπήσεις δαπανών και τη μεταφορά κονδυλίων σε τομείς με μεγαλύτερη ανάγκη. Κυβερνητικές πηγές σημειώνουν ότι πρόκειται για ένα μοντέλο που «δοκιμάστηκε τεχνοκρατικά τα προηγούμενα χρόνια», αλλά τώρα καλείται να εφαρμοστεί σε συνθήκες πίεσης, με την ενεργειακή κρίση να επιστρέφει πριν ακόμη κλείσει ο κύκλος της προηγούμενης.

Την ίδια στιγμή, στις Βρυξέλλες εξελίσσεται μια παράλληλη συζήτηση που επηρεάζει άμεσα τον σχεδιασμό της Αθήνας. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι παραδέχονται ότι η νέα γεωπολιτική ένταση αλλάζει τα δεδομένα των προϋπολογισμών για το 2026, ωστόσο η κατεύθυνση που κυριαρχεί δεν είναι η χαλάρωση αλλά η «στοχευμένη ευελιξία». Όπως μεταφέρουν πηγές με γνώση των διαβουλεύσεων, η Επιτροπή ζητά από τα κράτη-μέλη να προετοιμαστούν για πιθανές παρεμβάσεις στην ενέργεια και την ακρίβεια, αλλά με σαφή προτεραιοποίηση και χωρίς επιστροφή στα οριζόντια πακέτα στήριξης της περιόδου 2020–2022.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική πλευρά επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης των νοικοκυριών και στην πίεση να διατηρήσει την εικόνα δημοσιονομικής αξιοπιστίας, σε μια συγκυρία όπου οι αγορές παρακολουθούν στενά κάθε κίνηση. Στον πυρήνα του σχεδίου βρίσκεται η μετατόπιση από την πολιτική των νέων πακέτων στήριξης σε μια πιο στοχευμένη διαχείριση των υφιστάμενων πόρων. Οι επισκοπήσεις δαπανών, ένα εργαλείο που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν καθαρά τεχνοκρατικό, αποκτούν πλέον πολιτικό βάρος.

Κορυφαία στελέχη του ΥΠΟΙΚ αναφέρουν ότι ήδη εξετάζονται δεκάδες κωδικοί δαπανών με στόχο να εντοπιστούν «αδρανή» κονδύλια ή προγράμματα χαμηλής αποτελεσματικότητας. Τα ποσά αυτά δεν περικόπτονται οριζόντια, αλλά επανακατευθύνονται προς τομείς όπου η πίεση αυξάνεται, όπως είναι η ενέργεια, οι μεταφορές, οι στοχευμένες ενισχύσεις για ευάλωτα νοικοκυριά και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις.

«Δεν υπάρχει περιθώριο για νέες γενικευμένες δαπάνες. Υπάρχει μόνο περιθώριο για καλύτερη χρήση των υπαρχόντων πόρων», σημειώνει ανώτερος παράγοντας του οικονομικού επιτελείου, περιγράφοντας τη λογική των επόμενων μηνών.

Το δίλημμα των μέτρων στήριξης

Παρά την προσπάθεια δημοσιονομικής πειθαρχίας, η πίεση για μέτρα στήριξης είναι ήδη ορατή. Οι αυξήσεις στις τιμές καυσίμων και μεταφορών αρχίζουν να περνούν στην καθημερινότητα, ενώ τα πρώτα στοιχεία δείχνουν αναθέρμανση των πληθωριστικών πιέσεων.

Στο τραπέζι βρίσκονται σενάρια επαναφοράς μέτρων και στοχευμένων επιδοτήσεων, όπως για παράδειγμα στους λογαριασμούς ενέργειας. Ωστόσο, σε αντίθεση με το 2022, η ενεργοποίησή τους δεν θεωρείται δεδομένη. Κυβερνητικές πηγές επιμένουν ότι κάθε παρέμβαση θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της κρίσης και τις αντοχές του προϋπολογισμού, προκειμένου να μη διαταραχθεί η πορεία προς τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο περιορίζει περαιτέρω τις επιλογές, καθώς με την επαναφορά των δημοσιονομικών κανόνων οι κυβερνήσεις καλούνται να διατηρήσουν ελλείμματα και χρέη υπό έλεγχο, ακόμη και σε περιόδους κρίσης.

Στις Βρυξέλλες υπάρχει έντονος προβληματισμός για το ενδεχόμενο επανάληψης των μαζικών επιδοτήσεων της προηγούμενης περιόδου. Αξιωματούχοι τονίζουν ότι τα πακέτα των 700 δισ. ευρώ που δόθηκαν την περίοδο για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας, δεν μπορούν να επαναληφθούν. Αντίθετα, η κατεύθυνση που προωθείται είναι πιο «χειρουργική» με στοχευμένες ενισχύσεις, προσωρινά μέτρα και αυστηρούς ελέγχους στο κόστος.

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που πιέζουν για μεγαλύτερη ευελιξία, ιδίως σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα στήριξης των νοικοκυριών χωρίς να επηρεάζεται το δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, η συζήτηση για γενικευμένες ρήτρες διαφυγής μοιάζει προς ώρας να μην έχει καμία τύχη στο εσωτερικό της Ε.Ε

Η κρισιμότητα της «ανθεκτικότητας»

Σε αυτό το έντονα μεταβαλλόμενο περιβάλλον η έννοια της δημοσιονομικής «ανθεκτικότητας» μετατρέπεται σε πρακτικό εργαλείο διαχείρισης κρίσεων με την εμπειρία των τελευταίων ετών από την πανδημία, την ενεργειακή κρίση και τη γεωπολιτική αστάθεια να έχει οδηγήσει σε μια νέα προσέγγιση με στόχο την απορρόφηση του σοκ.

Η πορεία του πολέμου, η εκτίναξη των τιμών στην ενέργεια, αλλά και η ανησυχία ότι μπορεί η υφιστάμενη κρίση να μετατραπεί σε κρίση προσφοράς, καθιστούν ως δεδομένο οτι το ζητούμενο είναι να μπορεί η οικονομία να αντέξει περισσότερα σοκ.

Πέρα από τις πολιτικές αποφάσεις για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης, ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι οι ίδιες οι αγορές. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων τις τελευταίες εβδομάδες λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι το περιβάλλον χρηματοδότησης παραμένει ευαίσθητο

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ