Η Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ θα είχε παίξει μουσικές καρέκλες στη Βουλή συνολικά εννέα φορές σε λιγότερο από τρία χρόνια εάν ίσχυε ήδη στο πολιτικό σύστημα το ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή, με τον τρόπο που το έβαλε στον δημόσιο διάλογο ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ακόμα και από έναν Πρωθυπουργό που δεν δηλώνει οπαδός των συχνών ανασχηματισμών, τόσες είναι μέχρι στιγμής στη δεύτερη τετραετία του (από τον Ιούλιο του 2023) οι κυβερνητικές αλλαγές, οι οποίες θα «ανασχημάτιζαν» τη γαλάζια ανθρωπογεωγραφία στα κοινοβουλευτικά έδρανα, εφόσον εφαρμοζόταν το μοντέλο του υπουργού – βουλευτή σε αναστολή. Δηλαδή, η πρόταση του Μητσοτάκη για «αντικατάσταση του υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα για όσο συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο, και με ταυτόχρονη αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή».
Το αν μπορεί κάθε αρχηγική επιλογή για στελέχωση της κυβερνητικής μηχανής να φέρνει ανασύνθεση της Βουλής είναι μόνο ένα από τα ερωτήματα που προκάλεσε το πρωθυπουργικό μήνυμα στη βαριά σκιά του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Υπάρχουν κι άλλα: πώς μπορεί να καταπολεμηθούν πελατειακές σχέσεις και ρουσφέτια από τη στιγμή που υπουργοί χωρίς βουλευτική ιδιότητα και βουλευτές αναπληρωτές τους δεν θα αποσυνδέονται στην πραγματικότητα ποτέ από την εκλογική βάση: οι πρώτοι θα ξαναπαίρνουν την έδρα με την έξοδο από το Υπουργικό, οι δεύτεροι θα τη χάνουν. Ακόμα και συνταγματολόγοι διακρίνουν απειλή έκρηξης του εσωτερικού ανταγωνισμού, αυτή τη φορά μεταξύ υπουργών και επιλαχόντων βουλευτών.
Αμηχανία
Οι σφοδρές επικρίσεις της αντιπολίτευσης και οι απορίες έως η σύγχυση στο νεοδημοκρατικό παρασκήνιο αναδεικνύουν μαύρες τρύπες στο διάγγελμα Μητσοτάκη. Η κυβερνητική αμηχανία προδόθηκε από δύο αποστροφές του εκπροσώπου. «Η συζήτηση αυτή έχει να κάνει με την ενίσχυση του ρόλου του βουλευτή, δεν είναι μία κίνηση για την αντιμετώπιση του πελατειακού κράτους» είπε ο Παύλος Μαρινάκης. Και χρειάστηκε να διευκρινίσει ότι ίσως πρέπει να ανοίξει κουβέντα για μείωση του αριθμού βουλευτών ώστε όντως «να μην έχουμε αντί για 300, συνολικά 350 πολιτικά γραφεία». Μια μείωση στον αριθμό βουλευτών (όχι κάτω από 200) δεν απαιτεί συνταγματική αναθεώρηση και για κάποιους είναι απάντηση στον περιορισμό του εσωκομματικού ανταγωνισμού. Ωστόσο στα παρασκήνια της γαλάζιας ΚΟ καταγράφονται αντιρρήσεις – «πάμε να πλήξουμε την εκπροσώπηση της περιφέρειας;» αναρωτιούνται.
Εκ μέρους του Μητσοτάκη ήταν εμφανής η στόχευση να στραφεί η δημόσια συζήτηση σε άλλο τερέν -εκείνο της συνταγματικής αναθεώρησης, π.χ., που απαιτείται για θεσμοθέτηση του ασυμβίβαστου – και να καλλιεργήσει εικόνα ότι διατηρεί την πρωτοβουλία κινήσεων με ρητορική μέλλοντος. Μιλώντας για «δέσμη θεσμικών τομών» παρέπεμψε σε προτάσεις που θα τεθούν «σε διαβούλευση με την κοινωνία, ώστε να υλοποιηθούν μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές» και θα αποτελέσουν «μέρος των δεσμεύσεών μας, εφόσον ο λαός μάς εμπιστευθεί ξανά». Εμφανής ήταν όμως και η προσπάθεια να κατευνάσει τα οξυμμένα πνεύματα στην ΚΟ, κάτι που μαρτυρά ότι είναι αισθητός ο αναβρασμός για κεντρικούς χειρισμούς στην υπόθεση: «Δεν έχουν όλες οι υποθέσεις την ίδια βαρύτητα (…) κανείς από τους βουλευτές μας δεν κατηγορείται ότι αποκόμισε οικονομικό όφελος (…) θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να υπερασπιστώ το τεκμήριο της αθωότητας». Επανέλαβε τα περί νέας αφετηρίας μάχης με το βαθύ κράτος «με πρώτη τη δική μου παράταξη να γίνεται δύναμη ρήξης» και επιχείρησε πάλι να κλείσει την εκλογολογία χαρακτηρίζοντας «καθοριστικό σταθμό τις εκλογές του 2027» στην πορεία προς το «ορόσημο του 2030».
Ταυτόχρονα καταγράφονται γαλάζιες αιχμές – «εύλογα ερωτήματα» κατά τον Παύλο Μαρινάκη – για ενέργειες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. «Να προχωρήσει ταχύτατα» στις ανακριτικές ενέργειες ανέφερε ο Μητσοτάκης και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αφενός σχολίασε ότι δεν είναι κανονικότητα «οι δικαστικές διαρροές», αφετέρου ζήτησε οι δικογραφίες «να έρθουν το ταχύτερο και όχι με κατάτμηση».
Πηγή: tanea.gr





