Αγώνα δρόμου δίνουν τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες σε όλο τον κόσμο για να φωτίσουν τα αίτια, να πετύχουν έγκαιρη διάγνωση και να αναπτύξουν αποτελεσματικές θεραπείες για τη νόσο Αλτσχάιμερ. Στο πλαίσιο αυτό, νέα δεδομένα έρχονται διαρκώς στο φως, με τις τελευταίες εξελίξεις να αναδεικνύουν τρεις άγνωστους, στους περισσότερους από εμάς, παράγοντες που ενδέχεται να συμβάλλουν ύπουλα στην πυροδότηση του μηχανισμού που «κλέβει» τη μνήμη.
Και όπως όλα δείχνουν η περιβαλλοντική ρύπανση είναι ένας εξ αυτών, με τους επιστήμονες να προειδοποιούν ότι βλάπτει σοβαρά και άμεσα την υγεία του εγκεφάλου. Μάλιστα, η δρ Παρασκευή Σακκά, νευρολόγος – ψυχίατρος και πρόεδρος της Εταιρείας Alzheimer Αθηνών, επικαλείται μιλώντας στα «ΝΕΑ» μελέτη σε 27,8 εκατομμύρια άτομα άνω των 65 ετών στις ΗΠΑ που εστίασε στο συγκεκριμένο κρίσιμο πεδίο. Οσο για τα συμπεράσματα που δημοσιεύτηκαν τον περασμένο Φεβρουάριο στην ιατρική επιθεώρηση «PLOS Medicine», αυτά επιβεβαιώνουν ότι η μόλυνση του αέρα αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα.
Και συνεχίζει: «Ειδικότερα η έκθεση στα αιωρούμενα σωματίδια 2,5 μm αυξάνει τον κίνδυνο άνοιας κυρίως πρωτοπαθώς και δευτερευόντως μέσω της συνύπαρξης συννοσηροτήτων, όπως είναι η υπέρταση, τα εγκεφαλικά επεισόδια και η κατάθλιψη. Προφανώς, η μόλυνση του αέρα ενισχύει μηχανισμούς όπως η νευροφλεγμονή, το οξειδωτικό στρες και οι αγγειακές βλάβες που σχετίζονται άμεσα με την παθογένεια της άνοιας».
Πάντως, και όπως η ειδικός εξηγεί, οι καταστάσεις αυτές αποτελούν από ετών τεκμηριωμένους παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση άνοιας. Δεν είναι τυχαίο ότι στην τελευταία έκθεση της Επιτροπής του «Lancet» (παγκοσμίου κύρους επιστημονικό περιοδικό) για την Ανοια προστέθηκε επίσημα και η μόλυνση του περιβάλλοντος. Εντούτοις, για τους περισσότερους παραμένει ένας άγνωστος ή υποτιμημένος παράγοντας κινδύνου.
Περίπου έναν μήνα αργότερα, μία ακόμη έρευνα, που αυτή τη φορά δημοσιεύτηκε στην ιατρική επιθεώρηση «Neurology», έριξε επιπλέον φως στη σύνδεση μεταξύ διαβήτη και άνοιας. Πιο συγκεκριμένα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας ανεξαρτήτως του τύπου διαβήτη (δηλαδή, 1 ή 2). Τα άτομα που έχουν διαγνωστεί με τύπου 1 φαίνεται να έχουν σχεδόν τριπλάσιο κίνδυνο, ενώ εκείνα με τύπου 2 περίπου διπλάσιο, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογικό σάκχαρο.
Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι οι περισσότερες έως τώρα μελέτες επικεντρώνονταν στον διαβήτη τύπου 2 ή συνολικά στον σακχαρώδη διαβήτη, με τα δεδομένα για τον τύπου 1 να παραμένουν περιορισμένα και να προέρχονται κυρίως από μικρές μελέτες. Το γεγονός αυτό καθιστά τα νεότερα αυτά ευρήματα ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς έρχονται να καλύψουν ένα διαχρονικό ερευνητικό κενό.
Σε κάθε περίπτωση, και όπως σημειώνει η δρ Σακκά, απαιτείται περισσότερη έρευνα για τη μελέτη της σχέσης μεταξύ όλων των τύπων σακχαρώδους διαβήτη και άνοιας, ιδίως εάν λάβει κανείς υπόψη ότι πρόκειται για μια πάθηση που καταγράφει σταθερή και διαρκώς αυξανόμενη πορεία παγκοσμίως. Εξού και η ίδια επιμένει στην «ανάγκη σχεδιασμού και εφαρμογής στοχευμένων προληπτικών προγραμμάτων».
Η οικονομική ένδεια μας γερνάει γρηγορότερα!
Ακόμη όμως και η οικονομική κατάσταση στη μέση και τρίτη ηλικία μπορεί να λειτουργήσει ως δείκτης για την υγεία του εγκεφάλου και τον κίνδυνο άνοιας. Ειδικότερα, οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Κολούμπια των ΗΠΑ διαπίστωσαν ότι τα οικονομικά προβλήματα μετά τα 50 έτη σχετίζονται με χαμηλότερες επιδόσεις στα τεστ μνήμης και ταχύτερη γνωστική έκπτωση. Η συσχέτιση αυτή γίνεται ακόμη ισχυρότερη μετά τα 65, ενώ η επιδείνωση των οικονομικών με την πάροδο του χρόνου φαίνεται να αυξάνει περαιτέρω τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας.
Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε τον περασμένο μήνα στο «American Journal of Epidimiology», βασίστηκε σε 7.676 άτομα και εξέτασε τόσο αντικειμενικούς οικονομικούς δείκτες (εισόδημα, δυσκολία πληρωμών, κάλυψη βασικών αναγκών) όσο και τον ψυχολογικό αντίκτυπο, όπως το στρες.
Υπό τις εξελίξεις αυτές, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η σύνδεση των οικονομικών δυσκολιών με την άνοια πιθανώς εξηγείται από παράγοντες όπως το χρόνιο στρες, η περιορισμένη πρόσβαση σε υγιεινή διατροφή και υπηρεσίες υγείας, αλλά και η κοινωνική απομόνωση, που συνολικά επιταχύνουν τη γήρανση του εγκεφάλου.
Το θετικό, όπως υπογραμμίζει η δρ Σακκά στην ίδια έκθεση της Επιτροπής του «Lancet», είναι ότι οι περισσότεροι παράγοντες κινδύνου που αναφέρονται – όπως υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης, παχυσαρκία, υπερλιπιδαιμία, κάπνισμα, έλλειψη φυσικής άσκησης, σωματική αδράνεια, κατάθλιψη, έλλειψη κοινωνικών επαφών, υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ – είναι τροποποιήσιμοι και συνακόλουθα εναπόκεινται στην προσωπική ευθύνη κάθε ατόμου.
Το γεγονός αυτό είναι η αιτία που οι ειδικοί ανά τον κόσμο εκτιμούν ότι το 45% των περιπτώσεων άνοιας μπορεί να προληφθεί με την υιοθέτηση υγιεινών επιλογών. Ομως «δύο εξ αυτών, το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης και η ατμοσφαιρική ρύπανση, είναι ευθύνη της πολιτείας», υπογραμμίζει η ειδικός με νόημα.
Πηγή: tanea.gr





