Η ελληνική οικονομία παραμένει ανθεκτική αλλά το ισοζύγιο κινδύνων είναι σαφώς καθοδικό, αντικατοπτρίζοντας κυρίως τις δυσμενείς εξελίξεις στο εξωτερικό περιβάλλον με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, τονίζει ο Γιάννης Στουρνάρας στην έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 2025.
Ειδικότερα, όπως αναφέρει για τους κινδύνους ο επιφαλής της ΤτΕ:
– Οι πληθωριστικές πιέσεις είναι πιθανόν να αποδειχθούν πιο επίμονες, λόγω της ανόδου των τιμών της ενέργειας, των πρώτων υλών και των μεταφορών, αλλά και μέσω δευτερογενών επιδράσεων στο κόστος εργασίας.
– Η εξέλιξη αυτή θα περιορίσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, θα επιβαρύνει την κατανάλωση και θα επηρεάσει αρνητικά το οικονομικό κλίμα.
-Ταυτόχρονα, η αβεβαιότητα και τυχόν επιδείνωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών μπορεί να περιορίσουν την επενδυτική δραστηριότητα.
– Στον εξωτερικό τομέα, η ελληνική οικονομία παραμένει πιο ευάλωτη, καθώς ο τουρισμός, οι μεταφορές και γενικότερα οι εξαγωγές υπηρεσιών επηρεάζονται άμεσα από γεωπολιτικούς και εξωγενείς κλυδωνισμούς.
– Η υψηλή συγκέντρωση των εξαγωγών σε περιορισμένο αριθμό τομέων σημαίνει ότι τυχόν δυσμενείς εξελίξεις σε αυτούς μπορούν να έχουν δυσανάλογα μεγάλη επίδραση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
– Παράλληλα, εγχώριες προκλήσεις – όπως η στενότητα στην αγορά εργασίας, οι φυσικές καταστροφές και ενδεχόμενες καθυστερήσεις στην απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων – ενδέχεται να εξασθενίσουν τη δυναμική της οικονομίας.
Ανθεκτική η ελληνική οικονομία
Όπως αναφέρει ο Γ. Στουρνάρας, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1,9% το 2026, κυρίως λόγω της ηπιότερης αύξησης της κατανάλωσης και της αρνητικής συμβολής του εξωτερικού τομέα, ενώ θα ανακοπεί η πορεία αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού.
Σημαντική επιβράδυνση προβλέπεται και για την οικονομία της ευρωζώνης, με τον ρυθμό ανάπτυξης να υποχωρεί στο 0,9% (από 1,4% το 2025) λόγω της επίδρασης του πολέμου στη Μέση Ανατολή, της αυξημένης αβεβαιότητας και των διαταραχών στην αγορά ενέργειας, οι οποίες ενισχύουν τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού.
Παρά τον μετριασμό του ρυθμού μεγέθυνσης πάντως, η ελληνική οικονομία αναμένεται να εξακολουθήσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από ό,τι η ευρωζώνη , επιβεβαιώνοντας την ενισχυμένη ανθεκτικότητά της και συνεχίζοντας τη διαδικασία πραγματικής σύγκλισης.
Οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα παραμείνουν ο βασικός μοχλός της ανάπτυξης, με στήριξη από τους πόρους του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, την πιστωτική επέκταση και τις ξένες άμεσες επενδύσεις.
Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται, υποστηριζόμενη από την άνοδο της απασχόλησης, των μισθών και του διαθέσιμου εισοδήματος, αν και με κάπως ηπιότερο ρυθμό σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Όσον αφορά την αγορά εργασίας, οι προοπτικές παραμένουν ευνοϊκές, με περαιτέρω ενίσχυση της απασχόλησης και υποχώρηση του ποσοστού ανεργίας στο 8,2%.
Πληθωρισμός
Σύμφωνα με την ΤτΕ, η πορεία αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού εκτιμάται ότι θα ανακοπεί το 2026, εξαιτίας της αναζωπύρωσης των εξωγενών πιέσεων στο κόστος από τις διεθνείς αγορές ενέργειας.
– Ο γενικός πληθωρισμός προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,1% και να παραμείνει υψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
– Αντίθετα, ο πυρήνας του πληθωρισμού (σ.σ. δομικός πληθωρισμός) αναμένεται να συνεχίσει να αποκλιμακώνεται, υποχωρώντας στο 3%, ως αποτέλεσμα της σταδιακής επιβράδυνσης του πληθωρισμού των υπηρεσιών.
Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν αναμένεται να βελτιωθεί περαιτέρω το 2026, καθώς θα επηρεαστεί από αντίρροπες δυνάμεις στο εξωτερικό περιβάλλον:
– Από τη μια πλευρά, οι εξαγωγές αγαθών, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, οι εισροές ευρωπαϊκών πόρων και οι ξένες άμεσες επενδύσεις αναμένεται να στηρίξουν τη συνολική εξωτερική θέση της οικονομίας.
– Από την άλλη πλευρά, η άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας, η αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών και η επανεμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων αναμένεται να επιβαρύνουν το εμπορικό ισοζύγιο.
– Οι προοπτικές του εξωτερικού ισοζυγίου εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, καθώς και από την επίδρασή τους στην παγκόσμια ζήτηση, στον τουρισμό και στις διεθνείς τιμές της ενέργειας.
– Σε κάθε περίπτωση, το επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να παραμείνει η βασική πηγή ευπάθειας για την ελληνική οικονομία και το 2026.
Στον δημοσιονομικό τομέα, η ισχυρή διαρθρωτική θέση της χώρας παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της νέας κρίσης, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα.
– Η σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή των προηγούμενων ετών, σε συνδυασμό με τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και την ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους, έχει ενισχύσει την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής.
– Τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά του δημόσιου χρέους και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα λειτουργούν ως πρόσθετη ασπίδα απέναντι σε ενδεχόμενες αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές συνθήκες.
Πρωτογενές πλεόνασμα
Τα δημοσιονομικά μεγέθη προβλέπεται να παραμείνουν σε υγιή επίπεδα και το 2026, με διατήρηση υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος, περίπου 3,2% του ΑΕΠ, και οριακά πλεονασματικό συνολικό αποτέλεσμα, ενώ η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους αναμένεται να συνεχιστεί.
ΕΚΤ
Οι προοπτικές για τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ το 2026 χαρακτηρίζονται από αυξημένη αβεβαιότητα, αλλά και ανάγκη διατήρησης υψηλού βαθμού ευελιξίας.
Οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις και οι διακυμάνσεις στις τιμές της ενέργειας καθιστούν πλέον λιγότερο προβλέψιμη την πορεία του πληθωρισμού και της οικονομικής δραστηριότητας.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα αξιολογήσει κατά πόσον οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας κινδυνεύουν να μετατραπούν σε πιο γενικευμένες και επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, μέσω των προσδοκιών, των μισθολογικών εξελίξεων και του ευρύτερου μηχανισμού διαμόρφωσης των τιμών.
Η κατάλληλη αντίδραση της νομισματικής πολιτικής θα εξαρτηθεί από τη φύση, το μέγεθος και την επιμονή της διαταραχής.
Αν οι πιέσεις από το ενεργειακό κόστος αποδειχθούν πρόσκαιρες, η ανάγκη προσαρμογής της νομισματικής πολιτικής θα είναι περιορισμένη.
Αν όμως αποδειχθούν εντονότερες και πιο επίμονες, επηρεάζοντας τις μεσοπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες και τις μισθολογικές εξελίξεις, τότε αναμένεται αυστηρότερη κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής.
Ιδιαίτερη σημασία θα έχει και η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής: στοχευμένα και προσωρινά μέτρα μπορούν να αμβλύνουν τις επιπτώσεις της διαταραχής, ενώ γενικευμένες και μόνιμες παρεμβάσεις ενδέχεται να ενισχύσουν τη ζήτηση και να δυσχεράνουν το έργο της νομισματικής πολιτικής.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ΕΚΤ αναμένεται να συνεχίσει να ασκεί τη νομισματική πολιτική της με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και την αξιολόγηση των εξελίξεων σε κάθε συνεδρίαση, παραμένοντας έτοιμη, εφόσον κριθεί σκόπιμο, να προσαρμόσει τη στάση της ανά πάσα στιγμή.
Προοπτικές χρηματοπιστωτικού τομέα
Η τραπεζική χρηματοδότηση της οικονομίας αναμένεται να διατηρήσει την ανοδική της πορεία, με στήριξη από την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, το σχετικά ευνοϊκότερο περιβάλλον επιτοκίων και τη συνεχιζόμενη αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών πόρων, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη στεγαστική πίστη. Ωστόσο, η αυξημένη αβεβαιότητα και τυχόν αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών ενδέχεται να μετριάσουν τη δυναμική αυτή.
Οι καταθέσεις αναμένεται επίσης να συνεχίσουν να αυξάνονται, ακολουθώντας την πορεία της οικονομίας, της αγοράς εργασίας και του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Παρ’ όλα αυτά, τα πολύ χαμηλά επιτόκια καταθέσεων περιορίζουν την ελκυστικότητά τους και ενισχύουν τη μετατόπιση αποταμιευτικών πόρων προς εναλλακτικές τοποθετήσεις.
Όσον αφορά τις τράπεζες, οι προοπτικές παραμένουν θετικές, καθώς οι ισχυρές επιδόσεις του 2025 δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας, της κερδοφορίας και της κεφαλαιακής τους βάσης. Ωστόσο, η τρέχουσα γεωπολιτική αβεβαιότητα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για το κόστος χρηματοδότησης, την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου και τη δυναμική της πιστωτικής επέκτασης.
Οι μακροοικονομικές προοπτικές που παρουσιάστηκαν παραπάνω υπόκεινται σε αβεβαιότητες και παράγοντες κινδύνου, που αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα στην τρέχουσα συγκυρία.
Ευρωζώνη
Στην οικονομία της ευρωζώνης, οι προβλέψεις για την ανάπτυξη περιβάλλονται από ενισχυμένους καθοδικούς κινδύνους, αντανακλώντας τη μεγάλη διαρθρωτική ευπάθειά της σε διαταραχές στον τομέα της ενέργειας.
Η ευρωζώνη, ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, επηρεάζεται δυσανάλογα από αυξήσεις στις διεθνείς τιμές της ενέργειας, οι οποίες συμπιέζουν το πραγματικό εισόδημα, αυξάνουν το κόστος παραγωγής και περιορίζουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις.
Παράλληλα, η ενίσχυση του προστατευτισμού και των εμπορικών εντάσεων επιβαρύνει τις εξαγωγές και επιδεινώνει τις επιχειρηματικές προσδοκίες, ιδίως σε ένα περιβάλλον ήδη ασθενούς εξωτερικής ζήτησης.
Τυχόν αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών ή απότομη ανατιμολόγηση του κινδύνου στις αγορές θα μπορούσε να κάμψει περαιτέρω την εσωτερική ζήτηση.
Όσον αφορά τον πληθωρισμό, οι κίνδυνοι είναι κυρίως ανοδικοί, καθώς η άνοδος των τιμών της ενέργειας, η ενίσχυση του προστατευτισμού και οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες ενδέχεται να διατηρήσουν τις πιέσεις στις τιμές για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Συνολικά, η αυξημένη αυτή αβεβαιότητα ενισχύει τις στασιμοπληθωριστικές πιέσεις και παραπέμπει σε ένα περιβάλλον παρατεταμένης χαμηλής ανάπτυξης και επίμονου πληθωρισμού, ιδίως αν οι διαταραχές στην πλευρά της προσφοράς αποδειχθούν πιο έντονες και μεγαλύτερης διάρκειας.
Παράγοντες ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας
Σύμφωνα με την ΤτΕ πάντως, παρά τους κινδύνους αυτούς, η ελληνική οικονομία διαθέτει σημαντικούς παράγοντες ανθεκτικότητας, όπως η ισχυρή δημοσιονομική θέση, τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα, η ενισχυμένη κεφαλαιακή επάρκεια και η υψηλή ρευστότητα των τραπεζών, καθώς και η στήριξη από τους πόρους του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Η επιτάχυνση των επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω την ανθεκτικότητα της οικονομίας και να αμβλύνει τις βραχυπρόθεσμες αρνητικές επιδράσεις.
Στόχοι οικονομικής πολιτικής
Η αύξηση των κινδύνων και της διεθνούς αβεβαιότητας καθιστά επιτακτικά αναγκαία τη συνέχιση της εφαρμογής μιας συνεκτικής οικονομικής πολιτικής, με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας.
– Απαιτείται ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στις επενδύσεις, στην αξιοποίηση των πόρων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στην πράσινη μετάβαση και στην ενίσχυση της καινοτομίας και του ανθρώπινου κεφαλαίου.
– Παραμένει κρίσιμη η βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, μέσω της συνέχισης μεταρρυθμίσεων που περιορίζουν τη γραφειοκρατία, βελτιώνουν τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, επιταχύνουν την απονομή της δικαιοσύνης και ενισχύουν τον ανταγωνισμό στις αγορές.
– Η μείωση του ελλείμματος του εξωτερικού ισοζυγίου απαιτεί περαιτέρω διεύρυνση της εξαγωγικής βάσης, ανάπτυξη κλάδων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, ενίσχυση της παραγωγής αγαθών υψηλής τεχνολογίας και σταδιακή υποκατάσταση εισαγωγών, όπου αυτό είναι εφικτό.
– Η διατήρηση της ισχυρής δυναμικής του τουρισμού προϋποθέτει ποιοτική αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος, βελτίωση των υποδομών, ανάδειξη νέων προορισμών και αντιμετώπιση των ελλείψεων εργατικού δυναμικού στον κλάδο.
– Η χρηματοδότηση της ανάπτυξης απαιτεί περαιτέρω ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης, τόσο μέσω της ενίσχυσης του τραπεζικού δανεισμού όσο και μέσω εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης από τις κεφαλαιαγορές, με στόχο την καλύτερη πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση και την αποτελεσματικότερη διοχέτευση πόρων σε επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας.
– Η επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης αποτελεί κρίσιμη μεταρρύθμιση για την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Η ταχύτερη και πιο προβλέψιμη επίλυση διαφορών μπορεί να ενισχύσει την εμπιστοσύνη, να διευκολύνει την κατανομή των πόρων και να βελτιώσει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
– Η προώθηση της ενεργειακής μετάβασης είναι αναγκαία τόσο για λόγους ανταγωνιστικότητας όσο και για λόγους ανθεκτικότητας, με έμφαση στις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στα δίκτυα και στις διασυνδέσεις, στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας και στη διασφάλιση πιο προσιτού ενεργειακού κόστους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
– Η κοινωνική πολιτική χρειάζεται καλύτερη στόχευση και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, ώστε να στηρίζει ουσιαστικά τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά και ταυτόχρονα να επενδύει περισσότερο στην παιδεία, στην υγεία και στις δεξιότητες.
– Η αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος απαιτεί πολιτικές που αυξάνουν την προσφορά κατοικιών, μέσω καλύτερης αξιοποίησης του υφιστάμενου αποθέματος, άρσης διοικητικών εμποδίων και ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδιασμού για τη στέγαση.
– Στην αγορά εργασίας, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό και στην αντιμετώπιση των ελλείψεων δεξιοτήτων, ιδίως μέσω δομών φροντίδας, κινήτρων για εργασία, τεχνικής εκπαίδευσης, διά βίου μάθησης και καλύτερης σύζευξης προσφοράς και ζήτησης εργασίας
– Στη δημοσιονομική πολιτική, τυχόν πρόσθετα μέτρα στήριξης θα πρέπει να είναι στοχευμένα, προσωρινά και πλήρως συμβατά με τη δημοσιονομική βιωσιμότητα, ενώ κρίσιμες παραμένουν η συνέχιση της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης και o εξορθολογισμός των φορολογικών δαπανών.
– Τέλος, η αντιμετώπιση του δημογραφικού ζητήματος αποτελεί εθνική προτεραιότητα, καθώς επηρεάζει άμεσα τόσο τη μακροχρόνια αναπτυξιακή δυναμική όσο και την προσφορά εργασίας. Για τον λόγο αυτό, απαιτεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο στήριξης της οικογένειας, επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, βελτίωση της προσιτότητας της κατοικίας και πολιτικές που διευκολύνουν την επιστροφή ανθρώπινου δυναμικού στη χώρα.
Ανάγκη επιτάχυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης
Εν κατακλείδι, οι τρέχουσες διεθνείς ανατροπές αποτελούν για την Ευρώπη όχι μόνο απειλή, αλλά και μια σαφή κλήση αφύπνισης. Υπό το πρίσμα αυτό, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ευρωζώνης προϋποθέτει επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και αποτελεσματικότερο συντονισμό των κοινών πολιτικών.
– Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ αποτελεί πλέον αναγκαία προϋπόθεση για την αντιμετώπιση των εντεινόμενων προκλήσεων.
– Η ΕΕ οφείλει να προχωρήσει σε μια συνεκτική στρατηγική που θα γεφυρώνει το χάσμα καινοτομίας έναντι των ανταγωνιστών της, θα επιταχύνει την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και θα ενισχύει τη βιομηχανική της βάση.
– Η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και η πρόοδος προς μια πραγματική Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων μπορούν να διευκολύνουν τη διασυνοριακή κατανομή κεφαλαίων και να ενισχύσουν τη χρηματοδότηση μεγάλων επενδύσεων.
– Παράλληλα, η διαμόρφωση μιας συνεκτικής στρατηγικής για τη Δημοσιονομική Ένωση και η ανάπτυξη κοινών ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως η έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους για τη χρηματοδότηση κοινών αναγκών στην άμυνα, στην πράσινη ενέργεια και στις νέες τεχνολογίες, θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον διεθνή ρόλο του ευρώ, να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής πολιτικής και να περιορίσουν τον κατακερματισμό των αγορών.
– Συνολικά, η επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι κρίσιμη όχι μόνο για τη στήριξη των επενδύσεων και την ενίσχυση της μακροοικονομικής σταθερότητας της ευρωζώνης, αλλά και για την ανθεκτικότητα, την ανταγωνιστικότητα, τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα της ενιαίας νομισματικής πολιτικής.
Κλείνοντας, ο διοικητής της ΤτΕ, επισήμανε ότι σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας η πολιτική σταθερότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα οικονομικής ανθεκτικότητας.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών καταδεικνύει ότι η πολιτική σταθερότητα και ένα προβλέψιμο θεσμικό περιβάλλον είναι καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση της μακροοικονομικής ισορροπίας και για την αποτελεσματική διαχείριση εξωγενών κρίσεων.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου σωρεύονται νέες αβεβαιότητες, η υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων αποτελεί προϋπόθεση για την ενίσχυση της ευημερίας.
Τα οφέλη των μεταρρυθμίσεων είναι πλέον ορατά και μετρήσιμα, τόσο στις επιδόσεις της οικονομίας όσο και στη βελτίωση της αξιοπιστίας της χώρας.
Η διατήρηση της πολιτικής βούλησης για την εφαρμογή αξιόπιστων μεταρρυθμιστικών πολιτικών είναι το κλειδί για να μετατρέψουμε τις κρίσεις σε ευκαιρίες και να διαμορφώσουμε μια σύγχρονη, βιώσιμη, εξωστρεφή και ανταγωνιστική οικονομία.
* Δείτε αναλυτικά την έκθεση του διοικητή της ΤτΕ δεξιά στη στήλη Σχετικά Αρχεία
Πηγή: capital.gr




