Στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης βρίσκεται η πρόταση του πρωθυπουργού να θεσπιστεί ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή, με στόχο τον ξεκάθαρο διαχωρισμό της εκτελεστικής από τη νομοθετική εξουσία.
Σύμφωνα με το προτεινόμενο πλαίσιο, κάθε εκλεγμένος βουλευτής που θα αναλαμβάνει θέση σε υπουργικό θώκο θα παραιτείται από τη βουλευτική του έδρα. Τη θέση του στη Βουλή θα καταλαμβάνει ο πρώτος επιλαχών της εκλογικής περιφέρειάς του.
Όταν ο υπουργός παύει να μετέχει στην κυβέρνηση, θα επιστρέφει αυτοδικαίως στη Βουλή, ανακτώντας την έδρα του. Όπως επισημαίνεται, το συγκεκριμένο μοντέλο εφαρμόζεται ήδη σε χώρες όπως η Κύπρος και η Γαλλία.
Διευκρινίσεις από τον Παύλο Μαρινάκη
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης παρείχε διευκρινίσεις σχετικά με την πρόταση του πρωθυπουργού για το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργών και βουλευτών.
Όπως διευκρίνισε, για όσo διάστημα ο βουλευτής θα είναι υπουργός, δεν θα είναι βουλευτής και θα αντικαθίσταται από τον αντίστοιχο επιλαχόντα στην ίδια εκλογική περιφέρεια.
Εάν φύγει από τη θέση του υπουργού μετά από ανασχηματισμό, θα επανέρχεται στη θέση του βουλευτή και αντίστοιχα θα μπορεί να είναι εκ νέου υποψήφιος.
Την ίδια ώρα ίδιος τόνισε πως για να εφαρμοστεί το ασυμβίβαστο, θα πρέπει να μειωθεί και ο συνολικός αριθμός των βουλευτών του κοινοβουλίου.
Σε κάθε περίπτωση, οι όποιες αποφάσεις θα ληφθούν μετά τις εκλογές.
Όπως ανέφερε, η πρόταση αφορά την «αναστολή της βουλευτικής ιδιότητας» για όποιον βουλευτή επιλέγεται ως υπουργός, με αντικατάστασή του από επιλαχόντα και επιστροφή του στη Βουλή σε περίπτωση αποχώρησης από την κυβέρνηση.
Παράλληλα, έθεσε στο τραπέζι και το ενδεχόμενο μείωσης του αριθμού των βουλευτών, επισημαίνοντας ότι «ίσως θα πρέπει να συζητήσουμε και μείωση του αριθμού βουλευτών», ώστε να μην προκύψει αύξηση των βουλευτικών γραφείων πέραν των 300.
Δήλωσε, ειδικότερα, ο κ.Μαρινάκης, για την πρόταση του Πρωθυπουργού για «ασυμβίβαστο» ιδιότητας υπουργού- βουλευτή:
Αναλυτικά η διευκρίνιση του κυβερνητικού εκπροσώπου
«Να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα για να μην δημιουργούνται παρανοήσεις ή παρεξηγήσεις ή παρερμηνείες. Μιλάμε για μία πρόταση, η οποία θα ξεκινήσει να συζητείται προεκλογικά, αλλά η όποια αλλαγή θα είναι μετά τις εκλογές. Άρα, μιλάμε για κάτι το οποίο αν ισχύσει, θα ισχύσει για μετά τις εκλογές. Το δεύτερο που θέλω να πω είναι, ότι αν και προβλέπει το Σύνταγμα την ψήφιση ενός νόμου, μίας κείμενης νομοθεσίας, η πρόταση αυτή για εμάς θα πρέπει να μπει στην ευρύτερη συζήτηση για συνταγματική αναθεώρηση, άρα όπως καταλαβαίνετε απαιτούνται και οι προβλεπόμενες αυξημένες πλειοψηφίες σε μία εκ των δύο κοινοβουλευτικών περιόδων, αυτής ή της επόμενης. Τώρα να πούμε λίγο κάποια πράγματα για τη βάση, τη λογική αυτής της πρότασης.
Διαβάζω κάπου- σωστά- μιλάμε για το γαλλικό μοντέλο. Εδώ μιλάμε για αναστολή της βουλευτικής ιδιότητας για έναν βουλευτή, ο οποίος θα επιλέγεται από τον εκάστοτε πρωθυπουργό ως υπουργός. Για όσο διάστημα, λοιπόν, ο βουλευτής είναι υπουργός, δεν θα είναι βουλευτής και θα αντικαθίσταται από τον αντίστοιχο επιλαχόντα στην ίδια εκλογική περιφέρεια. Όπως αντιλαμβάνεστε, αν γίνει ένας ανασχηματισμός και φύγει από τη θέση του υπουργού ή του υφυπουργού, θα επανέρχεται στη θέση του βουλευτή. Αντίστοιχα θα μπορεί να είναι ούτως ή άλλως εκ νέου υποψήφιος. Εδώ ακούγεται μία κριτική, ότι «μήπως με αυτόν τον τρόπο θα έχουμε στην πραγματικότητα παραπάνω βουλευτικά γραφεία;». Γιατί θα είναι οι 300 βουλευτές, οι οποίοι δεν θα είναι υπουργοί ή υφυπουργοί, συν κάποιους υπουργούς και υφυπουργούς, υπό αναστολή βουλευτές, που θα έχουν τη δυνατότητα και θα θέλουν να επανεκλεγούν. Γι’ αυτό και θεωρώ, ότι πρέπει να δούμε τη συνολική πρόταση, όπως θα διατυπωθεί από τον Πρωθυπουργό προς την κοινωνία, προς το κόμμα, τη Νέα Δημοκρατία, ενόψει του Συνεδρίου. Γιατί, για παράδειγμα, για να προχωρήσει αυτή η πρόταση ίσως θα πρέπει να συζητήσουμε και μείωση του αριθμού των βουλευτών για να μην έχουμε στην πραγματικότητα αντί για 300, 350 συνολικά γραφεία. Το ξαναλέω, όλα αυτά είναι υπό συζήτηση. Δεν είναι αποφάσεις.
Είναι σκέψεις, οι οποίες θα τεθούν στον δημόσιο διάλογο, όπως και πολλές άλλες πολύ σημαντικές, θεσμικές παρεμβάσεις, σε συνέχεια πολιτικών που εφαρμόζονται για την αντιμετώπιση του πελατειακού κράτους. Γιατί η συζήτηση αυτή έχει να κάνει με το ρόλο του βουλευτή, την ενίσχυση του ρόλου του βουλευτή. Δεν είναι μία κίνηση για την αντιμετώπιση του πελατειακού κράτους. Η αντιμετώπιση του πελατειακού κράτους γίνεται με πολιτικές, όπως η ταχύτερη απονομή συντάξεων, συνολικά το ψηφιακό κράτος, η ηλεκτρονική επίδοση κλήσεων, η μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ. Δεν μπορεί να πάρει -και να θέλει- από εδώ και στο εξής κάποιος να ζητήσει κάτι να αλλάξει στην ΑΑΔΕ, όπως γινόταν στο παρελθόν. Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που να πιστεύει ότι μπορεί για παράδειγμα να παρέμβει για να μειωθεί ο ΕΝΦΙΑ κάποιου ή να πληρώσει αργότερα τον φόρο εισοδήματος.
Έτσι αντίστοιχα τώρα και να θέλει κάποιος να κάνει κάτι, που μπορεί να γινόταν όλα τα προηγούμενα χρόνια στον ΟΠΕΚΕΠΕ, με την μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, δεν θα μπορεί να γίνει. Είτε το κάνει το τηλέφωνο, είτε δεν το κάνει το τηλέφωνο, η ΑΑΔΕ θα κάνει τη δουλειά της, όπως την κάνει σε όλες τις υπόλοιπες υποχρεώσεις που έχει. Αυτή για παράδειγμα είναι αντιμετώπιση του πελατειακού κράτους, όπως και όλα τα υπόλοιπα και πολλά άλλα που είπε ο Πρωθυπουργός, αλλά αυτή τη μεταρρύθμιση η αντιπολίτευση δεν την ψήφισε. Το ξαναλέω λοιπόν, δεν μιλάμε για κάτι το οποίο μπορεί να γίνει αύριο το πρωί. Δεν μιλάμε για έναν εκτελεστικό νόμο. Μιλάμε για κάτι το οποίο θα ενταχθεί στην ευρύτερη συζήτηση, μαζί με όλα όσα έχουμε ήδη πει για τη συνταγματική αναθεώρηση. Είναι υπό διαβούλευση, υπό διαμόρφωση, έχει μια σειρά από παρεπόμενες συζητήσεις που πρέπει να γίνουν. Άρα συνιστώ, σε όποιον έχει θέσεις, προτάσεις, ούτως ή άλλως η Κοινοβουλευτική ομάδα στέλνει προτάσεις, όλα αυτά να τα δούμε στη σωστή ώρα, δηλαδή και προεκλογικά, όπου ανοίγουμε τη συζήτηση, αλλά κυρίως μετεκλογικά».
Πηγή: tanea.gr




