Την αύξηση των επιτοκίων του ευρώ ακόμα και παραπάνω από μία φορά άφησε ανοιχτή η πρόεδρος της ΕΚΤ, κυρία Κριστίν Λαγκάρντ, με τη δήλωσή της περί “φάσματος επιλογών” που έχει στη διάθεσή της για να αντιμετωπίσει την αύξηση του πληθωρισμού, την οποία θα φέρει σύντομα η αύξηση των τιμών της ενέργειας.
Όπως σε κάθε ανάλογη περίπτωση, η κυρία Λαγκάρντ τόνισε ότι EKT θα είναι έτοιμη να αντιδράσει σε κάθε συνεδρίασή της (δηλαδή ακόμα και σε αυτή στο τέλος Απριλίου), ανάλογα με τα εισερχόμενα στοιχεία και την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου. Τούτο, με δεδομένο ότι στόχος της Κεντρικής Τράπεζας του Ευρώ είναι να διατηρήσει ή να επαναφέρει τον πληθωρισμό στον στόχο του 2%.
Η αύξηση των επιτοκίων σε περιόδους κρίσης σίγουρα δεν είναι ευνοϊκή εξέλιξη. Ειδικά τη στιγμή κατά την οποία όλες οι οικονομίες της Ευρωζώνης, άρα και η ελληνική, αντιμετωπίζουν ήδη ένα φάσμα συνεπειών από τις αυξημένες τιμές ενέργειας.
Η πρώτη επίδραση της επιστροφής στην περιοριστική νομισματική πολιτική θα πρέπει να αναμένεται στα επιτόκια των τραπεζικών χορηγήσεων. Τούτο, ενώ η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα έχει αποκτήσει έναν ρυθμό έπειτα από πολλά χρόνια, φτάνοντας το 2025 το 5,2%.
Οι τράπεζες, έχοντας προσαρμοστεί από την προηγούμενη αύξηση των επιτοκίων του ευρώ, έχουν γυρίσει τα δάνεια, ειδικά τα ενυπόθηκα, σε κυμαινόμενο επιτόκιο. Συνεπώς, πρώτοι θα δουν τις συνέπειες οι δανειολήπτες που έχουν παλιά ή καινούργια δάνεια σε κυμαινόμενο επιτόκιο. Αν η φημολογία που θέλει την ΕΚΤ να κάνει δύο αυξήσεις της τάξης του 0,25% επιβεβαιωθεί, η επιβάρυνση δεν θα είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι οι εμπορικές τράπεζες έχουν υψηλή ρευστότητα και μπορεί, για λόγους ανταγωνισμού, να θελήσουν να απορροφήσουν ένα μέρος της αύξησης. Το ίδιο θα συμβεί και στα δάνεια προς τις επιχειρήσεις, αν φυσικά και αυτά είναι σε κυμαινόμενο επιτόκιο.
Δημόσιος δανεισμός
Ο δημόσιος δανεισμός θα δεχτεί μικρή έως μηδενική επίδραση από την αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ. Ανεξάρτητα από το ποσοστό της αύξησης που θα ενσωματώσουν οι αγορές στις αποδόσεις των ομολόγων, τα ελληνικά ομόλογα είναι διπλά προστατευμένα. Η πρώτη προστασία υπάρχει λόγω της ύπαρξης υψηλών ταμειακών διαθεσίμων, που ξεπερνούν τα 40 δισ. ευρώ, τα οποία δίνουν το σήμα στις αγορές ότι η Ελλάδα μπορεί, αν το θέλει, να μη δανειστεί καθόλου από τις αγορές για περισσότερο από τρία χρόνια.
Η δεύτερη προστασία έρχεται από την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του ΔΝΤ το 2022 και του διμερούς δανείου ύψους 52,9 δισ. ευρώ με τις χώρες της Ευρωζώνης. Η μετατροπή των δανείων αυτών από κυμαινόμενο σε σταθερό επιτόκιο άφησε ανοιχτές πράξεις swap επιτοκίου, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για νέες εκδόσεις ομολόγων, διατηρώντας το κόστος δανεισμού κοντά στο 2,5%, ανεξάρτητα από το επιτόκιο που ζητά η αγορά.
Οι επενδύσεις
Οι επενδύσεις είναι ένας τομέας στον οποίο τα αυξημένα επιτόκια μπορούν να ασκήσουν αρνητική επίδραση, αναστέλλοντας κάποιες από αυτές. Η αύξηση του κόστους χρήματος μπορεί να επηρεάσει αρνητικά κάποιες ιδιωτικές επενδύσεις οι οποίες θα χρειαστούν μεγάλη χρηματοδότηση. Σε αυτές δεν περιλαμβάνονται οι επενδύσεις σε ακίνητα, οι οποίες αποτελούν ένα μεγάλο μέρος των άμεσων ξένων επενδύσεων. Παρ’ όλα αυτά, για φέτος η επίδραση θα είναι ακόμα μικρότερη, καθώς ένα μεγάλο μέρος των επενδύσεων θα είναι δημόσιες. Το 2026 θα πρέπει να υλοποιηθεί ένα Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συνολικού ύψους 16,7 δισ. ευρώ, αφού φέτος θα πρέπει να ολοκληρωθούν μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις του ΤΑΑ συνολικού ύψους 7 δισ. ευρώ, έργα συγχρηματοδοτούμενα από το ΕΣΠΑ συνολικού προϋπολογισμού 6,25 δισ. ευρώ και ένα αμιγώς εθνικό πρόγραμμα επενδύσεων ύψους 3,5 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, οι αυξήσεις των επιτοκίων θα έρθουν να επιβραδύνουν την απόκλιση του πληθωρισμού από τον στόχο του 2%. Είναι σαφές ότι αν η αύξηση είναι μικρή για όσο χρόνο θα διαρκέσει η κρίση, και αν είναι μόνο μία, της τάξης του 0,25%, η απόκλιση από το 2% θα είναι μικρή.
Ακόμα, όμως, και αν η κρίση συνεχιστεί και μετά το τέλος του χρόνου, θα πρέπει όλοι να έχουν κατά νου ότι οι αυξήσεις οι οποίες θα γίνουν θα είναι περιορισμένες, καθώς η ΕΚΤ θα σκεφτεί να ωθήσει την Ε.Ε. σε ύφεση μέσω της νομισματικής πολιτικής. Άλλωστε, η ίδια η κυρία Λαγκάρντ κάλεσε τους ηγέτες της Ε.Ε. να προσαρμόσουν από τώρα τις προβλέψεις τους για φέτος, ώστε να θέτουν εφεξής ρεαλιστικούς στόχους για την οικονομική τους πολιτική.
Πηγή: capital.gr





