Στο στόχαστρο της εφορίας μπαίνει η φοροδιαφυγή των επαγγελματιών, καθώς διαπιστώνεται ότι, παρά τα μέτρα που έχουν ήδη ενεργοποιηθεί, εξακολουθούν να υπάρχουν ανοιχτά “παράθυρα” απόκρυψης εισοδημάτων, τα οποία εκμεταλλεύονται οι επιτήδειοι.
Το 2026, μάλιστα, αναδεικνύεται σε χρονιά-ορόσημο, καθώς η φορολογική διοίκηση, όπως αποτυπώνεται στο στρατηγικό της σχέδιο, επιχειρεί να κλείσει ένα από τα πιο επίμονα και δύσκολα ελεγχόμενα “μέτωπα” της ελληνικής οικονομίας: το κενό μεταξύ πραγματικού και δηλωθέντος εισοδήματος. Στόχος είναι η μείωση αυτού του κενού κατά 40% έως το 2029 για όλα τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα.
Στο νέο αυτό περιβάλλον, οι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν θα βρεθούν αντιμέτωποι μόνο με τον τεκμαρτό τρόπο φορολόγησης, αλλά και με ένα πλέγμα εκτεταμένων διασταυρώσεων και ελέγχων, που αξιοποιεί κάθε διαθέσιμη πηγή δεδομένων. Η εποχή των αποσπασματικών ελέγχων φαίνεται να δίνει τη θέση της σε μια ολιστική προσέγγιση, στην οποία τα ψηφιακά ίχνη των συναλλαγών αποκτούν καθοριστικό ρόλο.
Κεντρικό εργαλείο αυτής της στρατηγικής αποτελεί η πλατφόρμα myDATA, στην οποία καταγράφονται υποχρεωτικά τα παραστατικά εσόδων και εξόδων επιχειρήσεων και επαγγελματιών. Τα δεδομένα αυτά δεν παραμένουν πλέον απλώς αποθηκευμένα, αλλά αξιοποιούνται ενεργά. Η ΑΑΔΕ προχωρά σε συστηματική διασταύρωσή τους με τα στοιχεία που δηλώνονται στις φορολογικές δηλώσεις εισοδήματος και ΦΠΑ. Ήδη προβλέπεται πιλοτική αλλά στοχευμένη αξιοποίηση των στοιχείων για τα έτη 2022 έως και 2025.
Οι αποκλίσεις που θα εντοπίζονται –ιδίως σε περιπτώσεις όπου εμφανίζονται υπερβολικά υψηλές δαπάνες που μειώνουν τεχνητά το φορολογητέο εισόδημα– θα αποτελούν το πρώτο φίλτρο επιλογής υποθέσεων για περαιτέρω έλεγχο. Στην πραγματικότητα, η ΑΑΔΕ δημιουργεί μια “δεξαμενή υψηλού κινδύνου”, στην οποία εντάσσονται φορολογούμενοι με ύποπτα μοτίβα συμπεριφοράς.
Ωστόσο η τακτική των ελεγκτών δεν περιορίζεται στα στοιχεία των ίδιων των επαγγελματιών. Η φορολογική διοίκηση αντλεί πληροφορίες και από τρίτες πηγές, ενισχύοντας τις διασταυρώσεις με δεδομένα από ψηφιακές πλατφόρμες συναλλαγών, τα γνωστά marketplaces. Οι πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών μέσω Διαδικτύου, που συχνά αποτελούσαν “γκρίζα ζώνη” φορολόγησης, πλέον παρακολουθούνται στενά. Τα στοιχεία που αποστέλλονται υποχρεωτικά από τις πλατφόρμες συγκρίνονται με τα δηλωθέντα έσοδα, αποκαλύπτοντας τυχόν αποκρύψεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον κλάδο της εστίασης, όπου η χρήση ψηφιακών πλατφορμών διανομής φαγητού έχει εκτοξευθεί. Οι παραγγελίες που πραγματοποιούνται μέσω αυτών των εφαρμογών καταγράφονται και διαβιβάζονται στην ΑΑΔΕ, η οποία τις αντιπαραβάλλει με τα δεδομένα του myDATA. Με τη συνδρομή ειδικών αλγορίθμων και λογισμικού ανάλυσης εντοπίζονται ασυνέπειες που ενδέχεται να υποκρύπτουν μη έκδοση αποδείξεων ή απόκρυψη εισοδήματος.
Παράλληλα, ακόμα ένα ισχυρό εργαλείο στα χέρια της φορολογικής διοίκησης είναι η πρόσβαση σε τραπεζικά δεδομένα. Οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών των ελεγχόμενων επαγγελματιών τίθενται στο μικροσκόπιο και συσχετίζονται με τα δηλωθέντα εισοδήματα και τις υποβληθείσες δηλώσεις ΦΠΑ. Έτσι, καθίσταται δυνατός ο εντοπισμός περιπτώσεων στις οποίες η πραγματική ρευστότητα δεν συμβαδίζει με τα δηλωθέντα στοιχεία.
Η διασταύρωση, όμως, δεν σταματά εκεί. Στοιχεία από το ΓΕΜΗ, τον ΕΦΚΑ, το Κτηματολόγιο και άλλους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς ενσωματώνονται σε ένα ενιαίο ελεγκτικό πλέγμα. Η εικόνα που προκύπτει για κάθε φορολογούμενο είναι πλέον πολυδιάστατη, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την απόκρυψη εισοδημάτων ή περιουσιακών στοιχείων.
Το 2026, ωστόσο, δεν χαρακτηρίζεται μόνο από την ένταση των ελέγχων, αλλά και από τη χρήση νέων ψηφιακών εργαλείων που μεταβάλλουν ριζικά τον τρόπο εποπτείας της αγοράς. Τρία νέα συστήματα τίθενται σε λειτουργία, επιτρέποντας την παρακολούθηση των συναλλαγών σε σχεδόν πραγματικό χρόνο. Η διασύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές, σε συνδυασμό με την καθολική εφαρμογή των ψηφιακών δελτίων αποστολής, δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η μη έκδοση αποδείξεων καθίσταται ολοένα και δυσκολότερη.
Ταυτόχρονα, η ΑΑΔΕ προγραμματίζει περισσότερους από 200.000 ελέγχους για το 2026, καλύπτοντας τόσο τη φοροδιαφυγή όσο και το λαθρεμπόριο. Το μήνυμα για μηδενική ανοχή αποστέλλεται όχι μόνο από τον αριθμό ελέγχων, αλλά κυρίως από τη στοχευμένη επιλογή τους, με βάση την ανάλυση κινδύνου και την αξιοποίηση δεδομένων.
Έλεγχοι για αμφισβήτηση τεκμαρτού εισοδήματος
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι έλεγχοι σε όσους αμφισβητούν τον τεκμαρτό τρόπο φορολόγησης. Η επιλογή συμπλήρωσης του σχετικού κωδικού στη φορολογική δήλωση ενεργοποιεί αυτόματα έναν πιο εντατικό και σε βάθος έλεγχο. Δεν εξετάζονται μόνο τα δηλωθέντα στοιχεία του ίδιου του επαγγελματία, αλλά και οι τραπεζικοί λογαριασμοί και τα περιουσιακά δεδομένα των μελών της οικογένειάς του.
Πρόκειται για μια στρατηγική που επιδιώκει να αποτρέψει καταχρηστικές αμφισβητήσεις και να διασφαλίσει ότι όσοι επικαλούνται χαμηλότερα εισοδήματα μπορούν πράγματι να τα δικαιολογήσουν.
Οι επαγγελματίες μπορούν να αμφισβητήσουν τον φόρο και το τεκμαρτό εισόδημα μέσω δύο επιλογών. Η πρώτη αφορά αντικειμενικούς λόγους, όπως νοσηλεία ή στρατιωτική θητεία, που οδήγησαν σε μειωμένη απασχόληση κατά το προηγούμενο έτος και, συνεπώς, δικαιολογούν περιορισμό του τεκμαρτού εισοδήματος και, κατ’ επέκταση, του φόρου.
Στη δεύτερη περίπτωση, όταν ο επαγγελματίας υποστηρίζει ότι τα πραγματικά του εισοδήματα είναι χαμηλότερα από τα τεκμαρτά, η διαδικασία αμφισβήτησης περνά υποχρεωτικά από φορολογικό έλεγχο. Προηγουμένως ο φορολογούμενος καλείται να συμπληρώσει ένα εκτενές ερωτηματολόγιο, δηλώνοντας ουσιαστικά το σύνολο της οικονομικής και περιουσιακής του εικόνας.
Όσοι αμφισβητήσουν το τεκμαρτό εισόδημα θα πρέπει να αποκαλύψουν στοιχεία που αφορούν τους συζύγους, τα μέρη συμφώνου συμβίωσης και τα προστατευόμενα μέλη, καθώς και στοιχεία για τραπεζικούς λογαριασμούς, κάρτες, τυχόν τραπεζικές θυρίδες, αλλά και πληροφορίες για ταξίδια στο εξωτερικό και για δαπάνες όπως ρεύμα, νερό, σταθερή και κινητή τηλεφωνία.
Σημειώνεται ότι ο έλεγχος διενεργείται εντός 12 μηνών από την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου. Στην περίπτωση υποβολής αίτησης αμφισβήτησης για αντικειμενικούς λόγους, το αίτημα κατατίθεται επίσης απευθείας στη νέα ψηφιακή εφαρμογή. Όσοι επικαλεστούν αντικειμενικούς λόγους θα πρέπει, κατά περίπτωση, να συνυποβάλουν όλα τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν την αδυναμία άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Πηγή: capital.gr





