της Ξανθής Γούναρη
Τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες εξαγωγείς είχαν στραφεί συστηματικά πέρα από τη Δυτική Ευρώπη, επενδύοντας σε τρεις βασικούς πυλώνες ανάπτυξης: τις ΗΠΑ, την Κεντρική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Σήμερα και οι τρεις αυτές αγορές δοκιμάζονται ταυτόχρονα.
Η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, οι δασμοί στις ΗΠΑ και η επιβράδυνση στην Κεντρική Ευρώπη διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένου ρίσκου, ένα “τρία στα τρία” που μόνο ανησυχία προκαλεί. Σε αυτό προστίθενται οι πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, η άνοδος του κόστους μεταφορών και ασφαλίστρων και η αναζωπύρωση πληθωριστικών πιέσεων.
Για πρώτη φορά έπειτα από μία δεκαετία ενίσχυσης της εξωστρέφειας, το ελληνικό εξαγωγικό μοντέλο βρίσκεται αντιμέτωπο με συγχρονισμένες πιέσεις. Η μέχρι πρότινος λειτουργική ισορροπία, όπου οι απώλειες σε μια αγορά αντισταθμίζονταν από κέρδη σε άλλη, δείχνει να εξαντλείται.
Αγορά υψηλής αξίας σε καθεστώς αστάθειας
Η ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου και της Ανατολικής Μεσογείου αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια έναν από τους πλέον δυναμικούς προορισμούς για τα ελληνικά προϊόντα. Το 2025 η αξία των εξαγωγών προς δέκα βασικές χώρες της περιοχής διαμορφώθηκε στα 3,017 δισ. ευρώ, καταγράφοντας υποχώρηση 5,3% σε σχέση με το 2024.
Η επιδείνωση των γεωπολιτικών συνθηκών επιταχύνει την κάμψη. Ο Λίβανος, με εξαγωγές άνω του 1,1 δισ. ευρώ (κυρίως καύσιμα), και το Ισραήλ, με σχεδόν 1 δισ. ευρώ, βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, ενώ οι θαλάσσιες διαδρομές προς τον Κόλπο λειτουργούν υπό αυξημένο ρίσκο.
Οι επιπτώσεις για τις επιχειρήσεις είναι άμεσες και πολυεπίπεδες. Η Παλίρροια, με ισχυρή παρουσία σε Ισραήλ και Σαουδική Αραβία, βλέπει περίπου το 20% του κύκλου εργασιών της να εξαρτάται από αγορές που βρίσκονται πλέον σε καθεστώς αβεβαιότητας. Η στρατηγική που εξετάζεται περιλαμβάνει εναλλακτικά logistics –από οδικές μεταφορές έως αεροπορικές αποστολές– με στόχο τη διατήρηση της εμπορικής συνέχειας, ακόμα και με αυξημένο κόστος.
Αντίστοιχα, η Ioniki, στον κλάδο της κατεψυγμένης ζύμης, καταγράφει απότομη αύξηση του μεταφορικού κόστους: ένα container προς το Ντουμπάι διπλασιάστηκε μέσα σε λίγες ημέρες, ενώ εναλλακτικές διαδρομές μέσω Ασίας επιβαρύνουν περαιτέρω το τελικό κόστος. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι επιχειρήσεις απορροφούν μέρος των αυξήσεων, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους, προκειμένου να διατηρήσουν την παρουσία τους.
Παράλληλα, οι δευτερογενείς επιπτώσεις αρχίζουν να γίνονται ορατές. Η άνοδος των τιμών ενέργειας και πρώτων υλών επηρεάζει ακόμα και τη διαθεσιμότητα βασικών υλικών συσκευασίας, εντείνοντας την πίεση στο κόστος παραγωγής. Καταγράφεται επιβάρυνση περίπου 10% στο μεταφορικό κόστος και 8% ανατίμηση των κοντέινερ.
Δασμοί και άνιση κατανομή επιπτώσεων
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού η εικόνα είναι λιγότερο δραματική, αλλά περισσότερο σύνθετη. Οι ελληνικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ διαμορφώθηκαν στα 2,4 δισ. ευρώ το 2025, εμφανίζοντας οριακή κάμψη. Πίσω από τον συνολικό αριθμό, ωστόσο, καταγράφονται έντονες διαφοροποιήσεις ανά κλάδο.
Τα βιομηχανικά προϊόντα καταγράφουν ισχυρή άνοδο, με αιχμή τα μέταλλα και τα εξαρτήματα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Αντίθετα, τα αγροδιατροφικά προϊόντα –που αποτελούν τον βασικό πυλώνα της ελληνικής εξωστρέφειας– εμφανίζουν υποχώρηση, επηρεαζόμενα από δασμολογικές επιβαρύνσεις και αυξημένο ανταγωνισμό.
Η επιτραπέζια ελιά αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση. Με εξαγωγές που προσεγγίζουν τα 867 εκατ. ευρώ ετησίως και έντονη εξάρτηση από την αμερικανική αγορά, ο κλάδος βρέθηκε αντιμέτωπος με δασμούς που έφτασαν έως και 15%. Η μερική αποκλιμάκωση στο 10% προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, χωρίς να αίρει την αβεβαιότητα.
Ανάλογη είναι η εικόνα για εταιρείες όπως η Αφοί Παπαγιάννη (Όλυμπος), οι οποίες διαθέτουν ισχυρή παρουσία στη λιανική των ΗΠΑ. Οι δασμοί απορροφώνται προς το παρόν από τους εισαγωγείς, καθυστερώντας τη μετακύλιση στο ράφι. Ωστόσο, η επίδραση στην κατανάλωση αναμένεται να γίνει εμφανής με χρονική υστέρηση, δημιουργώντας νέους κινδύνους για τη ζήτηση.
Αναζήτηση νέων αγορών
Υπό αυτές τις συνθήκες, η γεωγραφική διαφοροποίηση επανέρχεται ως στρατηγική προτεραιότητα. Αγορές όπως οι χώρες της Νότιας Αμερικής, η Νοτιοανατολική Ασία και η Ινδία αποκτούν αυξημένο ενδιαφέρον, αλλά η διείσδυση σε αυτές απαιτεί χρόνο, επενδύσεις και προσαρμογή προϊόντων.
Η ERGON αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα επιχείρησης που επιδιώκει repositioning, επεκτείνοντας τη δραστηριότητά της σε νέες αγορές με υψηλό καταναλωτικό δυναμικό. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, η γεωπολιτική σταθερότητα παραμένει καθοριστικός παράγοντας για την υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων.
Στον αγροδιατροφικό τομέα, η προοπτική εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ε.Ε. και Ινδίας δημιουργεί προσδοκίες, ιδίως για προϊόντα όπως η επιτραπέζια ελιά. Σήμερα οι υψηλοί δασμοί περιορίζουν τη διείσδυση, αλλά ενδεχόμενη μείωσή τους θα μπορούσε να μεταβάλει ριζικά τις προοπτικές της αγοράς. Το μέγεθος, ωστόσο, δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ευκαιρία, καθώς απαιτείται μακροχρόνια επένδυση στη δημιουργία καταναλωτικής βάσης.
Το δομικό ζήτημα της παραγωγής
Από την άλλη, οι γαλακτοβιομηχανίες που έχουν στηρίξει την εξωστρέφειά τους στη Βόρεια Αμερική παραμένουν σταθερές. Η ηπειρώτικη Καράλης, με ισχυρή παρουσία στον Καναδά από το 1982 –που είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας ελληνικών τυριών– και στις τρεις πρώτες θέσεις εξαγωγής ελληνικών τυριών στις ΗΠΑ, επισημαίνει ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι τα logistics. Είναι η διατήρηση της παραγωγής γάλακτος στην Ελλάδα. “Το να χαθεί η κτηνοτροφία είναι ο μεγαλύτερος φόβος”, λέει ο Σπύρος Καράλης. Το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου οι εξωτερικοί παράγοντες γίνονται ολοένα και πιο ασταθείς.
Σταθερή αξία, μειούμενος όγκος
Οι εκτιμήσεις για το 2026 συγκλίνουν σε ένα σενάριο στασιμότητας σε όρους αξίας, αλλά υποχώρησης σε όρους όγκου. Η αύξηση των τιμών ενδέχεται να καλύψει τις απώλειες, δημιουργώντας την εικόνα ανθεκτικότητας. Στην πραγματικότητα, όμως, η δραστηριότητα συρρικνώνεται.
Η ανακατεύθυνση προϊόντων προς την εγχώρια αγορά, ως αποτέλεσμα απωλειών στο εξωτερικό, ενδέχεται να εντείνει τον ανταγωνισμό και να πιέσει τα περιθώρια. Την ίδια στιγμή, η αβεβαιότητα για το ποιος θα απορροφήσει τελικά το αυξημένο κόστος –παραγωγοί, εισαγωγείς ή καταναλωτές– παραμένει ανοιχτή.
Ο λογαριασμός της προσαρμογής
Η τρέχουσα συγκυρία σηματοδοτεί μια φάση μετάβασης για το ελληνικό εξαγωγικό μοντέλο. Η εποχή της “εύκολης” γεωγραφικής διαφοροποίησης φαίνεται να υποχωρεί, δίνοντας τη θέση της σε ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον, όπου η ανθεκτικότητα θα εξαρτηθεί από την ευελιξία, την κεφαλαιακή επάρκεια και τη στρατηγική προσαρμογή.
Ο λογαριασμός, όπως αναγνωρίζουν πλέον οι ίδιοι οι επιχειρηματίες, δεν είναι μόνο στα χαρτιά. Ήδη καταγράφεται στα κόστη, στα περιθώρια και στις αποφάσεις. Το ζητούμενο είναι αν θα κατανεμηθεί ισορροπημένα ή αν θα επιβαρύνει δυσανάλογα κρίσιμους κρίκους της αλυσίδας.
Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη περίοδος θα αποτελέσει τεστ αντοχής για ένα μοντέλο που χτίστηκε με κόπο –και που πλέον καλείται να επαναπροσδιοριστεί σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Πηγή: capital.gr





