«Rent»: όταν το θέατρο γίνεται μάθημα ζωής

hero-1200x800-1

Το μιούζικαλ Rent έκανε πρεμιέρα το 1996 και αφηγείται τη ζωή μιας παρέας νέων καλλιτεχνών στη Νέα Υόρκη, εμπνευσμένο χαλαρά από την όπερα La Bohème. Μέσα από χαρακτήρες που παλεύουν με τη φτώχεια, τις σχέσεις, την ταυτότητα και την επιδημία του AIDS, το έργο έφερε στο Broadway μια ωμή αλλά τρυφερή ματιά στη σύγχρονη αστική ζωή. Η επιτυχία του ήταν τεράστια, τόσο καλλιτεχνικά όσο και κοινωνικά, και οδήγησε στη μεταφορά του στον κινηματογράφο το 2005 με την ταινία Rent, η οποία κράτησε μεγάλο μέρος του αρχικού καστ και μετέφερε την ενέργεια της σκηνής στην οθόνη, δίνοντας στο έργο ακόμη μεγαλύτερη απήχηση.

Ωστόσο, η ιστορία του έργου είναι άρρηκτα δεμένη με τη ζωή του δημιουργού του, Jonathan Larson. Ο Larson δούλευε για χρόνια πάνω στο Rent, αντιμετωπίζοντας οικονομικές δυσκολίες και αβεβαιότητα, χωρίς να γνωρίζει αν το έργο του θα βρει ανταπόκριση. Πέθανε τραγικά (και τόσο ειρωνικά) ξαφνικά, από ανεύρυσμα, ακριβώς πριν από την πρεμιέρα του έργου του σε off Broadway σκηνή, χωρίς να προλάβει να δει την τεράστια επιτυχία που ακολούθησε. Η μεταθανάτια αναγνώριση του Larson, με βραβεία όπως το Pulitzer και τα Tony Awards, προσδίδει στο Rent μια επιπλέον συγκινητική διάσταση: είναι ένα έργο για τη ζωή, τη δημιουργία και τον χρόνο, από έναν δημιουργό που έφυγε πολύ νωρίς, ενώ είχε τόσα πολλά να μας δώσει.

Η επιτυχία τέτοιων μιούζικαλ έχει οδηγήσει στη δημιουργία «school editions», προσαρμοσμένων εκδοχών για σχολικές παραστάσεις, και το «Rent: School Edition» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μέσα από αυτές τις εκδοχές, οι μαθητές δεν μαθαίνουν μόνο υποκριτική και μουσική, αλλά αναπτύσσουν δεξιότητες συνεργασίας, υπευθυνότητας και έκφρασης. Το θέατρο λειτουργεί ως ασφαλής χώρος όπου μπορούν να εξερευνήσουν ρόλους, συναισθήματα και κοινωνικές καταστάσεις, ενισχύοντας την αυτοπεποίθησή τους και την ικανότητά τους να δουλεύουν ως ομάδα.

Παράλληλα, τέτοιες παραστάσεις φέρνουν τους μαθητές σε επαφή με δύσκολα αλλά ουσιαστικά κοινωνικά ζητήματα, όπως η LGBTQ+ ταυτότητα, η φτώχεια, η περιθωριοποίηση και ασθένειες όπως το AIDS, θέματα που συχνά δεν καλύπτονται επαρκώς στο παραδοσιακό μάθημα. Μέσα από τη βιωματική εμπειρία της τέχνης, οι μαθητές καλλιεργούν ενσυναίσθηση και κατανόηση για τη διαφορετικότητα, κάτι που συμβάλλει ουσιαστικά στην πρόληψη του σχολικού εκφοβισμού. Το θέατρο, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια καλλιτεχνική δραστηριότητα, αλλά ένα ισχυρό παιδαγωγικό εργαλείο που ενώνει, εκπαιδεύει και ευαισθητοποιεί. Μια τέτοια παραγωγή παρακολουθήσαμε στο Burlingame High School και μείναμε με το στόμα ανοιχτό, καθώς κάθε παιδί-καλλιτέχνης είχε τουλάχιστον μια show-stopper στιγμή, ενώ το επίπεδο παραγωγής, ήχου και σκηνογραφίας, δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από μια επαγγελματική παράσταση. Πώς μου ήρθε αυτή η ιδέα; Μέσω μιας συγκινητικής σειράς/reality που κάποτε προβλήθηκε στο Disney+, το «Encore!», με την Κρίστεν Μπελ να παρευρίσκεται σε reunions μαθητών που σε προχωρημένη ηλικία ξαναπαίζουν τους ρόλους που είχαν κάποτε ερμηνεύσει ως μαθητές.

Αυτό όμως δεν είναι το πραγματικό μας θέμα, αλλά η παρατήρηση μιας κοινωνικής εμπειρίας, που, αντίστοιχες δεν έχουμε ζήσει στην Ελλάδα στα δημόσια σχολεία μας, καθώς οι παραστάσεις μουσικού θεάτρου (εκτός των ειδικών σχολείων) αποτελούν εξαίρεση παρά τον κανόνα.

Στη συγκεκριμένη παραγωγή του «Rent», που σκηνοθέτησε και χορογράφησε η Michelle Shannon, αναγνωρίζεις αμέσως τη συμπεριληπτική της πρόθεση: όλα τα παιδιά είναι καλά δουλεμένα, ακόμα και αυτά που η φύση δεν τα προίκισε με σπουδαίες φωνές: παίρνουν σωστές θέσεις στον φωτισμό, απευθύνονται στο κοινό, υποστηρίζουν τις αμηχανίες ο ένας του άλλου καλύπτοντας τα λάθη επί σκηνής και φροντίζουν να χτυπήσουν χαμηλότερη νότα από το να φαλτσάρουν. Κανένας δεν υποδυόταν έναν μεγαλύτερο σε ηλικία χαρακτήρα, σα να «μεγάλωσαν» αυτοστιγμεί πατώντας στο σανίδι. Για έξι παραστάσεις, με cast που ανά περιόδους δεχόταν αντικαταστάσεις από αναπληρωτές, η έννοια της κοινότητας ήταν εμφανώς ενδυναμωμένη.

Το πρόγραμμα που αναπαριστούσε τα αντίστοιχα που μοιράζονται στο Broadway ήταν γεμάτο από χορηγούμενες ευχές από τους γονείες και συγγενείς στα παιδιά τους, με παλιότερες φωτογραφίες τους που έδειχναν την εξέλιξη τους και όμορφες σκέψεις και κουβέντες που θα εμψύχωναν και τα παιδιά αλλά και τους τυχαίους παρατηρητές.

Σε κάθε παράσταση ξεχωρίζεις συνήθως ένα ταλέντο, εδώ ήταν περισσότερα από ένα. Ο Israel Pubien, για παράδειγμα, έχει μια τόσο ώριμη φωνή που σε ξαφνιάζει. Ακούγεται σαν ερμηνευτής της χρυσής εποχής της montown αλλά αυτό δεν είναι το σπουδαιότερο επίτευγμά του· δεν υποδύεται τον ρόλο του Tom Collins, τον βιώνει, αποδίδοντας με απλότητα και άνεση και τις χορογραφίες και τις ψυχολογικές του μεταπτώσεις. Οι χαμηλές του νότες έχουν όμορφα γεμίσματα και πολύ καθαρή εκφορά του λόγου, τονίζοντας σωστά όχι τις προφανείς λέξεις για να χτίσει την προσωπικότητα του ήρωά του χωρίς υπερβολές, αλλά με βαθιά -συνειδητή ή ασυνήδητη- κατανόηση.

Στον ρόλο της Angel έχουμε τον Christian Texidor, που έχει φροντίσει να ακολουθεί με συνέπεια τις χορογραφίες, να μην υπερβάλει ή προσθέσει «κλισέ» στην ηρωίδα του και μάλιστα σε μια στιγμή που πρέπει να χορέψει, να τραγουδήσει και να λάμψει χτυπώντας τις «μπατονέτες» σε αυτοσχέδια ντραμς, του δίνει και καταλαβαίνει.

Η Holly Simons στο ρόλο της Joanne Jefferson σε κερδίζει όσο εξελίσσεται μέσα στο ρόλο της. Στην αρχή μοιάζε με «σωστή μαθήτρια» που κάνει κατά γράμμα αυτό που της έχει ζητηθεί, όσο όμως ο ρόλος της μεγαλώνει και αποκτά περισσότερο ουσιαστική λειτουργία, βλέπεις ότι αυτό που προσφέρει είναι αποτέλεσμα πολύς σκληρής δουλειάς. Δεν λέει τα λόγια της ή τα τραγουδάει, αντιδρά σε αυτό που συμβαίνει σε μία σύμβαση «δράσης-αντίδρασης».

Όσο για τη Siena Polasek έχει μεγάλη σιγουριά στη φωνή της, ευγένεια στα μάτια και στη σωματική της έκφραση, δένει με το σύνολο και όταν χτυπάει τις ψηλές νότες αισθάνεσαι ότι ακούς το φαλτσέτο αγγέλων. Ίσως τελικά η σύντομη παρουσία της να την κάνει αξέχαστη αφού η φωνή της είναι ικανή σε λίγες νότες να κλιμακώσει και να αποκλιμακώσει μια σωρεία από λεπτεπίλεπτα συναισθήματα.

Επειδή όμως μια σχολική παράσταση δεν είναι μόνο τα παιδιά που αναφέραμε παραπάνω αλλά ένα ολόκληρο σύνολο, δείτε το παρακάτω βίντεο για να ακούσετε πως δούλεψαν ομαδικά σε ένα από τόσο απαιτητικό έργο.

Βρήκαμε τον δάσκαλο μας από μια Ελληνίδα στα θρανία

Το όνομά της είναι Αριστέα Ταπτέλης· το έμαθα αμέσως μετά από την πρώτη σκηνή που είχε το σόλο της, πριν τα χειροκροτήματα. Άνοιξα το πρόγραμμα διάβασα ένα όνομα που πρόδιδε την καταγωγή της. Με διάχυτο το αίσθημα σιγουριάς, έμφυτο ταλέντο και ικανότητα. Ήταν η αντικαταστάτρια για το ρόλο της Maureen Johnson, και πόσο χαίρομαι που στην παράσταση που πήρα είχε αναλάβει τα ινία. Είναι μια ολοκληρωμένη καλλιτέχνης, μια πραγματική show stopper που στιβαρά δίνει οντότητα στην ηρωίδα της. Κινείται άνετα σα να της ανήκει η σκηνή, ερμηνεύει προσαρμόζοντας τη μελωδία στις ικανότητες της -όχι το αντίθετο- και γίνεται ανώτερη ακόμα και του ίδιου του ρυθμού. Αν ήμουν κυνηγός ταλέντων, αυτό το σχεδόν 16χρονο παιδί, θα το προετοίμαζα για να μας εκπροσωπήσει στη Eurovision σε δύο τρία χρόνια από τώρα. Έχει ταυτόχρονα την υπερβολή που απαιτεί το μουσικό θέαμα αλλά και τη γείωση που προστάζει μια προσεγμένη ερμηνεία. Πραγματικά, ακούστε το απόσπασμα που ακολουθεί και πείτε μου αν αυτό σας μοιάζει με σχολική ερμηνεία;

Ποια η σχέση μου με το «Rent»;

Τον παλιό εκείνο τον καιρό που είχα όνειρα να κάνω παρά να αναλύω, βρέθηκε στο δρόμο μου μια ευκαιρία: να σκηνοθετήσω το βίντεο κλιπ του πρώτου ανεβάσματος του «Rent» στην Ελλάδα. Θυμάμαι ότι ήταν την ίδια μέρα που είχα συνέντευξη με τον Κέβιν Κόστνέρ που είχε έρθει στην Ελλάδα για μια συναυλία στο Μπάντμινγκτον. Θυμάμαι επίσης ότι λόγω της φωτογράφησης που έπρεπε να κάνουν οι συντελεστές της παράστασης, αργήσαμε πολύ να ξεκινήσουμε το γύρισμα και έτρεχα σαν παλαβός. Μαζί με τον Δημήτρη, τον Φώτη, τον Τάσο, τον Πάνο, το Νικήτα και μια τόσο όμορφη ομάδα, βγάλαμε με μηδενικό μπάτζετ κάτι αξιοπρεπές.

Και, ω του θαύματος, βρήκα και το link.

Και 16 χρόνια μετά έχει 83Κ views. Wow!

Αυτό το κείμενο δεν γράφεται ως κριτική, αλλά ως μια μικρή υπενθύμιση στον μελλοντικό μου εαυτό: ότι, αν κάποια από αυτά τα παιδιά επιλέξουν να ακολουθήσουν τον δρόμο του θεάματος, είχα την τύχη να τα δω στα πρώτα τους βήματα και να τα ξεχωρίσω. Και ίσως, τελικά, αν αφιερώναμε όλοι λίγη από την αγάπη και τη φροντίδα που τους προσφέρθηκε εδώ, να μην καλλιεργούσαμε μόνο καλύτερους καλλιτέχνες, αλλά και πιο ουσιαστικούς ανθρώπους, πιο συνειδητοποιημένους θεατές, πιο ανοιχτές ψυχές.

www.ertnews.gr

Πηγή: ertnews.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ